του Δρα Κυριάκου Τσελεγκίδη *
Στις 29 Αυγούστου η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την Αποτομή της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστού. Πρόκειται για μία από τις πλέον κατανυκτικές ημέρες του εκκλησιαστικού έτους, η οποία έχει συνδεθεί και με αυστηρή νηστεία. Στη λειτουργική συνείδηση της Εκκλησίας η μνήμη αυτή υπερβαίνει την ιστορική ανάμνηση του βίαιου θανάτου ενός Προφήτη. Ο Ιωάννης προβάλλεται ως μάρτυρας της αλήθειας, κήρυκας της μετανοίας και, πάνω από όλα, ως Πρόδρομος εκείνου του οποίου ολόκληρη η ζωή προετοίμασε την έλευση.
Η ευαγγελική διήγηση είναι γνωστή. Ο Ιωάννης ελέγχει τον Ηρώδη για την παράνομη σχέση του με την Ηρωδιάδα και φυλακίζεται εξαιτίας της παρρησίας του.
«Οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου», του λέγει χωρίς περιστροφές (Μάρκ. 6,18). Κατά το συμπόσιο των γενεθλίων του Ηρώδη, η απαίτηση για την κεφαλή του Ιωάννη οδηγεί στην εκτέλεσή του (Ματθ. 14,3–12· Μάρκ. 6,17–29).
Για την Εκκλησία, ωστόσο, η Αποτομή αποκτά το αληθινό της περιεχόμενο όταν ενταχθεί στο σύνολο της προδρομικής αποστολής. Ο Ιωάννης είναι εκείνος για τον οποίο ο Χριστός μαρτυρεί ότι «οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ» (Ματθ. 11,11). Είναι ο Προφήτης που προετοίμασε την οδό του Κυρίου, ο Βαπτιστής που έδειξε τον Χριστό στον λαό, ο φίλος του Νυμφίου που χάρηκε ακούγοντας τη φωνή Του και ο μάρτυρας που σφράγισε με το αίμα του την πιστότητά του στην αλήθεια.
Μέσα σε αυτό το θεολογικό πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο Παρακλητικός Κανόνας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Η Παράκληση μάς επιτρέπει να δούμε τον Άγιο πέρα από την ιστορική αφήγηση. Τον προσεγγίζει ως μέλος της ζώσας κοινωνίας των Αγίων, ως πρεσβευτή της Εκκλησίας και ως πρόσωπο που εξακολουθεί να επιτελεί την προδρομική του αποστολή, στρέφοντας τον άνθρωπο προς τον Χριστό.
Η πρεσβεία του Προδρόμου και το χριστοκεντρικό της περιεχόμενο
Η επίκληση που επανέρχεται σε ολόκληρη την Παράκληση είναι σύντομη και συγχρόνως θεολογικά πυκνή. «Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν». Η λέξη «πρέσβευε» έχει ιδιαίτερη σημασία. Η Εκκλησία ζητεί από τον Άγιο να προσευχηθεί για τον άνθρωπο προς τον Θεό. Η πρεσβεία επομένως εντάσσεται στην κοινωνία του σώματος του Χριστού και δεν αποδίδει στον Άγιο κάποια ανεξάρτητη σωστική δύναμη.
Η αρχαία εκκλησιαστική παράδοση γνωρίζει αυτή την εμπειρία της κοινωνίας με τους Αγίους. Ο Κύριλλος Ιεροσολύμων, περιγράφοντας τον τέταρτο αιώνα τη Θεία Ευχαριστία των Ιεροσολύμων, αναφέρει ότι η Εκκλησία μνημονεύει Πατριάρχες, Προφήτες, Αποστόλους και Μάρτυρες, προσδοκώντας ότι ο Θεός θα δεχθεί τη δέησή της διά των προσευχών και των πρεσβειών τους (Κύριλλος Ιεροσολύμων, Μυσταγωγική Κατήχηση Ε΄, 9).
