Από τον ΣΩΤΗΡΗ ΛΕΤΣΙΟ*
Συμπληρώνονται φέτος 180 χρόνια από τότε που έγιναν οι πρώτες φωτογραφήσεις στο Αγιο Ορος. Η δραστηριότητα αυτή συνέβαλε αφενός στην απαθανάτιση -για πρώτη φορά στα χρονικά- της ζωής και του έργου των μοναχών αλλά και στη γνωστοποίησή της ως μια καινούργια τέχνη, που άνοιγε νέους δρόμους για να διαβεί μέσω αυτής η ανθρωπότητα.
ΠΙΟΤΡ ΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝΟΦ: Η αρχή έγινε λοιπόν το μακρινό 1846, όταν επισκέφθηκε την μοναστική πολιτεία του Όρους ο εκ Ρωσίας στρατιωτικός Πιότρ Σεμπαστιάνοφ, ο οποίος χρησιμοποίησε -εκπλήσσοντας φυσικά τους πάντες γύρω του- την πρωτόγονη για τα σημερινά δεδομένα τεχνική της δαγκεροτυπίας. Επρόκειτο δηλαδή για τη διαδικασία παραγωγής με την παράθεση των χάλκινων πλακών σε ιώδιο, ενώ στη συνέχεια η εμφάνιση της εικόνας γινόταν με την έκθεση της πλάκας σε υδράργυρο θερμαινόμενο σε θερμοκρασία 75 βαθμών Κελσίου! Οι δαγκεροτυπίες δεν ήταν δυνατόν να αναπαραχθούν σε αντίγραφα -και ούτε φυσικά να διατηρηθούν σε άρτια κατάσταση- ο δε Σεμπαστιάνοφ πραγματοποίησε και νέα επίσκεψη στο Όρος το 1858 -αυτή την φορά καλύτερα οργανωμένος- προκειμένου να συνεχίσει το έργο της φωτογραφικής καταγραφής.
ΕΡΝΕΣΤ ΝΤΕ ΓΚΑΡΑΝΖΑ: Με βάση τα όσα αναφέρει ο Αλκης Ξανθάκης στο βιβλίο του σχετικά με την ιστορία της φωτογραφίας στο Άγιο Όρος, τέσσερα χρόνια νωρίτερα από την δεύτερη επίσκεψη του Σεμπαστιανόφ, το 1854, πάτησε το πόδι του στο Άγιον Όρος ο Γάλλος μηχανικός Ερνέστ Ντε Γκαρανζά. Αυτός ενδιαφέρθηκε να κάνει φωτογραφικές λήψεις έχοντας ως κύριο θέμα την εξωτερική όψη των μοναστηριών. Μέρος αυτών των φωτογραφιών παρουσιάστηκαν αργότερα στην Έκθεση Βιομηχανικών Τεχνών στις Βρυξέλλες και μάλιστα απέσπασαν εγκωμιαστικές κριτικές από τους επισκέπτες της έκθεσης αλλά και από τις εφημερίδες της εποχής. Και αυτό συνέβη επειδή ποτέ άλλοτε έως τότε δεν είχαν οι Ευρωπαίοι την ευκαιρία να γίνουν αποδέκτες μέσω του φωτογραφικού υλικού του αγιορείτικου πολιτισμού και του πνεύματος της ελληνικής ορθοδοξίας. Κομβικής σημασίας για την εξέλιξη της φωτογραφικής τέχνης στην χερσόνησο του Άθω υπήρξε ασφαλώς η δεκαετία του 1870, επειδή τότε στήθηκε το πρώτο υποτυπώδες φωτογραφικό εργαστήρι που είχε την έδρα του στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος, ενώ μετά την πάροδο κάποιων μηνών λειτούργησε παρόμοιο εργαστήριο και στην ρωσική σκηνή του Αγίου Ανδρέα στις Καρυές.
Ο ΒΡΕΤΑΝΟΣ ΡΙΛΕΥ: Τα χρόνια περνούσαν και όλο και περισσότεροι μοναχοί εξοικειώνονταν με τη φωτογραφία, μερικοί δε εξ αυτών αποκτώντας τις σχετικές γνώσεις ασχολούνταν με αυτή πιο συστηματικά. Στις αρχές του 1883 επισκέφθηκε το Όρος ο βρετανός φωτογράφος Ρίλευ, ο οποίος αφού περιηγήθηκε σε σκήτες και μονές αποτύπωσε με τη μηχανή του στιγμές του μοναστικού βίου.
ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ & ΣΚΑΠΕΡΔΑΣ: Προς τα τέλη του 19ου αιώνα -και συγκεκριμένα το 1888- ξεκίνησε να λειτουργεί στις Καρυές το φωτογραφικό εργαστήρι του κελιού του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ενώ εκείνη την περίοδο άρχισαν να καταφθάνουν και Ελληνες φωτογράφοι, οι οποίοι αποζητούσαν να καταγράψουν με τον φακό τους καινούργια θέματα και συγχρόνως να εμβαπτιστούν στην πνευματική παρακαταθήκη της μοναστικής πολιτείας. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν ο γνωστός φωτογράφος από τον Βόλο Στέφανος Στουρνάρας αλλά και ο Κωνσταντίνος Σκαπέρδας, ο οποίοι παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα εκεί αναπτύσσοντας σημαντική φωτογραφική δράση.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ: Λίγο πριν την έλευση του 20ου αιώνα βρέθηκε στο Άγιο Όρος και ο καταγόμενος από τα Γιάννενα φωτογράφος Γεώργιος Πανταζίδης, ο οποίος αποτύπωσε με σχολαστική προσοχή όχι μόνο τους επιβλητικούς όγκους των μοναστηριών, αλλά έστρεψε με τον ίδιο ζήλο την προσοχή του τόσο στα ιερά κειμήλια και στις βιβλιοθήκες των μονών όσο και στην ρεαλιστική αποτύπωση των γεροντικών και σεπτών μορφών, που εγκαταβιούσαν στις μονές και στα ασκηταριά. Ανεκτίμητης αξίας είναι και οι φωτογραφικές καταγραφές τις οποίες άφησε την ίδια εποχή ως παρακαταθήκη και ο ιερομόναχος Στέφανος, ο οποίος διατηρούσε φωτογραφείο στις Καρυές με την ονομασία «Ο Αθως». Αξίζει να επισημανθεί ότι στα τέλη της δεκαετίας του΄20 μέρος από τις δικές του φωτογραφίες περιλαμβάνονταν στο βιβλίο με τίτλο: «Λεύκωμα του Αγίου Ορους», που εκδόθηκε στην Γερμανία και γνώρισε μεγάλη απήχηση.
Το ιδιαίτερο ταλέντο και τα μυστικά της τέχνης του μοναχού Προκόπιου Καρυώτη
Ξεχωριστή αναφορά ασφαλώς και θα πρέπει να γίνει για τον μοναχό Προκόπιο Καρυώτη, ο οποίος συγχρόνως με την ιερή διακονία καλλιέργησε και το ταλέντο του στις τέχνες. Θεωρείται μάλιστα από πολλούς ως ο σημαντικότερος φωτογράφος του Άγιου Όρους. Γεννήθηκε το 1845 στον Πολύγυρο της Χαλκιδικής και ονομαζόταν Παραδείσης Γαγάς. Εισήλθε στο Άγιο Όρος το 1863 και έλαβε τη μοναχική κουρά στο κελί του Αγίου Νικολάου στις Καρυές, το οποίο βρίσκεται στον κεντρικό δρόμο που ενώνει τις Καρυές με την Δάφνη. Σπούδασε τόσο την βυζαντινή μουσική όσο και την αγιογραφία.
Ως προς τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Προκόπιου βαρύνουσας σημασίας είναι τα όσα είχε γράψει για αυτόν ο αρχιμανδρίτης Χριστόφορος Κτενάς το 1930: «Ο πατέρας Προκόπιος είναι γνωστός ως φωτογράφος σε πολλούς Ευρωπαίους μελετητές, στους οποίους έστελνε, κατόπιν αιτήματός τους, φωτογραφίες διαφόρων χειρόγραφων. Εμαθε τα μυστικά αυτής της τέχνης από παλαιότερους αγιορείτες, από τον πρώτο φωτογράφο του Αγίου Όρους, τον Θεόδωρο Ραιδεστίνο, και τελειοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη κοντά στον Κωνσταντίνο Σοφιανό».
