«Παιδιά μου, θέλουν να βουλιάξουν το θρυλικό μας καράβι. Το βαστάει αυτό η ψυχή σας; Τέτοιο άδοξο τέλος θα έχει το πιο δοξασμένο καράβι μας;» τόνισε ο μακαριστός π. Διονύσιος Παπανικολόπουλος προς τους ναύτες κι εκείνοι ακολούθησαν τις εντολές του
Από τον ΣΩΤΗΡΗ ΛΕΤΣΙΟ*
Ήταν τέλη Απριλίου του 1941 όταν ο ελληνικός στρατός αναγκαζόταν να συνθηκολογήσει, παρόλη τη γενναία αντίσταση που είχε αντιτάξει απέναντι στους Ιταλούς στα βουνά της Αλβανίας αλλά και στα γερμανικά στρατεύματα, τα οποία είχαν εισβάλλει στο ελληνικό έδαφος μέσω της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας. Η απόφαση για παύση των επιχειρήσεων δεν έβρισκε σύμφωνους όλους τους αξιωματικούς του ελληνικού στρατού πόσο μάλλον το σύνολο του ελληνικού λαού. Για αυτό και οι εναπομείνασες ελληνικές δυνάμεις μαζί με τα στρατιωτικά σώματα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας ανασυντάσσονταν και μετακινούνταν προς την Κρήτη, έτσι ώστε να δώσουν εκεί άλλη μια μάχη απέναντι στον εχθρό.
Εκείνες τις κρίσιμες για την πατρίδα μας ώρες το καμάρι του ελληνικού στόλου, το θωρηκτό «Αβέρωφ», ναυλοχούσε στις ακτές της Ελευσίνας. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά όσο ποτέ άλλοτε, αφού η Μεγάλη Εβδομάδα συνέπιπτε με την εβδομάδα των Παθών για την πατρίδας μας και τον ελληνισμό. Αξιωματικοί και πλήρωμα καθόντουσαν σε «αναμμένα κάρβουνα», αφού το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού δεν είχε εκδώσει διαταγή για τον απόπλου του «Αβέρωφ». Υπό αυτές τις συνθήκες διαγραφόταν ο κίνδυνος το θρυλικό «Αβέρωφ» με διαταγή της ηγεσίας του Υπουργείου Ναυτικών να βυθιστεί, προκειμένου να μην πέσει στα χέρια του εχθρού και χρησιμοποιηθεί από τις δυνάμεις του Άξονα. Στο κατάστρωμα του πλοίου επικρατούσε αναβρασμός, κανείς δεν ήταν βέβαιος για το ποια απόφαση θα έπρεπε να ληφθεί. Αλλά ούτε και ήταν πρόθυμοι να αποδεχθούν μια απόφαση ταπεινωτική για την ένδοξη ιστορία του πλοίου.
Διερμηνεύοντας σωστά τα συναισθήματα του πληρώματος ο αρχιμανδρίτης Διονύσιος Παπανικολόπουλος, που εκτελούσε χρέη στρατιωτικού ιερέα του «Αβέρωφ», αφού συγκέντρωσε δίπλα του τα ακούραστα μέλη του πολεμικού πλοίου θέλησε να τους μεταφέρει τα νέα. «Παιδιά μου, θέλουν να βουλιάξουν το θρυλικό μας καράβι. Το βαστάει αυτό η ψυχή σας; Τέτοιο άδοξο τέλος θα έχει το πιο δοξασμένο καράβι μας, το Αβέρωφ;» τόνισε ο μακαριστός Διονύσιος και συνέχιζε προσδίδοντας στην ομιλία του ακόμη πιο δραματικό τόνο: «Θα μας καταριούνται από τον ουρανό οι ψυχές των ηρώων μας ναυτικών, του Μιαούλη, του Κανάρη, του Κουντουριώτη, της Μπουμπουλίνας. Ιδέστε με τα ψυχικά σας μάτια, παιδιά, το Ναύαρχο μας Παύλο Κουντουριώτη στον ουρανό. Κλαίει και μας εξορκίζει να μη δώσουμε τέτοιο τέλος στο καράβι, αλλά τέλος ανάλογο με τη δόξα του. Τι λέτε παιδιά;» Με ένα στόμα και μια φωνή απλοί ναύτες και ανώτεροι διεμήνυσαν, ότι ήταν διατεθειμένοι να ακολουθήσουν τις εντολές του π. Διονύσιου.