Ο ίδιος ο Παρακλητικός Κανόνας καθιστά σαφή αυτή τη χριστοκεντρική κατεύθυνση όταν ζητεί από τον Πρόδρομο να ικετεύει τον Χριστό, «τῆς σωτηρίας τὸν ἀρχηγόν». Η σωτηρία έχει πηγή τον Χριστό. Ο Πρόδρομος προσεύχεται, παρακαλεί και μεσιτεύει μέσα στην κοινωνία της Εκκλησίας.
Εδώ συναντούμε τη συνέχεια ολόκληρης της επίγειας ζωής του. Στον Ιορδάνη δεν κράτησε το βλέμμα των ανθρώπων στραμμένο επάνω του. Υπέδειξε Εκείνον που ερχόταν λέγοντας «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ιω. 1,29). Λίγο αργότερα διατύπωσε με τρόπο μοναδικό το νόημα της αποστολής του, «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι» (Ιω. 3,30). Η ίδια κίνηση διατηρείται μέσα στην εκκλησιαστική προσευχή. Η τιμή προς τον Πρόδρομο καταλήγει στον Χριστό, επειδή ακριβώς ο Πρόδρομος υπάρχει εκκλησιαστικά ως εκείνος που δείχνει προς τον Χριστό.
Όταν οι λογισμοί γίνονται θύελλα
Ο Παρακλητικός Κανόνας αρχίζει από μία πραγματικότητα που γνωρίζει καλά η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας, τον άνθρωπο που βρίσκεται σε εσωτερικό αγώνα.
«Δεινῶν με χειμάζουσι λογισμοί», ομολογεί ο προσευχόμενος στην πρώτη ωδή. Λίγο αργότερα αναφέρεται στις προσβολές των παθών που γεμίζουν την ψυχή με «πολλὴν ἀθυμίαν». Η γλώσσα είναι ασκητική. Ο «λογισμός» εδώ δεν δηλώνει απλώς μία σκέψη.
Στην πνευματική παράδοση της Εκκλησίας σχετίζεται με εκείνη την εσωτερική κίνηση που μπορεί να ταράξει την καρδιά, να αποκτήσει διάρκεια, να γεννήσει συγκατάθεση και τελικά να οδηγήσει τον άνθρωπο σε πνευματική αποδιοργάνωση.
Ο Παρακλητικός Κανόνας δεν περιγράφει έναν πιστό απαλλαγμένο από φόβο, αθυμία ή πάθη. Περιγράφει τον άνθρωπο που μεταφέρει αυτή την πραγματικότητα στην προσευχή. Η αδυναμία παύει έτσι να βιώνεται μόνο ως ατομικό βάρος και εισάγεται στη σχέση με τον Θεό. Ο ψαλμωδός προσεύχεται «Ἐκ βαθέων ἐκέκραξά σοι, Κύριε» (Ψαλμ. 129,1). Ο Απόστολος Παύλος, έχοντας ο ίδιος βιώσει το όριο των ανθρώπινων δυνάμεων, καταθέτει τη φαινομενικά παράδοξη εμπειρία του «Ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι» (Β΄ Κορ. 12,10).
Η χριστιανική προσευχή επιτρέπει στον άνθρωπο να σταθεί ενώπιον του Θεού όπως πραγματικά είναι. Δεν χρειάζεται να προηγηθεί η εσωτερική του αποκατάσταση για να προσευχηθεί. Η ίδια η προσευχή αποτελεί κίνηση επιστροφής και ταυτόχρονα αναγνώριση ότι η θεραπεία του ανθρώπου προέρχεται τελικά από τη χάρη του Θεού. Γι’ αυτό ο Πρόδρομος παρακαλείται να συνοδεύσει αυτόν τον αγώνα με την πρεσβεία του. Εκείνος που έζησε στην έρημο, που γνώρισε την άσκηση και που αφιέρωσε ολόκληρη την ύπαρξή του στον Θεό, γίνεται πρόσωπο αναφοράς για έναν άνθρωπο που αγωνίζεται να αποδεσμευθεί από όσα διασπούν την καρδιά του.
