Οι μαρτυρίες για θεραπείες και ανακούφιση ψυχών που υπέφεραν ενίσχυσαν τη φήμη του Αγ. Αντωνίου ως προστάτη και θεραπευτή των δοκιμαζομένων. Μάλιστα διασώζονται συγκλονιστικές περιγραφές δραματικών σκηνών που εκτυλίσσονταν στο ναό
Άνθρωποι βασανισμένοι προσέτρεχαν με πίστη αναζητώντας τη βοήθεια του Αγίου. Οι κάτοικοι της περιοχής θυμούνται πως συχνά άκουγαν από το εσωτερικό του ναού φωνές, κλάματα και προσευχές
Από τον ΣΩΤΗΡΗ ΛΕΤΣΙΟ
«Ο ναός του Αγίου Αντωνίου είναι μια πνευματική όαση στην έρημο της σύγχρονης μεγαλούπολης. Παρόλο ότι δεν αποτελεί πλέον την κύρια επιλογή για θεραπεία και ενίσχυση, πολλοί είναι αυτοί που συνεχίζουν να καταφεύγουν στον Αγιο -παράλληλα με τη φροντίδα των γιατρών- αναζητώντας θεία δύναμη και παρηγοριά για να αντιμετωπίσουν προσωπικά προβλήματα και προβλήματα υγείας».
Με αυτά τα τόσο περιεκτικά λόγια αναφέρεται μιλώντας στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» ο π. Χρυσόστομος Νάσσης, εφημέριος του Ι. Ναού Αγίου Αντωνίου που βρίσκεται στην πλατεία Ιπποδρομίου, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Ο εν λόγω ναός ανεγέρθη στις αρχές του 19ου αιώνα και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα δίκλιτης, κεραμοσκέπαστης βασιλικής. Από κατασκευαστικής πλευράς ο ναός έχει περάσει από τρεις φάσεις. Η τρίτη φάση-βάσει της οποίας διαμορφώθηκε ουσιαστικά η σημερινή μορφή του ναού- πραγματοποιήθηκε γύρω στο 1921. Η τελευταία σημαντική επισκευή έγινε κατά την περίοδο 1980-1982, λίγο μετά τον μεγάλο σεισμό της Θεσσαλονίκης το 1978. Έκτοτε έχουν πραγματοποιηθεί μόνο περιορισμένες επεμβάσεις λειτουργικού και αισθητικού χαρακτήρα, όπως η προσθήκη του εξωνάρθηκα, η αγιογράφηση του εσωτερικού και η συντήρηση του τέμπλου και των φορητών εικόνων, οι οποίες έγιναν με απόλυτο σεβασμό προς το μνημείο και σε συμμόρφωση με τις οδηγίες των αρμόδιων αρχών.
ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ
Ο ναός του Αγίου Αντωνίου από τις πρώτες στιγμές της λειτουργίας του υπήρξε σημείο αναφοράς για όσους δοκιμάζονται από ψυχικές ασθένειες και εσωτερικές πνευματικές ταραχές, αφού ως γνωστόν ο συγκεκριμένος άγιος θεωρείται προστάτης, βοηθός και θεραπευτής αυτών των ανθρώπων. Το ναό του Αγίου Αντωνίου είχε επισκεφθεί το 1859 ο Ρώσος λόγιος, κληρικός και περιηγητής Πορφύριος Ουσπένσκι, ο οποίος στα απομνημονεύματά του γράφει τα εξής: «Η εκκλησία αυτή χρησιμοποιείται ως ευλογημένο θεραπευτήριο για τους κατοίκους(…)Εκείνοι περνούν σ’ αυτήν μέρες και νύχτες, νηστεύοντες, ικετεύοντες, εξομολογούμενοι και κοινωνούντες· κοιμούνται δε στο δάπεδο απέναντι από τη θαυματουργή εικόνα του αγίου Αντωνίου(…)Κατά την πίστη τους συμβαίνουν ιάσεις ασθενών».
Από τις μαρτυρίες και τις προφορικές παραδόσεις διασώζονται περιγραφές δραματικών σκηνών που εκτυλίσσονταν στον ναό κατά το παρελθόν: άνθρωποι ταλαιπωρημένοι, ψυχικά και σωματικά καταπονημένοι, προσέτρεχαν με πίστη αναζητώντας τη βοήθεια του Αγίου. Οι κάτοικοι της περιοχής θυμούνται πως συχνά άκουγαν από το εσωτερικό του ναού φωνές, κλάματα και προσευχές: καταστάσεις συγκλονιστικές αλλά και βαθιά ανθρώπινες. Παράλληλα, διασώζονται μαρτυρίες για θεραπείες και ανακούφιση ψυχών που υπέφεραν, γεγονός που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη φήμη του Αγίου Αντωνίου ως προστάτη και θεραπευτή των ψυχικά δοκιμαζομένων.
Μετά από την ίδρυση της Α΄ Νευρολογικής και Ψυχιατρικής Κλινικής το 1943, η οποία εγκαταστάθηκε αρχικά στο Δημοτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, το σημερινό Νοσοκομείο «Ο Άγιος Δημήτριος» (και από το 2003 ως πανεπιστημιακή πλέον κλινική στο Νοσοκομείο Παπαγεωργίου), οι ψυχικώς πάσχοντες διαθέτουν πλέον μια επιστημονική και οργανωμένη πηγή υποστήριξης. Ως εκ τούτου ο ναός του Αγίου Αντωνίου δεν αποτελεί πλέον την κύρια επιλογή για θεραπεία και ενίσχυση.
ΤΟ ΤΕΜΠΛΟ
Ένα από τα στοιχεία που προσδίδουν ξεχωριστό χαρακτήρα στο εσωτερικό του ναού είναι το ξύλινο τέμπλο. Η σύνθεσή του είναι λιτή ωστόσο η κατασκευή του εντυπωσιάζει με τη ζωντάνια και την αρμονία της. Στη ζώνη κάτω από τις δεσποτικές εικόνες αναπτύσσονται διακοσμητικά μοτίβα, όπως φυτικό διάκοσμο και παραπετάσματα με κυρίαρχα χρώματα το λαδί, το κόκκινο, το ανοικτό πράσινο και το γαλάζιο. Οι κάθετοι κίονες που χωρίζουν τις δεσποτικές εικόνες είναι ζωγραφισμένοι σε απομίμηση πράσινου μαρμάρου και προσδίδουν στο τέμπλο μια διακριτική αλλά επιβλητική καλαισθησία. Οι δεσποτικές εικόνες του τέμπλου -και ειδικότερα εκείνες του Χριστού Παντοκράτορος, της Παναγίας Οδηγήτριας, του Τιμίου Προδρόμου και του Αγίου Αντωνίου η οποία χρονολογείται από το 1834- προέρχονται σύμφωνα με μαρτυρίες από το αγιογραφικό εργαστήριο των Γαλατσιάνων αγιογράφων του Αγίου Όρους.
Μια παλαιότερη εικόνα, η Παναγία «Γαλακτοτροφούσα» (1784), ανήκε αρχικά στον ναό του Αγίου Αντωνίου. Το 1916 με Βασιλικό Διάταγμα που εκδόθηκε εξαιτίας των πολεμικών συρράξεων και της πολιτικής αστάθειας της εποχής, η εικόνα μεταφέρθηκε μαζί με άλλες εικόνες και κειμήλια στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών. Από το 1994 φυλάσσεται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης. Το τέμπλο διαθέτει και δεύτερη ζώνη, με μικρότερες εικόνες του Δωδεκαόρτου και άλλων αγίων, ενώ επιστεγάζεται με εικόνες των δώδεκα Αποστόλων και με έναν υπέροχο ξυλόγλυπτο, εικονογραφημένο Εσταυρωμένο, πλαισιωμένο από τα Λυπητερά και φτερωτούς δράκοντες. Τα δε ξυλόγλυπτα βημόθυρα του τέμπλου ακολουθούν την ίδια τεχνική με τον Εσταυρωμένο.
