Από τον ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΣΠΥΡΟΥ*
Αμέτρητα είναι τα θαύματα που συμβαίνουν σε ένα απομακρυσμένο χωριουδάκι της Ρόδου, εκεί, όπου αναβλύζει εδώ και αιώνες το θαυματουργό νερό του μοναστηριού της Αγίας Τριάδος. Λίγο έξω από την Ψίνθο, στον δρόμο που ανηφορίζει προς την Αρχίπολη, βρίσκεται και ξεπροβάλλει το ταπεινό, σχεδόν κρυφό μοναστηράκι. Οι ντόπιοι το λένε «Ματικό». Οι παλαιότεροι το ψιθυρίζουν με σεβασμό: ιαματικό. Αδιαμφισβήτητα πρόκειται για έναν τόπο προσευχής, αλλά και μνήμης.
Οπως αναφέρει στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» ο π. Βαγιανός Ζαννέτης το μικρό μοναστήρι είναι αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα και χτίστηκε τον Μεσαίωνα, σε μια από τις πιο ταραγμένες αλλά και λαμπρές περιόδους της ροδιακής ιστορίας. Τότε που το νησί βρισκόταν υπό την κυριαρχία των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη, οι οποίοι κατέλαβαν τη Ρόδο το 1309 μ.Χ. και παρέμειναν έως το 1522 μ.Χ.
Οι πιστοί όταν μπαίνουν στο εσωτερικό του ναού, αφήνουν έξω το παρόν και αρχίζουν ένα ταξίδι στο χρόνο. Μάλιστα, σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή που βρίσκεται στον δυτικό τοίχο, δεξιά της εισόδου, το εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού ολοκληρώθηκε το 1407/8 μ.Χ. με έξοδα της μοναχής Καταφυγής. Οι εικόνες, αν και φθαρμένες από την υγρασία και τους αιώνες, διατηρούν μια ανεξήγητη ζωντάνια. Οι μορφές των Αγίων μοιάζουν να κοιτούν κατάματα τους προσκυνητές. Η τεχνοτροπία, αλλά και τα χρώματα μαρτυρούν χέρια ευλαβικά, μιας σχολής με ήθος και σεβασμό. Είναι έργα αγιογράφων που εργάζονταν με νηστεία και προσευχή, όπως έλεγαν οι παλιοί.
Κάτω από το σημερινό μεσαιωνικό μοναστηράκι κρύβεται μια ακόμη παλαιότερη ιστορία. Ενας μεγαλύτερος ναός, χτισμένος μεταξύ 4ου και 5ου αιώνα, στην Παλαιοχριστιανική Εποχή. Οι ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια στο προαύλιο έφεραν στο φως περίτεχνα ψηφιδωτά δάπεδα και τμήματα θεμελίων.
ΤΟ ΑΓΙΑΣΜΑ
Ο π. Βαγιανός περιγράφει ότι στο χαμηλότερο επίπεδο, κοντά στον χώρο του μοναστηριού, υπάρχει μια φυσική πηγή που αναβλύζει νερό, το «Αγίασμα» κατά τους ντόπιους. Χαρακτηριστικό είναι και το προσωνύμιο που έχει αποδοθεί στην περιοχή, «Ιαματικό ή Ματικό», σύμφωνα με την τοπική διάλεκτο της περιοχής, εξαιτίας του θαυματουργού νερού της πηγής. Πρόκειται για νερό που αναβλύζει απευθείας από τη γη, χωρίς σωλήνες και χωρίς μηχανισμούς. «Παλαιότερα υπήρχε μια απλή γούρνα», θυμάται ο π. Βαγιανός, «ένα μικρό σπιτάκι με ένα σωληνάκι απ’ όπου έπαιρνε ο κόσμος το νερό». Τα τελευταία δεκαπέντε με είκοσι χρόνια ο χώρος διαμορφώθηκε με περισσότερη φροντίδα, αλλά με σεβασμό στο τοπίο. Κατασκευάστηκε μια μικρή βρύση, τοποθετήθηκε η εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής και διατηρήθηκε ανέπαφη η φυσική ομορφιά του σημείου. «Ο δρόμος παραμένει χωματόδρομος. Δεν θελήσαμε να ρίξουμε τσιμέντο. Είναι δασική περιοχή. Θέλαμε να μείνει όπως ήταν. Να μην αλλοιωθεί το περιβάλλον» λέει ο π. Βαγιανός. Και συμπληρώνει με βεβαιότητα: «Το νερό αυτό θεωρείται θαυματουργό. Πολλοί χωριανοί, αλλά και άνθρωποι που έρχονται από μακριά, έχουν μιλήσει για θαύματα. Για θεραπείες, για παρηγοριά, για λύσεις εκεί που όλα έμοιαζαν αδιέξοδα».
