Μοναδικά εκθέματα, όπως εικόνες από τον 16ο έως τον 19ο αι., άμφια, αργυρά λειτουργικά σκεύη, ξυλόγλυπτα τμήματα τέμπλων και βιβλία, φιλοξενούνται στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της Σιάτιστας
Από τον ΣΩΤΗΡΗ ΛΕΤΣΙΟ
Η πόλη της Σιάτιστας, της πρωτεύουσας του δήμου Βοΐου στο Νομό Κοζάνης, χαρακτηρίζεται από απαράμιλλη ομορφιά. Η αρχιτεκτονική της, οι βυζαντινές της εκκλησίες, τα γραφικά σοκάκια, τα μοναδικά αρχοντικά και τα εκπαιδευτήρια -κτίσματα που οικοδομήθηκαν χάρη στη γενναιοδωρία όσων καταγόμενοι από την Σιάτιστα προόδευαν στις παροικίες του εξωτερικού- συμβάλλουν στο να αναδεικνύεται η ατμόσφαιρα και η ιστορία μιας άλλης, διαφορετικής από τη σημερινή, εποχής. Μέσα σ’ αυτό το ιδιαίτερο πολιτιστικό πλαίσιο εντάσσεται και το Εκκλησιαστικό Μουσείο της Ιεράς Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης, το οποίο στεγάζεται σε ιδιόκτητο κτίριο της Μητρόπολης και οικοδομήθηκε τη δεκαετία του 1980 στον αύλειο χώρο του επισκοπικού μεγάρου. Το μουσείο προσφέρει στους επισκέπτες ένα αλησμόνητο ταξίδι στην ιστορία της βυζαντινής τέχνης μέσα από τα πολύτιμα και σπάνια εκθέματα που διαθέτει. Συγχρόνως το εν λόγω μουσείο επιτελεί και έναν άλλο ρόλο, αφού συμβάλλει στην εξοικείωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού με την ατμόσφαιρα της εκκλησιαστικής ζωής.
Η συλλογή του Μουσείου περιλαμβάνει εικόνες από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα, ιερά άμφια, αργυρά λειτουργικά σκεύη μικροτεχνίας, λειτουργικά άμφια, ξυλόγλυπτα τμήματα τέμπλων (ένα δείγμα εξαιρετικής τεχνικής της κατεργασίας του ξύλου) αλλά και βιβλία (χειρόγραφα και έντυπα), τα οποία έχουν συγκεντρωθεί επιμελώς από τους ναούς της πόλης και τα μοναστήρια της ευρύτερης περιοχής. Η περιδιάβαση στους φιλόξενους χώρους του μουσείου μας επιτρέπει να θαυμάσουμε αφενός τα εκθέματα, αλλά και να γνωρίσουμε το ρόλο που διαδραμάτισε η Σιάτιστα στην πολιτιστική ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής και στην ανάδειξη της παράδοσης του ελληνισμού. Περιδιαβαίνοντας στο εσωτερικό του μουσείου έχουμε την ευκαιρία να λάβουμε πληροφορίες για το παρελθόν του ελληνισμού στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας και να κατανοήσουμε τόσο τις δημιουργίες αλλά και το περιβάλλον του 16ου αιώνα, όπου τότε άνθησε ένα μέρος της βυζαντινής τέχνης.