Η μετάνοια ως αλλαγή προσανατολισμού
Η κεντρική λέξη της προδρομικής διδασκαλίας παραμένει η μετάνοια. «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 3,2). Στη βιβλική και εκκλησιαστική της σημασία η μετάνοια υπερβαίνει τη συναισθηματική λύπη για ένα σφάλμα. Αφορά αλλαγή του νου, της κατεύθυνσης και τελικά του τρόπου ζωής. Γι’ αυτό ο Ιωάννης επιμένει στους «καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας» (Λουκ. 3,8).
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς διατηρεί, , το κοινωνικό και έμπρακτο περιεχόμενο του κηρύγματός του. Σε εκείνον που έχει δύο χιτώνες ζητεί να μοιραστεί με εκείνον που στερείται. Από τους τελώνες απαιτεί να μη ζητούν περισσότερα από όσα έχουν ορισθεί και από τους στρατιώτες να απέχουν από εκβιασμό και συκοφαντία και να αρκούνται στον μισθό τους (Λουκ. 3,10–14). Η μετάνοια επομένως έχει συγκεκριμένες συνέπειες στις ανθρώπινες σχέσεις. Η στροφή προς τον Θεό μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος σχετίζεται με τον πλησίον, με τα αγαθά, με την εξουσία και με την ευθύνη του.
Αυτός ο πυρήνας παραμένει ζωντανός στην Παράκληση. Ο πιστός ζητεί απαλλαγή από τους κινδύνους και τις δοκιμασίες, όμως η δέησή του προχωρεί βαθύτερα. Ζητεί ελευθερία από τα πάθη και από τη «χαλεπὴν ἁμαρτίαν». Η θεραπεία που αναζητεί έχει συνεπώς σωτηριολογικό περιεχόμενο και αφορά την αποκατάσταση της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό. Ο Πρόδρομος γίνεται γι’ αυτό δάσκαλος της επιστροφής. Όπως στην έρημο της Ιουδαίας προετοίμαζε έναν λαό για να συναντήσει τον Μεσσία, έτσι και μέσα στην προσευχή της Εκκλησίας η μνήμη του καλεί κάθε πιστό να εξετάσει τον δικό του προσανατολισμό.
Η παρρησία της αλήθειας
Η Αποτομή δεν μπορεί να κατανοηθεί αποκομμένη από αυτή την κλήση προς μετάνοια. Ο Ιωάννης κάλεσε σε μετάνοια και εκείνον που κατείχε την εξουσία. Το «Οὐκ ἔξεστί σοι» προς τον Ηρώδη αποτελεί πράξη προφητικής παρρησίας. Ο λόγος του Προδρόμου δεν γεννήθηκε από προσωπική έχθρα. Προήλθε από την ευθύνη του Προφήτη να ονομάζει το κακό και να καλεί σε επιστροφή.
Η πατερική παράδοση διέκρινε ακριβώς αυτό το γνώρισμα. Στον λόγο που παραδίδεται υπό το όνομα του Ιωάννου του Χρυσοστόμου για την Αποτομή τονίζεται η «Ἰωάννου παρρησία», δηλαδή η ελευθερία με την οποία ο Πρόδρομος στάθηκε απέναντι στον Ηρώδη (PG 59, 485). Η παρρησία αυτή δεν ταυτίζεται με επιθετικότητα ούτε με τη διάθεση δημόσιας καταδίκης του άλλου. Η προφητική αλήθεια παραμένει συνδεδεμένη με την κλήση σε μετάνοια και, επομένως, με τη δυνατότητα αλλαγής του ανθρώπου.