ΠΟΡΤΡΕΤΑ
Εχουν διασωθεί πολλές φωτογραφίες και αρνητικά σε γυαλί του Προκόπιου καθώς και ο μουσαμάς που χρησιμοποιούσε ως φόντο -με τη βοήθεια του οποίου τραβούσε υπέροχα πορτρέτα μοναχών και λαϊκών. Οι ευρύχωρες και φωτεινές βεράντες του κελιού του αποτελούσαν κατάλληλοι χώροι, έτσι ώστε να βγάζει αυτός τις υπέροχες φωτογραφίες του. Ο Προκόπιος φωτογράφιζε μέχρι και λίγο πριν τον θάνατό του το 1932. Από τις πηγές και το φωτογραφικό υλικό που έχει διασωθεί προκύπτει τεκμηριωμένα το συμπέρασμα, ότι ο Προκόπιος δραστηριοποιήθηκε σε όλους τους τομείς της φωτογραφικής τέχνης. Ανάμεσα στο πλούσιο έργο του διακρίνουμε πορτρέτα μοναχών και λαϊκών, απεικονίσεις εκκλησιαστικών λειτουργιών, κτιρίων, αντίγραφα χειρόγραφων και ιερών αντικειμένων κ.α. Εκτός από την φωτογραφία παρήγαγε αξιόλογο έργο και στη τέχνη της αγιογραφίας, την οποία διδάχθηκε από τον μοναχό Άνθιμο, πρώην Εσφιγμενίτη. Μαζί με αυτόν αλλά και με τον Νεόφυτο είχαν δημιουργήσει ένα αγιογραφικό εργαστήριο, όπου εκεί φιλοτέχνησαν περίπου 4.000 εικόνες τις οποίες έστελναν κυρίως στη Ρωσία.
Αποτιμώντας την προσωπικότητα και την προσφορά του Προκόπιου ο ιερομόναχος Χριστόφορος Κτενάς είχε πει μεταξύ άλλων και τα εξής: «Ο πατήρ Προκόπιος δεν είναι μόνον καλλιτέχνης άριστος, αλλά και μοναχός εκ των μάλα ενάρετων, άτε ουδέποτε ραδιουργών τινα, ουδέ διαβάλλων, ουδέ συκοφαντών, ουδέ αδικών, ουδέ άλλως πως βλάπτων, αλλά τοις πάσι τα πάντα συγχωρών και υπέρ πάντων ευχόμενος, και τους πάντας ειλικρινώς αγαπών και βοηθών».
ΕΜΠΝΕΥΣΤΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΦΩΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΕΒΑΣΜΙΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο Αγιον Ορος βρέθηκε ο Άγγελος Σεραϊδάρης που αφού περιηγήθηκε σε μονές και σκήτες κατέγραψε σε ασπρόμαυρο φιλμ πολλές εικόνες από τον βίο των μοναχών. Κατά τα μεταπολεμικά χρόνια αυξήθηκε το ενδιαφέρον τόσο των πιστών όσο και των πρωτοπόρων εκφραστών της φωτογραφικής τέχνης για την μοναστική κοινότητα του Άθωνα. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να επισκέπτονται συχνά το «Περιβόλι της Παναγίας» και να μελετούν το υπερβατικό και στοχαστικό τοπίο του Όρους σπουδαίοι δεξιοτέχνες της φωτογραφικής μηχανής όπως ήταν π.χ ο Σπύρος Μελετζής, ο Κώστας Μπαλάφας κ.α. Αρκετοί ήταν επίσης και οι αλλοδαποί φωτογράφοι που έσπευσαν επιτόπου για να εμπνευστούν από το αγιορείτικο φως και τις σεβάσμιες μορφές των γερόντων. Μεταξύ αυτών ήταν ο Αυστριακός καθηγητής της φωτογραφίας Γκέρχαρντ Τρούμλερ, ο Ελβετός Φρεντ Μπουασονά, ο Γάλλος Αντουάν Μπον, ο καθολικός ιερομόναχος Χρυσόστομος Νταμ κ.α.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”