Παρόλο ότι το σκοτάδι της Τουρκοκρατίας είχε πέσει βαρύ πάνω από τον ελληνισμό, η οικονομική ζωή του τόπου συνεχιζόταν δραστήρια και παραγωγική ανοίγοντας νέους ορίζοντες στις αναζητήσεις του ελληνικού στοιχείου. Τον 16ο αιώνα λοιπόν συνάπτονταν οι πρώτες παραγγελίες από εργαστήρια, τα οποία βρίσκονταν σε μη τουρκοκρατούμενες περιοχές. Οι επαφές των χορηγών και των δωρητών της ορεινής και δυσπρόσιτης Σιάτιστας με τον καλλιτεχνικό κόσμο, οι οποίοι εργάζονταν ξεδιπλώνοντας το ταλέντο τους στα Επτάνησα και στη Βενετία, υποβοηθούνταν από τις εμπορικές συναλλαγές που διεξάγονταν σε καθεστώς σχετικής ελευθερίας. Η αδιαμφισβήτητη ποιότητα των επιλεγμένων ζωγράφων μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε το επίπεδο της πνευματικής καλλιέργειας των ανθρώπων, οι οποίοι αναλάμβαναν να φέρουν εις πέρας τέτοιες παραγγελίες. Την περίοδο εκείνη μπορεί να μην υπήρχε ακόμη ο οικισμός της Σιάτιστας, όμως ο ευρύτερος επισκοπικός χώρος με έδρα το Σισάνι λειτουργούσε και είχε στη δικαιοδοσία του μια μεγάλη περιοχή με εκκλησίες και ενορίες, οι οποίες είχαν άμεση εξάρτηση από την Αρχιεπισκοπή Αχρίδας.
Τα εικονογραφικά θέματα, οι καλλιτεχνικές επιρροές και οι εικόνες κρητικής νοοτροπίας
Παρατηρώντας δείγματα από τα εκθέματα του μουσείου έχουμε τη δυνατότητα να αξιολογήσουμε τον τρόπο με τον οποίον ήταν διακοσμημένοι οι περισσότεροι μεταβυζαντινοί ναοί της περιοχής. Η επιλογή συγκεκριμένων και ειδικών εικονογραφικών θεμάτων φανερώνει την υποβόσκουσα πνευματική και καλλιτεχνική επιρροή. Ιδιαίτερης σημασίας για την πόλη της Σιάτιστας είναι η παρουσία ορισμένων εικόνων κρητικής τεχνοτροπίας φτιαγμένες κατά την διάρκεια του 16ου αιώνα, οι οποίες πιθανόν ήταν παραγγελίες τοπικών αρχόντων. Στη συλλογή του Μουσείου δύο είναι οι εικόνες που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία: Η Παναγία η Οδηγήτρια και ο ύμνος «Επί σοι χαίρει». Η πρώτη είναι ανυπόγραφη και η τεχνοτροπία της παραπέμπει στα πρωιμότερα έργα της κρητικής τέχνης (πρώτο μισό του 16ου αιώνα), ενώ η δεύτερη αποδίδει τον ύμνο που ψάλλεται στη λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων -και αυτή φιλοτεχνημένη στα τέλη 16ου αιώνα. Η εικόνα αυτή παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με μια εικόνα που υπάρχει στη Μονή Σινά και με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία συνάγεται το συμπέρασμα, ότι η ανυπόγραφη αυτή εικόνα είναι έργο του Γεωργίου Κλόντζα. Στη δεύτερη ενότητα του μουσείου εκτίθενται εικόνες και από τον 17ο αιώνα. Σε αυτές περιλαμβάνονται η εικόνα της Παναγίας ένθρονης βρεφοκρατούσας, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και της Αγίας Παρασκευής με σκηνές από τον βίο της. Όλες οι παραπάνω προέρχονται από το τέμπλο του καθολικού της Ιεράς Μονής της Αγίας Παρασκευής Δομαβιστίου.
ΟΙ ΑΦΙΕΡΩΣΕΙΣ
Προχωρώντας στο υπόλοιπο τμήμα του μουσείου μπορούμε να θαυμάσουμε τρεις εικόνες από το ναό του Αγίου Νικολάου Σιάτιστας. Η πρώτη αναπαριστά την αποτμημένη κεφαλή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, η δεύτερη την Αγία Παρασκευή και η τρίτη τους Αγίους Κοσμά και Δαμιανό. Ενδιαφέρον επίσης, παρουσιάζουν οι αφιερώσεις στη δεύτερη και στην τρίτη εικόνα, που αποτελούν «Δέηση του δούλου του Θεού κυρίου Πάικου και της συνοδείας αυτού». Είναι γνωστό ότι τον 17ο αιώνα στη Σιάτιστα ζούσε και δραστηριοποιείτο επαγγελματικά η οικογένεια Πάικου, η οποία διέπρεπε στον τομέα του διαμετακομιστικού εμπορίου.
Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει και η ενότητα με την εικόνα του Χριστού ένθρονου όπως και η εικόνα, που έχει ως θέμα της την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Φέρει την υπογραφή του Θεόδωρου Πουλάκη και προέρχεται από τον ναό της Αγίας Παρασκευής στη Σιάτιστα. Στον ίδιο ναό υπάρχουν και άλλες εικόνες της κρητικής σχολής, οι οποίες ωστόσο δεν είναι ενυπόγραφες. Η τρίτη ενότητα περιλαμβάνει εικόνες του 18ου και του 19ου αιώνα. Μια από αυτές είναι και η εικόνα του Αγίου Παρθενίου Λαμψάκου, ο οποίος αναπαρίσταται φορώντας αρχιερατικό ένδυμα και μήτρα. Εκτός από τα ξυλόγλυπτα υπάρχουν επίσης και τρεις κλειστές, κρυστάλλινες προθήκες, μέσα στις οποίες έχουν τοποθετηθεί λειτουργικά άμφια -τα οποία είχαν χρησιμοποιηθεί ως καλύμματα τιμίων δώρων- αργυρά αντικείμενα όπως και βιβλία (κώδικες και κατάστιχα).
Η ΔΥΤΙΚΟΤΡΟΠΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΜΠΑΡΟΚ ΜΕ ΕΚΕΙΝΗ ΤΩΝ ΜΑΣΤΟΡΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ
Από τα εκθέματα του μουσείου συνάγονται συμπεράσματα και για την τεχνοτροπία με την οποία φιλοτεχνήθηκαν τα περισσότερα των έργων, τα οποία φιλοξενούνται στο Εκκλησιαστικό Μουσείο Σιάτιστας. Είναι σημαντική η διαπίστωση πως σε πολλές περιπτώσεις συνυπήρχαν η δυτικότροπη τεχνική του ευρωπαϊκού μπαρόκ με εκείνη των μαστόρων από την Ήπειρο. Τα έργα μικροτεχνίας που εκτίθενται εκπροσωπούν κατά κάποιο τρόπο και τις διάφορες καλλιτεχνικές τάσεις των εποχών κατά τις οποίες αυτά δημιουργήθηκαν.
Το πιο αξιόλογο είναι ένα κάλυμμα Ευαγγελίου, το οποίο φιλοτεχνήθηκε ως αφιέρωμα του Κυριάκου Αδάμου και συνοδεύεται από τυπωμένο κείμενο του 1590. Ο τρόπος επεξεργασίας των μορφών στις σκηνές που παρουσιάζονται, φανερώνει τη γνώση του καλλιτέχνη τόσο της εικονογραφίας όσο και της φύσης του υλικού. Η κεντητική τέχνη εκπροσωπείται από διάφορα λειτουργικά άμφια, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως καλύμματα των τιμίων δώρων. Προέρχονται από το ίδιο εργαστήρι και τα έχει φιλοτεχνήσει το ίδιο χέρι. Η εικονογραφία των παραστάσεων έχει σχέση με δυτικά πρότυπα, τα οποία παρατηρήθηκαν κυρίως στα Επτάνησα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συλλογή τυπωμένων βιβλίων και χειρογράφων της Μητρόπολης με πιο αντιπροσωπευτικό τον κώδικα του Ζωσιμά και ορισμένων δερματόδετων χειρογράφων με θεολογικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο. Τα περισσότερα βιβλία έχουν τυπωθεί στη Βενετία και την Κωνσταντινούπολη σε γνωστά τυπογραφεία του 17ου και 18ου αιώνα.
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”