Εδώ βρίσκεται και το ιδιαίτερο βάρος του μαρτυρίου του Προδρόμου. Θα μπορούσε να σωπάσει. Θα μπορούσε να προσαρμόσει τον λόγο του στις απαιτήσεις της εξουσίας. Η επιλογή του ήταν διαφορετική, επειδή η αλήθεια για εκείνον δεν αποτελούσε ιδεολογική θέση. Είχε γίνει τρόπος υπάρξεως. Το απολυτίκιο της εορτής συνοψίζει αυτή την πορεία με τη φράση «τῆς ἀληθείας ὑπεραθλήσας». Ο Πρόδρομος αγωνίσθηκε για την αλήθεια μέχρι θανάτου.
Η μαρτυρία του παραμένει γι’ αυτό επίκαιρη, ιδίως σε μία εποχή όπου ο δημόσιος λόγος συχνά μετακινείται ανάμεσα στη σιωπή του συμβιβασμού και στην οξύτητα της αντιπαράθεσης. Η προφητική παρρησία προτείνει έναν δυσκολότερο δρόμο. Απαιτεί αλήθεια χωρίς ιδιοτέλεια, θάρρος χωρίς εμπάθεια και συνέπεια που να ξεκινά από την ίδια τη ζωή εκείνου που μιλά.
Ο άνθρωπος της ερήμου
Πριν ο Ιωάννης γίνει η φωνή που ακούστηκε στον Ιορδάνη, υπήρξε άνθρωπος της ερήμου. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς σημειώνει ότι «ἦν ἐν ταῖς ἐρήμοις ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰσραήλ» (Λουκ. 1,80). Η έρημος στη βιβλική εμπειρία είναι τόπος δοκιμασίας, αποκάλυψης και προετοιμασίας. Στην περίπτωση του Ιωάννη γίνεται χώρος όπου ωριμάζει η αποστολή του. Η λιτότητα της ζωής του, η τροφή, η ενδυμασία και η απομάκρυνση από την κοινωνική προβολή διαμορφώνουν μία ύπαρξη απαλλαγμένη από όσα θα μπορούσαν να υποτάξουν τον λόγο του σε συμφέροντα. Γι’ αυτό μπορεί αργότερα να μιλήσει ελεύθερα.
Η σχέση ανάμεσα στην έρημο και στην παρρησία έχει ιδιαίτερη πνευματική σημασία. Η εξωτερική φωνή αποκτά αξιοπιστία όταν έχει προηγηθεί η εσωτερική σιωπή. Ο άνθρωπος που επιθυμεί να διακρίνει την αλήθεια χρειάζεται κάποτε να απομακρυνθεί από τον θόρυβο που διεκδικεί αδιάκοπα την προσοχή του. Σήμερα η «έρημος» αυτή μπορεί να έχει διαφορετική μορφή. Σε έναν πολιτισμό συνεχούς πληροφόρησης, διαρκούς επικοινωνίας και αδιάκοπης διέγερσης, η σιωπή, η προσευχή και η αυτοεξέταση γίνονται ουσιώδεις συνθήκες πνευματικής διάκρισης. Ο Πρόδρομος θυμίζει ότι ο λόγος που οδηγεί προς τον Χριστό χρειάζεται προηγουμένως να έχει γεννηθεί σε καρδιά που αναζητεί τον Θεό.
«Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν»
Ίσως καμία άλλη φράση να μην συμπυκνώνει τόσο ολοκληρωμένα το ήθος του Προδρόμου όσο η ομολογία του «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι» (Ιω. 3,30). Εδώ αποκαλύπτεται η βαθύτερη μορφή της ταπείνωσής του. Ο Ιωάννης γνωρίζει ότι η αποστολή του έχει όριο. Είναι η φωνή, ενώ ο Χριστός είναι ο Λόγος. Είναι ο λύχνος που «καιόμενος καὶ φαίνων» μαρτυρεί το φως (Ιω. 5,35), ενώ ο Χριστός είναι «τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ιω. 8,12). Βαπτίζει με νερό και προαναγγέλλει Εκείνον που βαπτίζει «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Μάρκ. 1,8).
