Σε ένα πρόσφατο άρθρο του στο Carnegie Politika, ο ιστορικός Αλεξάντρ Ζανεμόνετς (Alexander Zanemonets) εξετάζει την ολοένα και στενότερη σύμπλευση της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας με την πολεμική εκστρατεία του Κρεμλίνου στην Ουκρανία. Το Πατριαρχείο Μόσχας εντάσσει σταδιακά στη θρησκευτική ζωή το στρατιωτικό και πατριωτικό αφήγημα του ρωσικού κράτους, καθιστώντας όλο και πιο δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στην πνευματική αποστολή της Εκκλησίας και στους πολιτικούς στόχους της κρατικής εξουσίας, σημειώνει ο ιστορικός.
Ειδικότερα, ο Ζανεμόνετς αναφέρεται στην πρόσφατη ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Δημητρίου Ντονσκόι, του μεσαιωνικού αυτού ηγεμόνα που έμεινε γνωστός στην ιστορία για τις στρατιωτικές του νίκες, καθώς και στην απόφαση να σταλεί ένα τμήμα των λειψάνων του στις ρωσικές δυνάμεις που πολεμούν στην Ουκρανία. Το περιστατικό αυτό, θεωρεί ο ιστορικός, εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια να τεθούν οι Άγιοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τα ιερά λείψανα, οι εικόνες, οι προσευχές και οι κληρικοί στην υπηρεσία του πολέμου και να παρουσιαστεί η ρωσική στρατιωτική εκστρατεία ως ένας αγώνας για την υπεράσπιση της πατρίδας.
Το άρθρο εντάσσει την πρακτική αυτή στη μακρά ρωσική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ιστορικά και θρησκευτικά πρόσωπα προβάλλονται ως σύμβολα εθνικών αγώνων. Ο Ζανεμόνετς παραλληλίζει τη σημερινή κατάσταση με την ανάδειξη του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκι από τη Σοβιετική Ένωση κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επισημαίνει επίσης ότι ο ίδιος ο Δημήτριος Ντονσκόι αναδείχθηκε σε σύμβολο πατριωτισμού εν καιρώ πολέμου, όταν το 1944 δόθηκε το όνομά του σε μια φάλαγγα σοβιετικών αρμάτων μάχης, η κατασκευή της οποίας χρηματοδοτήθηκε από το Πατριαρχείο Μόσχας.
Το ευρύτερο ζήτημα, σύμφωνα με τον Ζανεμόνετς, είναι ότι η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία έχει όλο και πιο περιορισμένη δυνατότητα να αρθρώσει έναν λόγο ανεξάρτητο από την κρατική εξουσία. Όπως υποστηρίζει, η Εκκλησία οφείλει, ακόμη και σε καιρό πολέμου, να υπενθυμίζει στην πολιτική ηγεσία τις χριστιανικές ηθικές αρχές: την προστασία των αμάχων και των αιχμαλώτων, την καταδίκη της λεηλασίας και της βιαιότητας, καθώς και την προτροπή του Χριστού να γινόμαστε ειρηνοποιοί. Αντί γι’ αυτό, σημειώνει ο ιστορικός, το Πατριαρχείο Μόσχας υιοθετεί και ενισχύει σταδιακά το αφήγημα του Κρεμλίνου για τη Ρωσία και την ιστορία της, καθώς και την ερμηνεία που δίνει αυτό στον πόλεμο.
Καταλήγοντας, υποστηρίζει ότι η σύμπλευση αυτή έχει συνέπειες και για την ίδια την Εκκλησία. Εάν ο δημόσιος λόγος της Εκκλησίας ταυτιστεί με τον πατριωτικό και ιστορικό λόγο που προβάλλει σήμερα το ρωσικό κράτος, τίθεται τότε το ερώτημα τι διαφορετικό μπορεί πλέον να προσφέρει η Εκκλησία στη θρησκευτική και ηθική ζωή της ρωσικής κοινωνίας.
Πηγή:














