Συντηρήθηκαν από το Ινστιτούτο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Αλβανίας τα κελιά (κονάκια) της ιστορικής Μονής Αγίου Νικολάου Υψηλής Πέτρας (Μονή Τσέπου) στην περιοχή του Αργυροκάστρου, που είχαν υποστεί ζημιές από τη φθορά του χρόνου και στην οποία φτάνουν ως προσκυνητές Ορθόδοξοι και Μουσουλμάνοι.
Ειδικότερα αποκαταστάθηκε η μονόριχτη στέγη τους, που έχει τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά των κτηρίων της περιοχής, δηλαδή τα κόκκινα κεραμίδια.
Αξιοσημείωτη είναι η αρχιτεκτονική της τοιχοποιίας των κτισμάτων. Είναι χτισμένα με στρώματα πετρών, που καταλήγουν σ’ ένα πέτρινο σχήμα πριονωτών δοντιών.
Λέγεται ότι αρχικά χτίστηκε πάνω στον απόκρημνο βράχο κατά τον 9ο αι., ενώ ανακαινίστηκε ριζικά κατά τα έτη 1181-1183 με δωρεά του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ανδρίνικου Α΄ του Κομνηνού, κατόπιν παρεμβάσεως του Επισκόπου Δρυϊνουπόλεως Αθανασίου.
Μάλιστα από το 1185 έως το 1395 περίπου αποτέλεσε έδρα της Μητρόπολης Δρυϊνουπόλεως, ενώ στα χρόνια της Τουρκοκρατίας υπήρξε ορμητήριο αντίστασης, με δύο σημαντικά γεγονότα να σημαδεύουν την πορεία της.
Εκεί συγκλήθηκε το 1911 η Συνέλευση, κατά την οποία αποφασίστηκε από τους επαναστάτες του Αργυροκάστρου και του Δελφίνου ένοπλος αγώνας κατά των Τούρκωνμε σκοπό την απελευθέρωση της περιοχής.
Το 1812 επεκτάθηκε και περιελάμβανε δεκάδες κονάκια (ξενώνες), τη διώροφη κατοικία του ηγουμένου, μεγάλους στάβλους και αποθήκες, όλα προστατευμένα πίσω από έναν πανύψηλο πέτρινο τοίχο με μια επιβλητική πύλη, ενώ κατά τον 19ο αιώνα γνώρισε μεγάλη άνθηση.
Το 1963 η Μονή ανακηρύχθηκε επίσημα Πολιτιστικό Μνημείο Πρώτης Κατηγορίας της Αλβανίας, με αποτέλεσμα να μην καταστραφεί κατά τη διάρκεια του αθεϊστικού διωγμού.
π. Ηλίας Μάκος














