Το τουρκικό κράτος αποφάσισε πρόσφατα την επανασύσταση της Ιεράς Μονής, μετά τα έργα για την ενίσχυση της σταθερότητας των βράχων.
Προβλέπονται ξεναγήσεις και διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων.
Από τον ΣΩΤΗΡΗ ΛΕΤΣΙΟ
Η ξακουστή σε όλο τον κόσμο Ιερά Μονή Παναγίας της Νικόπολης απομεινάρι της ένδοξης ιστορίας του ελληνισμού στον Πόντο, επανέρχεται σήμερα στην επικαιρότητα μετά την πρόσφατη απόφαση του τουρκικού κράτους για την επανασύστασή της. Αυτή τη φορά δεν θα λειτουργήσει ως ιερό προσκύνημα αλλά θα αποτελέσει ένα ζωντανό τουριστικό μνημείο με υψηλή πολιτιστική αξία, οι επισκέπτες του οποίου θα έχουν τη δυνατότητα να ανακαλύψουν σε αυτό τα στοιχεία της πρώιμης χριστιανικής αρχιτεκτονικής αλλά και τα σημάδια της ορθόδοξης πίστης έτσι όπως έχουν αυτά διασωθεί στο πέρασμα του χρόνου.
Σφηνωμένη μέσα σε μια μεγάλη σπηλιά των βράχων -σαν μια αετοφωλιά προστατευμένη εδώ και αιώνες από τα στοιχεία της Φύσης- στέκεται η μονή Παναγίας της Σταυροπηγιανής ή αλλιώς Καγιάντιπι (των βράχων στην τουρκική γλώσσα), η οποία είναι επίσης γνωστή και με την ονομασία «Παναγία της Γαράσαρης».
Τα τελευταία χρόνια με πρωτοβουλία του Υπουργείου Πολιτισμού της Τουρκίας -και σε συνεργασία με τοπικούς φορείς- διενεργήθηκαν εκεί εργασίες συντήρησης, έτσι ώστε να ενισχυθεί η σταθερότητα των βράχων και να διαμορφωθεί ένα ασφαλές για τους περιπατητές μονοπάτι. Εφόσον ολοκληρωθούν οι εργασίες η Παναγία της Νικόπολης, που σε πολλά σημεία θυμίζει την Ιερά Μονή της Παναγίας Σουμελά, θα προσφέρει τη δυνατότητα για ξεναγήσεις σε χιλιάδες κόσμου -χριστιανούς ορθόδοξους και μη- ενώ θα παρέχεται και η δυνατότητα για την διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων. Προβλέπεται επίσης εντός των χώρων του μοναστηριού να λειτουργήσουν εργαστήρια εκμάθησης της παραδοσιακής τέχνης.
Η Μονή της Παναγίας αποτελούσε για αιώνες κέντρο συσπείρωσης των ορθοδόξων χριστιανών της Νικόπολης (σημερινή Σεμπινκαραχισάρ). Η ίδρυσή της τοποθετείται στον 5ο αιώνα -και συγκεκριμένα το 475- όταν ο Οσιος Ιωάννης ο Ησυχαστής εγκαταστάθηκε στον βράχο της Αναλήψεως. Με το πέρασμα των αιώνων η Μονή περιέπεσε σε παρακμή, και σε αυτό συνέβαλε φυσικά η κατάκτηση μεγάλου μέρους του Πόντου από τους Τούρκους. Τα σημάδια της ανάκαμψης άρχισαν να γίνονται ορατά, όταν το 1807 εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι ο μοναχός και κατοπινός ηγούμενος της μονής Ιωαννίκιος Θωμαΐδης. Κατά την περίοδο 1812-1815 χάρη στις ενέργειές του ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε η ανοικοδόμηση του μοναστηριού.
ΠΛΗΘΟΣ ΠΙΣΤΩΝ
Χρόνο με το χρόνο το μοναστήρι άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστό, με αποτέλεσμα να συρρέει μεγάλος αριθμός πιστών ακόμη και από μακρινές περιοχές για να προσκυνήσουν και να ζητήσουν την μεσιτεία της Παναγίας. Οι προσκυνητές διέμεναν εντός του μοναστηριού και οι εορταστικές εκδηλώσεις ξεκινούσαν μερικές ημέρες πριν τον Δεκαπενταύγουστο και συχνά διαρκούσαν έως και τα εννιάμερα της Παναγίας. Κατά την πρώτη περίοδο λειτουργίας το μοναστήρι δεν διέθετε ακίνητη περιουσία. Σταδιακά ωστόσο πολλοί ήταν εκείνοι από τις γύρω περιοχές που πρόσφεραν μεγάλο μέρος από τα κτήματά τους υπό τον βασικό όρο, ότι θα τα εκμεταλλεύονταν οι ίδιοι και θα κατέβαλαν κατόπιν ένα ποσό ως ενοίκιο. Κάποια στιγμή στην ιδιοκτησία της Ιεράς Μονής της Παναγίας περιήλθαν ακόμη περισσότερες εκτάσεις γης χάρη στη δωρεά 5.000 στρεμμάτων, την οποία έκανε ο Τούρκος μεγαλοτσιφλικάς Μπεκτές Μπέης. Στην ενέργεια αυτή προέβη θέλοντας να ευχαριστήσει τον Ιωαννίκιο, επειδή σε συνεννόηση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο έγινε η αναγκαία παρέμβαση στον Σουλτάνο ώστε να σωθεί η ζωή του.
Η μοναστική κοινότητα που συγκροτήθηκε συνέβαλε με την εργασία της στην ανέγερση του καθολικού της μονής, στην κατασκευή κελιών αλλά και στο κτίσιμο επίσης δεξαμενών και αποθηκών. Όλες οι παραπάνω υποδομές είχαν αναπτυχθεί συνολικά σε τέσσερα επίπεδα. Στο ισόγειο βρισκόντουσαν οι αποθηκευτικοί χώροι και μια κρύπτη. Στην άκρη -αριστερά της εισόδου- με το που εισερχόταν κάποιος στο μοναστικό συγκρότημα έβλεπε το υπόστεγο με τις επτά εντυπωσιακές καμπάνες του μοναστηριού όπως και τις λαξευτές δεξαμενές, οι οποίες προορίζονταν για την συγκέντρωση του βρόχινου νερού. Στον πρώτο όροφο υπήρχε ο χώρος διαμονής του εκάστοτε ηγούμενου, ξενώνας για τους επίσημους, δωμάτια για την φιλοξενία των προσκυνητών, η τραπεζαρία και το μαγειρείο. Ανεβαίνοντας στο δεύτερο όροφο οι προσκυνητές συναντούσαν τα κελιά των μοναχών και το Ηγουμενείο.
Ο ΤΡΟΥΛΟΣ
Στον τρίτο όροφο έστεκε το καθολικό της Μονής, το οποίο διέθετε έναν εντυπωσιακό τρούλο που σχεδόν άγγιζε την οροφή της σπηλιάς. Στο μπροστινό μέρος της Μονής-με θέα προς την πεδιάδα-υπήρχε ο περιφραγμένος με κάγκελα εξώστης, ενώ στο πίσω ακριβώς μέρος βρισκόντουσαν τα αγιάσματα και το εκκλησάκι της Αγίας Άννας. Η ανάβαση στο μοναστήρι ακόμη και σήμερα δεν είναι εύκολη -πόσο μάλλον τους περασμένους αιώνες όταν οι προσκυνητές ήταν αναγκασμένοι να κοπιάσουν για να προσεγγίσουν τα προπύλαια της μοναστικού συγκροτήματος. Το μοναστήρι της Παναγίας διέκοψε την λειτουργία το 1924 -και αφού είχε προηγηθεί η Μικρασιατική Καταστροφή και ο ξεριζωμός των Ελλήνων του Πόντου. Ο τελευταίος ηγούμενος, ο αρχιμανδρίτης Ηλίας Παπαδόπουλος, εγκατέλειψε τη μονή το 1924 παίρνοντας μαζί του ιερά κειμήλια που σήμερα φυλάσσονται σε διάφορους ναούς στην Ελλάδα.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”