Η πνευματική μεγαλοσύνη του βρίσκεται ακριβώς στην απουσία οικειοποίησης της αποστολής του. Δεν επιδιώκει να δημιουργήσει γύρω του μία αυτάρκη κοινότητα μαθητών. Όταν αναγνωρίζει τον Χριστό, Τον δείχνει στους δικούς του μαθητές και τους επιτρέπει να Τον ακολουθήσουν (Ιω. 1,35–37).
«Τὸν εἰρηνάρχην βαπτίσας Κύριον»
Η Παράκληση συνδέει με ιδιαίτερη λεπτότητα τον Βαπτιστή του Χριστού με την αναζήτηση της ειρήνης από τον άνθρωπο. Ο Ιωάννης, που αξιώθηκε να βαπτίσει τον Κύριο, παρακαλείται να βοηθήσει τον πιστό στον «ψυχικὸν τάραχον» και στις δοκιμασίες που τον κατακλύζουν. Η σύνδεση με τον Ιορδάνη έχει βαθύ θεολογικό νόημα. Εκεί ο Πρόδρομος γίνεται μάρτυρας της Θεοφανείας. Βλέπει το Πνεύμα του Θεού να κατέρχεται «ὡσεὶ περιστερὰν» και ακούγεται η φωνή του Πατρός για τον αγαπητό Υιό (Ματθ. 3,16–17).
Ο Βαπτιστής βρίσκεται, επομένως, στο σημείο όπου φανερώνεται στον κόσμο το τριαδικό μυστήριο. Η μαρτυρία του συνδέεται εξαρχής με τον Χριστό και με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Όταν η Παράκληση ζητεί ειρήνη από τον Θεό διά των πρεσβειών του Προδρόμου, το αίτημα δεν εξαντλείται στην ψυχολογική ανακούφιση. Ο Χριστός έχει ήδη προσδιορίσει την ιδιαίτερη φύση αυτής της ειρήνης λέγοντας «Εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν» (Ιω. 14,27).
Η ειρήνη του Χριστού μπορεί να συνυπάρχει με τη δοκιμασία. Ο ίδιος ο Πρόδρομος αποτελεί χαρακτηριστική μαρτυρία. Η πιστότητά του στον Θεό δεν τον προφύλαξε από τη φυλακή και τον θάνατο. Του έδωσε όμως εκείνη την εσωτερική ελευθερία που δεν μπορούσε να του αφαιρέσει η εξουσία του Ηρώδη.
Η Αποτομή μέσα στη λειτουργική θεολογία της Εκκλησίας
Ένα από τα βαθύτερα στοιχεία της εορτής βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η λειτουργική παράδοση ερμηνεύει τον θάνατο του Προδρόμου. Το Κοντάκιο της 29ης Αυγούστου χαρακτηρίζει την Αποτομή ως γεγονός που εντάσσεται στη θεία οικονομία, ώστε η έλευση του Σωτήρος να κηρυχθεί και στους εν Άδη.
Παρόμοιο περιεχόμενο συναντάται και στο Απολυτίκιο της εορτής. Πρόκειται για λειτουργική και θεολογική ερμηνεία της αποστολής του Προδρόμου. Εκείνος που προηγήθηκε του Χριστού στη γέννηση και στο κήρυγμα, που προετοίμασε τον λαό πριν από τη δημόσια εμφάνισή Του και που Τον φανέρωσε στον Ιορδάνη, παρουσιάζεται από την υμνολογία ως Πρόδρομος ακόμη και στον θάνατο.
Στην Α΄ Πέτρ. 3,19–20 αναφέρεται στο κήρυγμα του ίδιου του Χριστού προς τα
«ἐν φυλακῇ πνεύματα». Το χωρίο αυτό προσφέρει το ευρύτερο βιβλικό πλαίσιο της καθόδου του Κυρίου προς τους κεκοιμημένους. Η ειδικότερη σύνδεση του Ιωάννη με μία
προδρομική αναγγελία προς τον Άδη ανήκει στη λειτουργική ερμηνεία της Εκκλησίας και χρειάζεται να διακρίνεται από την άμεση βιβλική μαρτυρία.
Με αυτή την προοπτική η Αποτομή δεν ερμηνεύεται ως κατάργηση της προδρομικής αποστολής. Το μαρτύριο γίνεται η έσχατη συνέπεια μιας ζωής που είχε ήδη δοθεί ολόκληρη στον Θεό. Ο Ηρώδης μπορεί να εξουσίαζε το σώμα του φυλακισμένου Ιωάννη. Δεν εξουσίαζε όμως την αλήθεια για την οποία εκείνος μαρτυρούσε.
Η εορτή ως προσωπικό ερώτημα
Η λειτουργική μνήμη στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει χαρακτήρα απλής ιστορικής αναπαράστασης. Το παρελθόν προσλαμβάνεται μέσα στη λατρεία ως κλήση προς το παρόν. Γι’ αυτό η Αποτομή του Προδρόμου θέτει και στον σύγχρονο άνθρωπο ορισμένα απαιτητικά ερωτήματα. Πόσο χώρο αφήνουμε στην αλήθεια όταν η αλήθεια έχει προσωπικό κόστος; Πόσο πρόθυμοι είμαστε να μετανοήσουμε όταν αναγνωρίζουμε ότι η δική μας πορεία χρειάζεται αλλαγή; Πόσο συχνά η γνώμη των άλλων αποκτά μεγαλύτερη δύναμη από τη συνείδησή μας;
Ο Ηρώδης, σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, δεν αγνοεί ποιος είναι ο Ιωάννης. Γνωρίζει ότι πρόκειται για «ἄνδρα δίκαιον καὶ ἅγιον» και, παρά τον φόβο του, τον προστατεύει και τον ακούει με ενδιαφέρον (Μάρκ. 6,20).
Ο λόγος του Προδρόμου, επομένως, δεν τον αφήνει αδιάφορο. Αντίθετα, τον φέρνει αντιμέτωπο με την αλήθεια και τον προκαλεί σε εσωτερική αμηχανία. Όταν, όμως, έρχεται η κρίσιμη στιγμή της απόφασης, ο φόβος της έκθεσης απέναντι στους συνδαιτυμόνες, η προσκόλληση στο κύρος του και η παγίδευση στον απερίσκεπτο όρκο που είχε δώσει αποδεικνύονται ισχυρότερα από τη συνείδηση του ορθού.
Έτσι, ο Ηρώδης γίνεται χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπου που μπορεί να αναγνωρίζει την αλήθεια, ακόμη και να συγκινείται από αυτήν, χωρίς όμως να διαθέτει την αποφασιστικότητα να την ακολουθήσει. Η τραγωδία του δεν βρίσκεται, επομένως, στην άγνοια του καλού, αλλά στην αδυναμία να το καταστήσει επιλογή ζωής.
Απέναντί του βρίσκεται ο Ιωάννης, ο οποίος έχει ήδη ελευθερωθεί από την ανάγκη κοινωνικής επιβεβαίωσης. Η έρημος, η άσκηση, η μετάνοια και η ολοκληρωτική προσήλωση στον Θεό έχουν διαμορφώσει έναν άνθρωπο ικανό να παραμείνει ελεύθερος ακόμη και μέσα στη φυλακή. Αυτό ίσως αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα μηνύματα της εορτής. Η χριστιανική ελευθερία δεν μετριέται από την απουσία εξωτερικών
περιορισμών. Μετριέται και από το κατά πόσο ο άνθρωπος παραμένει εσωτερικά ελεύθερος από τον φόβο, την ανθρωπαρέσκεια, τα πάθη και την ανάγκη να προσαρμόζει την αλήθεια στις περιστάσεις.
Η φωνή που εξακολουθεί να δείχνει τον Χριστό
Ο Πρόδρομος παραμένει μέσα στη συνείδηση της Εκκλησίας εκείνος που δείχνει. Δείχνει τον Χριστό στον Ιορδάνη. Δείχνει την ανάγκη της μετανοίας στην έρημο. Δείχνει το κόστος της αλήθειας στη φυλακή. Δείχνει την ταπείνωση όταν ομολογεί ότι ο ίδιος πρέπει να ελαττώνεται ώστε να αυξάνει ο Χριστός. Γι’ αυτό και η επαναλαμβανόμενη επίκληση της Παράκλησης αποκτά το πλήρες νόημά της. «Πρόδρομε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν».
Η Εκκλησία ζητεί την πρεσβεία εκείνου που ολόκληρη η ύπαρξή του υπήρξε μία διαρκής παραπομπή προς τον Χριστό. Και ο πιστός που προσεύχεται με αυτά τα λόγια καλείται τελικά να κάνει δική του την προδρομική κίνηση, να απομακρύνει από το κέντρο της υπάρξεως τον αυτάρκη εαυτό του και να αφήσει περισσότερο χώρο στην παρουσία του Χριστού.
Ο Πρόδρομος εξακολουθεί να καλεί σε μετάνοια. Εξακολουθεί να ελέγχει τον συμβιβασμό. Εξακολουθεί να υπενθυμίζει ότι η αλήθεια μπορεί να έχει κόστος. Και, κυρίως, εξακολουθεί να δείχνει προς Εκείνον για τον οποίο έζησε και πέθανε. «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ».
Εκεί βρίσκεται τελικά και το βαθύτερο νόημα της τιμής προς τον Τίμιο Πρόδρομο. Η φωνή του παραμένει ζωντανή στην Εκκλησία, επειδή ποτέ δεν ζήτησε να οδηγήσει τον άνθρωπο στον εαυτό του. Από την έρημο έως τον Ιορδάνη και από τη φυλακή έως το μαρτύριο, η ίδια φωνή δείχνει σταθερά προς τον Χριστό.
Πηγές και βιβλιογραφική τεκμηρίωση
Αγία Γραφή. Καινή Διαθήκη. Ιδίως Ματθ. 3,1–17· 11,7–15· 14,1–12, Μάρκ. 1,1–11· 6,14–29, Λουκ. 1,76–80· 3,1–20, Ιω. 1,19–37· 3,22–30· 5,35· 14,27, Α΄ Πέτρ. 3,18–
20.
Κύριλλος Ιεροσολύμων. Μυσταγωγική Κατήχησις Ε΄, 9. Στο Patrologiae Cursus Completus, Series Graeca, τόμ. 33, J.-P. Migne.
Ιωάννης Χρυσόστομος [αποδιδόμενο]. Εἰς τὴν ἀποτομὴν τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου καὶ εἰς τὴν Ἡρωδιάδα. PG 59, 485–490.
Μηναῖον τοῦ Αὐγούστου. 29 Αυγούστου, Ακολουθία της Αποτομής της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστού, Απολυτίκιο και Κοντάκιο.
Παρακλητικός Κανών εις τον Άγιον Ιωάννην τον Πρόδρομον και Βαπτιστήν. Ωδές
α΄–θ΄.
Barnaveli, M. (2014). Motivations for the beheading of John the Baptist in
Byzantine and Old Georgian writings. Phasis, 17.
https://doi.org/10.60131/phasis.17.2014.1979
Weren, W. J. C. (2019). Herodias and Salome in Mark’s story about the beheading of John the Baptist. HTS Teologiese Studies/Theological Studies, 75(4), Article a5573. https://doi.org/10.4102/hts.v75i4.5573
*Μεταδιδακτορικός ερευνητής ΠΑ.Δ.Α. Εκπαιδευτικός Θεολόγος













