Από τον ΓΙΑΝΝΗ ΖΑΝΝΗ*
Την 1η Νοεμβρίου η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Οσίου Δαβίδ του Γέροντος του εν Εύβοια. Ενός μεγάλου θαυματουργού Οσίου, που έζησε στα ζοφερά χρόνια των αρχών της Τουρκοκρατίας.
Ο Οσιος είχε λάβει από τον Θεό το χάρισμα των θαυμάτων και ενόσω ακόμη βρισκόταν στην επίγεια ζωή και μετά την εκδημία του.
Εδώ θα γίνει αναφορά σε τρία χαρακτηριστικά θαύματα από τα πολλά που επιτέλεσε προτού ακόμη αναχωρήσει για τη θριαμβεύουσα Εκκλησία.
Ο Οσιος Δαβίδ έζησε στις αρχές του 16ου αιώνα. Πατρίδα του ήταν η Γαρδινίτσα της Λοκρίδας και ήταν ένα από τα τέσσερα παιδιά του ιερέα Χριστοδούλου και της πρεσβυτέρας Θεοδώρας. Ηδη από την ηλικία των τριών ετών φάνηκε η ξεχωριστή χάρη και η κλήση που είχε από τον Θεό, όταν, έπειτα από ουράνια οπτασία, ακολούθησε τον Τίμιο Πρόδρομο σε κάποιο ξωκκλήσι του χωριού του και έμεινε εκστατικός για έξι μερόνυχτα μπροστά στην εικόνα του, ώσπου τον βρήκαν οι γονείς του.
Σε ηλικία 15 ετών, με την ευχή των γονέων του, ακολούθησε τον ιερομόναχο Ακάκιο, σαν υποτακτικός του, αρχικά στο μοναστήρι του στη Μαγνησία, όπου σύντομα κέρδισε την εκτίμηση και τον σεβασμό των συνασκητών του για την ταπείνωση, την υπακοή, την ευλάβεια και την προς πάντας αγάπη του. Κυρίως όμως για τη σοφία και τη σύνεσή του, που υπερέβαιναν κατά πολύ την ηλικία του και εξαιτίας τους από τότε τον αποκαλούσαν γέροντα. Η προσωνυμία αυτή τον συνόδευσε ως την αιωνιότητα: Οσιος Δαβίδ ο Γέρων.
Οταν ο γέροντάς του ψηφίστηκε Επίσκοπος Ναυπάκτου, χειροτόνησε τον μαθητή του εις πρεσβύτερον και τον πρότεινε και για Αρχιερέα, αλλά ο Οσιος αρνήθηκε. Με παρακίνηση των προκρίτων της περιοχής, που διέκριναν τις αρετές του Αγίου Δαβίδ, του ανατέθηκε από τον Επίσκοπο η ηγουμενία της (ανδρικής τότε) Μονής της Παναγίας της Βαρνάκοβας. Αναδείχθηκε πρότυπο πνευματικού πατέρα, αλλά πικραμένος από την αδιόρθωτη συμπεριφορά κάποιων μοναχών, παρά τις νουθεσίες του, αναχώρησε για το όρος του Στειρίου, μεταξύ Ελικώνα και Παρνασσού, όπου ίδρυσε ένα μικρό ησυχαστήριο. Ομως η φήμη του έγινε γνωστή και άρχισαν να συρρέουν μοναχοί.
Κατηγορήθηκε ότι βοήθησε στη φυγάδευση κάποιων δούλων ενός Τούρκου αγά της περιοχής, συνελήφθη, βασανίστηκε και κλείστηκε στη φυλακή, ώσπου οι χριστιανοί κατέβαλαν ένα σημαντικό ποσό στους Τούρκους και τον απελευθέρωσαν.
Ομως η παραμονή του στον τόπο εκείνο καθίστατο πλέον προβληματική. Ετσι, οδηγούμενος από το Αγιο Πνεύμα, έφτασε στην παραλία της Αταλάντης.
Στην παραλία της Αταλάντης, ο Οσιος Δαβίδ παρακάλεσε κάποιον βαρκάρη να τον περάσει απέναντι, στην Εύβοια. Εκείνος όμως, βλέποντας το τριμμένο ράσο και την όλη ταπεινή εμφάνιση του Οσίου, τον αντιπαρήλθε απαξιωτικά. Χωρίς καθόλου να παραπονεθεί ο Οσιος, έβγαλε το τριμμένο του ράσο, το άπλωσε στην επιφάνεια της θάλασσας και κάνοντας το σημείο του Σταυρού, αφού προσευχήθηκε, ανέβηκε στο ράσο και άρχισε να πλέει στην επιφάνεια της θάλασσας.
Δέος και έκσταση κυρίευσαν τον βαρκάρη, που κατάλαβε το λάθος του. «Αυτός ο καλόγερος είναι Αγιος κι εγώ δεν τον βοήθησα να περάσει απέναντι!» μονολόγησε. Και άρχισε να φωνάζει ικετευτικά στον Οσιο Δαβίδ:
«Ελα, παππού μου! Ελα, παππού, να σε περάσω απέναντι!».
Ο Αγιος γύρισε προς το μέρος του, τον ευλόγησε και συνέχισε το ταξίδι του, ώσπου βγήκε στην παραλία των Ροβιών, στη βόρεια Εύβοια.
Δεκαέξι χιλιόμετρα από τις Ροβιές και 22 από τη Λίμνη, στις πλαγιές του όρους Καβαλλάρης, ανάμεσα στα χωριά Δρυμώνας και Καλαμούδι, ήταν το σημείο όπου επέλεξε ο Οσιος (θείω Πνεύματι κινούμενος) για να κτίσει το μοναστήρι του. Για την ακρίβεια εκεί υπήρχε μια ερειπωμένη εκκλησιά, αφιερωμένη στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Επέλεξε αρχικά να μείνει εκεί ως ησυχαστής, διαμένοντας σε μία σπηλιά και επιδιδόμενος στην προσευχή και την πνευματική άσκηση.
Μολονότι, όμως, επεδίωξε και πάλι την αφάνεια, η φήμη της αρετής του σύντομα εξαπλώθηκε και πάλι παντού, αφού, κατά τον αψευδή λόγο του Σωτήρος, «οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη».
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”