Πνευματική παρηγοριά των αγωνιστών στην Κατοχή και το θαύμα της Παναγίας που έσωσε τη ζωή νεαρού αντιστασιακού
Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής στους χώρους του ναού έβρισκαν καταφύγιο αντιστασιακοί αγωνιστές, οι οποίοι για να προστατευθούν από το άγρυπνο βλέμμα των κατακτητών κρυβόντουσαν προσωρινά μαζί με τους ψυχικά πάσχοντες. «Ο ναός λειτούργησε όχι μόνο ως τόπος προσευχής και πνευματικής παρηγοριάς αλλά και ως καταφύγιο αλληλεγγύης και ελπίδας, φωτίζοντας τις σκοτεινές ημέρες της Κατοχής με τη δύναμη της πίστης και της ανθρώπινης αλληλοβοήθειας» υπογραμμίζει ο π. Χρυσόστομος και αναφέρεται στην εικόνα της της Παναγίας «Διασώζουσας», η οποία συνδέεται με ένα θαύμα που συνέβη το 1942. Σημειωτέον ότι η εικόνα αυτή μαζί με εκείνη του Αγίου Αντωνίου φυλάσσονται σήμερα εντός του ναού. Επίσης, η εικόνα της Παναγίας «Διασώζουσας» τιμάται κατά την εορτή της Αγίας Σκέπης στις 28 Οκτωβρίου, ενώ στην εικόνα έχει προστεθεί ασημένιο πουκάμισο-δωρεά της οικογένειας Αγαπητού από την Καβάλα η οποία έγινε τον Μάρτιο του 1946.
Πρωταγωνιστής σε εκείνο το θαύμα της Παναγίας ήταν ο νεαρός αντιστασιακός Ζιώγας Αγαπητός, που είχε καταταγεί στον Ελληνικό Στρατό και συνεργαζόταν με τις συμμαχικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή. Αυτός είχε σταλεί δύο φορές στη Μακεδονία (στη Θεσσαλονίκη, τη Βέροια, τη Νιγρίτα και τη Χαλκιδική) με τις ιδιότητες του σαμποτέρ και του κατασκόπου. «Κατά την πρώτη του αποστολή στη Θεσσαλονίκη, τον Σεπτέμβριο του 1942, το κρησφύγετό του προδόθηκε. Στη συμπλοκή που ακολούθησε με τη Γκεστάπο σκοτώθηκε ο ασυρματιστής του, ενώ ο Ζιώγας κατόρθωσε να διαφύγει» σημειώνει ο π. Χρυσόστομος και συνεχίζει την αφήγησή του για αυτό το συγκλονιστικό περιστατικό: «Καταδιωκόμενος προσέτρεξε και κατέφυγε ευθύς στον ναό του Αγίου Αντωνίου ζητώντας βοήθεια από τον εφημέριο π. Παρθένιο.
Εκείνος τον έκρυψε πίσω από την εικόνα της Παναγίας, η οποία βρισκόταν πλάι στο δεξιό αναλόγιο, δίπλα στο τέμπλο. Όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στον ναό άρχισαν να ερευνούν εξονυχιστικά τον χώρο. Παρά τις επίμονες έρευνες, την ανάκριση του π. Παρθένιου και τον σχολαστικό έλεγχο, ο Ζιώγας παρέμεινε αθέατος προστατευμένος κάτω από τη σκέπη της Παναγίας. Αφού αποχώρησαν από τον ναό οι Γερμανοί, ο π. Παρθένιος και ο Ζιώγας, με βαθιά συγκίνηση και δοξολογία για το τελεσθέν θαύμα ευχαρίστησαν γονυπετείς την Παναγία. Ο νεαρός αντίκρισε την ιερή εικόνα καταϊδρωμένη σαν να είχε καταβάλει η Παναγία σωματικώς υπεράνθρωπη προσπάθεια για να τον προστατεύσει. Το ίδιο βράδυ όταν επικράτησε ησυχία στην περιοχή, ο Ζιώγας επισκέφθηκε τη μητέρα και τα αδέλφια του, που ζούσαν στο κέντρο της πόλης. Λίγο αργότερα αναχώρησε λαθραία για τις Καλύβες Πολυγύρου, όπου τον έκρυψε ο συμμαθητής του από τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, Δημήτρης Παλαμίδης, σε παραθαλάσσιο αγρόκτημα. Εκεί έμεινε περίπου δέκα ημέρες, ώσπου τελικά αναχώρησε με υποβρύχιο για το Κάιρο συνεχίζοντας το έργο της Αντίστασης».
