Την έντονη αγανάκτησή του για τη συνεχιζόμενη εργαλειοποίηση της θρησκείας από το ρωσικό κράτος εξέφρασε το Συμβούλιο Χριστιανικών Εκκλησιών της Ουκρανίας, με αφορμή πρόσφατες δημόσιες επιθέσεις που εξαπέλυσαν κρατικές υπηρεσίες της Ρωσίας, με σκοπό τη δικαιολόγηση και τη στήριξη της επιθετικής και επεκτατικής πολιτικής του.
Σε ανακοίνωσή του, το Συμβούλιο αναφέρει ότι αφορμή αποτέλεσε η πρόσφατη «Έκθεση της Υπηρεσίας Εξωτερικών Πληροφοριών» της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία δημοσιεύθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2026, καθώς και δήλωση της 15ης Ιανουαρίου από τη Χριστιανική Διομολογιακή Συμβουλευτική Επιτροπή (CICC), θεσμό που συγκεντρώνει εκκλησιαστικούς ηγέτες των οποίων η δράση συνδέεται με τη Ρωσική Ομοσπονδία.
Σύμφωνα με το Συμβούλιο, το κείμενο των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών περιλαμβάνει αβάσιμες κατηγορίες κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου, χαρακτηρίζοντας τη δημόσια αυτή επίθεση ως «πολιτισμικά και ηθικά απαράδεκτη». Όπως σημειώνεται, πρόκειται για μία άνευ προηγουμένου επίθεση, η οποία «στο ύφος και στο πνεύμα της παραπέμπει στα χειρότερα παραδείγματα μπολσεβικικής αντιθρησκευτικής προπαγάνδας».
Το Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι η σχεδόν ταυτόχρονη εμφάνιση της δήλωσης της CICC, η οποία επαναλαμβάνει τις ίδιες θέσεις σε μια ηπιότερη γλώσσα, καταδεικνύει «τη στενή σχέση του ρωσικού κράτους με την ηγεσία μεγάλων θρησκευτικών οργανισμών της Ρωσικής Ομοσπονδίας». Κατά την εκτίμηση του Συμβουλίου, το κείμενο της CICC συνιστά απόπειρα δικαιολόγησης της ρωσικής πολιτικής που χρησιμοποιεί τις θρησκευτικές οργανώσεις ως εργαλεία προώθησης της επιθετικής ιδεολογίας του λεγόμενου «Ρωσικού κόσμου» (Russkiy mir).
Αντλώντας από την ιστορική εμπειρία της σοβιετικής περιόδου, το Συμβούλιο δηλώνει «απολύτως πεπεισμένο» ότι η δήλωση της CICC εκδόθηκε υπό πίεση και κατ’ εντολήν του ρωσικού κράτους. Και τα δύο κείμενα, όπως επισημαίνεται, είναι γεμάτα ανακρίβειες και διαστρεβλώσεις της πραγματικότητας, υπηρετώντας τη ρωσική κρατική προπαγάνδα και στοχοποιώντας όλους όσοι αντιστέκονται στην ιδεολογία του «Ρωσικού κόσμου», η οποία έχει καταδικαστεί, μεταξύ άλλων, και στη Διακήρυξη του Ελσίνκι της Διάσκεψη Ευρωπαϊκών Εκκλησιών.
«Το Κρεμλίνο επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά ότι χρησιμοποιεί τη θρησκευτική ρητορική και θρησκευτικά κέντρα ως εργαλεία ενός υβριδικού πολέμου», αναφέρεται χαρακτηριστικά, ενώ το Συμβούλιο επισημαίνει ότι αυτή η πρακτική αφορά όχι μόνο την Ουκρανία, αλλά και άλλες περιοχές, όπως τις χώρες της Βαλτικής και τη Μολδαβία.
Σε άλλο σημείο της ανακοίνωσης, το Συμβούλιο επιβεβαιώνει ότι στην Ουκρανία διασφαλίζεται η θρησκευτική ελευθερία, τόσο σε νομοθετικό επίπεδο όσο και στην πράξη, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς περί θρησκευτικών διώξεων ως ψευδείς και προϊόντα της φιλορωσικής προπαγάνδας. Παράλληλα, τονίζεται επίσης ότι η προβολή της έννοιας του «ιερού πολέμου» συνιστά κατάφωρη παραβίαση των ευαγγελικών αρχών και της θρησκευτικής ελευθερίας.
Η ανακοίνωση καταλήγει με έκκληση προς τους χριστιανούς ηγέτες διεθνώς, τις διαχριστιανικές οργανώσεις, τις κυβερνήσεις και τους διεθνείς θεσμούς να υπερασπιστούν την ελευθερία της συνείδησης και της πίστης και να καταδικάσουν την ιδεολογία του «Ρωσικού κόσμου» ως ασύμβατη με το Ευαγγέλιο και τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.
Το κείμενο υπογράφεται από τους επικεφαλής των μεγάλων χριστιανικών Εκκλησιών και κοινοτήτων της Ουκρανίας, μεταξύ των οποίων ο Μητροπολίτης Κιέβου Επιφάνιος, καθώς και εκπροσώπους των Ορθόδοξων, Καθολικών, Προτεσταντικών, Ευαγγελικών και Αρμενικών Αποστολικών Εκκλησιών.