Η ΚΩΦΑΛΑΛΗ
Εξιστορεί, λοιπόν, πώς το νερό αυτό ήταν η αφορμή να χτιστεί το εκκλησάκι. Κάποτε, απέναντι από το μοναστήρι, μια οικογένεια έβοσκε τις αγελάδες της. Είχαν ένα κοριτσάκι κωφάλαλο. Μια μέρα το παιδί έφυγε από την προσοχή των γονιών του για να φέρει μια αγελάδα που είχε απομακρυνθεί. Στο σημείο όπου πάτησε η αγελάδα, δημιουργήθηκε βαθούλωμα στο χώμα και συγκεντρώθηκε νερό. Το κοριτσάκι έσκυψε να πιει. Τότε, όπως διηγήθηκε αργότερα, εμφανίστηκε μπροστά της μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα και της είπε: «Πιες, κόρη μου, και θα μιλήσεις». Το παιδί ήπιε. Όταν σήκωσε το κεφάλι, η γυναίκα είχε εξαφανιστεί. Ηταν η Παναγία. Ξαφνικά άκουσε τη μητέρα της να την φωνάζει και γύρισε προς το μέρος της και της απάντησε. Η μητέρα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι άκουγε τη φωνή της κόρης της. Υστερα από το θαυμαστό αυτό γεγονός ο πατέρας και η κόρη έκτισαν στο σημείο εκείνο το μοναστήρι ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τα Θεία για την ίαση της κόρης.
ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΤΡΕΧΕΙ…
Παράλληλα, ο ιερέας περιγράφει το πρώτο θαύμα που έζησε ο ίδιος ως παιδί. «Από πέντε-έξι χρονών βοηθούσα τον προκάτοχό μου. Πηγαίναμε να κάνουμε λειτουργίες στο εκκλησάκι. Μια φορά, καλοκαίρι, σε περίοδο ανομβρίας, μου είπε ο παπάς να κατέβω να φέρω νερό από το αγίασμα για τη Θεία Λειτουργία. Κατέβηκα και δεν έτρεχε καθόλου νερό. Ανέβηκα και του είπα: ‘Πάτερ, δεν υπάρχει νερό’. Κατέβηκε αμέσως, φόρεσε το πετραχήλι, πήρε το θυμιατό, κι εγώ το μπουκαλάκι. Την ώρα που θυμίαζε και προσευχόταν, άρχισε να τρέχει το νερό κανονικά. Γεμίσαμε και κάναμε τη λειτουργία».
Και δεν είναι το μόνο περιστατικό, λέει ο π. Βαγιανός. Κατά καιρούς έχουν φτάσει στα αυτιά του και άλλες μαρτυρίες. Ανθρωποι που βρήκαν παρηγοριά, ίαση, ελπίδα. Στο μικρό αυτό εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας, όπου το νερό αναβλύζει αθόρυβα από τη γη και η πίστη κυλά μαζί του, αδιάκοπη.
Το μοναστήρι λειτουργεί μία ή δύο φορές τον χρόνο. Τη Λαμπρή Δευτέρα γίνεται μεγάλη πανήγυρη. Οι κάτοικοι πηγαίνουν με τα πόδια, τελείται Θεία Λειτουργία και στη συνέχεια γίνεται γιορτή με παραδοσιακή μουσική. Ο ιερέας αναφέρει ότι το κλειδί του ναού φυλάσσεται σε συγκεκριμένο φανερό σημείο. Εύκολα μπορεί κάποιος να ανοίξει και να προσκυνήσει.
«ΠΑΤΕΡ…ΕΓΩ ΜΙΛΗΣΑ ΕΔΩ ΜΕΣΑ. ΗΜΟΥΝ 11 ΧΡΟΝΩΝ»
Ο π. Βαγιανός περιγράφει στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» ένα ακόμη θαύμα: «Πριν από μερικά χρόνια στάθηκε στο κατώφλι του μοναστηριού ένας άνδρας γύρω στα εβδομήντα. Τα μάτια του βούρκωσαν πριν ακόμη μιλήσει. Κοίταξε τον ναό, τους τοίχους, τις παλιές αγιογραφίες και του είπε χαμηλόφωνα: ‘Πάτερ… εγώ μίλησα εδώ μέσα. Ημουν έντεκα χρονών όταν με έφερε η μάνα μου. Δεν μιλούσα. Με έφεραν στο μοναστήρι, έκαναν λειτουργία, κι εκείνη στάθηκε μπροστά στην Παναγία και προσευχήθηκε με όλη της την ψυχή. Της είπε με πόνο: “Παναγία μου, την Τουρκάλα την άφησες και μίλησε… ο γιος μου δεν θα μιλήσει;”. Η μάνα μου δεν φώναζε. Δεν απαιτούσε. Απλώς παρακαλούσε. Με εκείνη τη σιωπηλή δύναμη της μάνας που πονά για το παιδί της. Υστερα από δύο-τρεις ώρες, μέσα στον μικρό αυτόν ναό, άνοιξα το στόμα μου και μίλησα». Και επανέλαβε: «Εδώ μέσα. Εδώ έγινε».
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”