Η ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ
Ο ναός συντηρείται συστηματικά χάρη στη φροντίδα και αγάπη των πιστών που εκκλησιάζονται σ’ αυτόν, των κατά καιρούς εφημερίων και -πιο πρόσφατα- των εκάστοτε ηγουμένων της Ιεράς Μονής Αγίας Θεοδώρας μετά την υπαγωγή του ναού ως μετοχικού παρεκκλησίου της Μονής από τον μακαριστό Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα Α΄(1951–1968). Σήμερα, ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίας Θεοδώρας είναι ο αρχιμανδρίτης π. Βαρνάβας Γιάγκου, ο οποίος συνεχίζει με συνέπεια το έργο των προκατόχων του διατηρώντας ζωντανή την λειτουργική παράδοση και την πνευματική μαρτυρία που χαρακτηρίζουν τον ναό: «Ως προς τη στατική του επάρκεια αλλά και ως προς τη λειτουργικότητά του ο ναός του Αγίου Αντωνίου βρίσκεται σήμερα σε εξαιρετικά καλή κατάσταση» τονίζει ο π. Χρυσόστομος και καταλήγει: «Σοβαρά προβλήματα δεν υπάρχουν, γεγονός που, βεβαίως, δεν είναι αυτονόητο για έναν ιστορικό μεταβυζαντινό ναό. Προς το παρόν δεν υπάρχουν σχέδια για σημαντικές ανακαινιστικές εργασίες ούτε στο κτίσμα ούτε στο εσωτερικό του ναού, καθώς κάτι τέτοιο δεν κρίνεται απαραίτητο. Ενδέχεται, ωστόσο, να γίνουν ορισμένες μικρές παρεμβάσεις στον αύλειο χώρο, κυρίως στο βόρειο τμήμα της αυλής, με στόχο την ανάδειξη του ιδιαίτερου χαρακτήρα του περιβάλλοντος του ναού».
ΤΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ
Σήμερα στον χώρο νοτίως του ναού στεγάζεται το «Οικοτροφείο του Αγίου Αντωνίου», όπου φιλοξενούνται φοιτητές από την Ελλάδα και το εξωτερικό που σπουδάζουν στα ανώτατα ιδρύματα της πόλης. Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Φιλόθεος, σε συνεργασία με τον ηγούμενο π. Βαρνάβα και τους συνεργάτες τους, έχουν θέσει σε εξέλιξη ένα σχέδιο πλήρους ανακαίνισης του οικοτροφείου, ώστε οι φοιτητές που διαμένουν εκεί να απολαμβάνουν έναν χώρο φιλόξενο, σύγχρονο και λειτουργικό σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα.
ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕ ΚΑΙ ΩΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΟ
Ο ναός του Αγίου Αντωνίου λειτούργησε και ως εκπαιδευτήριο της περιοχής κατά την Τουρκοκρατία-κάτι που δεν είναι ευρύτερα γνωστό. Το στοιχείο αυτό τεκμαίρεται έμμεσα από τη μαρτυρία του Πορφυρίου Ουσπένσκι, ενώ επιβεβαιώνεται σαφώς μέσα από αναφορά σε Πατριαρχικό κώδικα του 1832, όπου ο ναός χαρακτηρίζεται ως «σχολειακή εκκλησία». Διασώζεται μάλιστα και το «Κατάστιχον της Ελληνικής Σχολής Θεσσαλονίκης (1825–1844)», γνωστό και ως «Κώδικας του Αγίου Αντωνίου», το οποίο περιλαμβάνει πληροφορίες για την εκπαίδευση του υπόδουλου γένους. Ως ενδεικτικό παράδειγμα μπορούμε ν’ αναφέρουμε ότι σύμφωνα με τον «Κώδικα» από τα 1.943,4 γρόσια -που εισέπραξε το 1825 η Επιτροπή της Ελληνικής Σχολής Θεσσαλονίκης- τα 1.578,1 προήλθαν από τα εισοδήματα του ναού του Αγίου Αντωνίου. Παρόμοιες αναφορές απαντούν και σε άλλες πηγές της εποχής, γεγονός που καταδεικνύει τη σημαντική συμβολή του ναού στη διατήρηση και ενίσχυση της ελληνικής παιδείας στην περιοχή.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”