ΤΟΥΣ ΕΙΠΕ ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΚΙ ΕΒΑΛΕ ΤΟΝ ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟ ΣΤΗΝ ΠΛΩΡΗ
Συνεχίζοντας την ομιλία του, ο π. Διονύσιος, αφού επισήμανε πως ήταν αναγκαίο το να διαφύγει το γρηγορότερο το «Αβέρωφ» από τον γερμανικό κλοιό, έσπευσε να επισημάνει τις δυσκολίες του εγχειρήματος. «Πρέπει να είμαστε και εξηγημένοι. Θα λάβετε υπ’ όψιν σας ότι πεντακόσια τα εκατό έχουμε να βουλιάξουμε περνώντας το ναρκοπέδιο. Αν ο Θεός μάς περάσει από εκεί χωρίς να πάθουμε κακό, έχουμε τριακόσια τα εκατό να βουλιάξουμε στο φράγμα της Ψυτάλλειας. Αν κι εκείνο μάς βοηθήσει ο Θεός να περάσουμε, έχουμε διακόσια τα εκατό να βουλιάξουμε στο δρόμο από τις βόμβες των αεροπλάνων. Αν και αυτόν τον κίνδυνο περάσουμε, τότε θα σώσουμε την τιμή του Αβέρωφ και του Ναυτικού μας. Αν Θεός φυλάξει βουλιάξουμε, τότε εμείς μεν θα πάμε όλοι δοξασμένοι στον ουρανό να βρούμε αιώνια ανάπαυση, η τιμή δε του Ναυτικού μας θα μείνει πάντα στην ελληνική ιστορία ένας θρύλος». Με το που τέλειωσε την ομιλία του όλο το πλήρωμα ξέσπασε συγκινημένο σε ζητωκραυγές, εκφράζοντας την θέλησή του για όσο το δυνατόν πιο γρήγορη αναχώρηση. Ο π. Διονύσιος για να εμψυχώσει ακόμη περισσότερο το προσωπικό του πλοίου τούς αφηγήθηκε το όραμα του Αγίου Νικολάου, που είχε δει το προηγούμενο βράδυ, ενώ αφού περιέφερε τον Εσταυρωμένο σε όλα τα διαμερίσματα του «Αβέρωφ» κατέληξε στην πλώρη όπου και τον τοποθέτησε, ώστε να ευλογεί από εκεί και να εμπνέει όλο το πλήρωμα.
‘Εψαλαν την Ακολουθία του Επιταφίου σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού
Το «Αβέρωφ» έχοντας ως πνευματικό στήριγμα και καθοδηγητή τον π. Διονύσιο ήταν έτοιμο να συνεχίσει τον αγώνα των Ελλήνων κατά της τυρρανίας. Αφού διαπέρασε με ασφάλεια το ναρκοπέδιο και την Ψυτάλλεια έβαλε πορεία προς την Πελοπόννησο. Παρέμεινε για κάποιες ώρες προφυλαγμένο από τα εχθρικά αεροπλάνα σε κάποιο όρμο της Αρκαδίας. Τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής το θρυλικό αυτό σκαρί με πρόσω ολοταχώς τις μηχανές κινήθηκε προς την Κρήτη, ώστε να ενωθεί με τον υπόλοιπο στόλο.
Κατά την διάρκεια του ταξιδιού ο π. Διονύσιος έψαλλε από κοινού με το πλήρωμα την Ακολουθία του Επιτάφιου εν μέσω κατανυκτικής ατμόσφαιρας, ενώ το πρωΐ του Μεγάλου Σαββάτου το «Αβέρωφ» κατέπλευσε στο λιμάνι της Σούδας. Αυτός ήταν ο πρώτος σταθμός αφού μετά τη Μάχη της Κρήτης ακολούθησε η άφιξη στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου για την συνέχιση του πολέμου. Το «Αβέρωφ» ήταν και πάλι έτοιμο να γράψει νέες σελίδες ηρωϊσμού και δόξας κάνοντας υπερήφανους τους Έλληνες.
Ο αρχιμανδρίτης Διονύσιος Παπανικολόπουλος υπήρξε μια σημαντική μορφή της εκκλησιαστικής μας ιστορίας. Γεννήθηκε το 1888 στο Σαλμενίκο Αχαΐας και αφού σπούδασε στη Θεολογική Σχολή Αθηνών χειροτονήθηκε ιερέας. Συμμετείχε ως στρατιωτικός ιερέας στους Βαλκανικούς Πολέμους, όπου διακρίθηκε πολλές φορές βοηθώντας τραυματίες στρατιώτες στο πεδίο της μάχης. Από το 1915 έως το 1944 υπηρέτησε στο θωρηκτό «Αβέρωφ». Το 1944 έγινε Μητροπολίτης Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου, ενώ το 1951 εξελέγη Μητροπολίτης Εδέσσης και Πέλλης, θέση που κράτησε έως το 1967. Σε όλη τη διάρκεια της θητείας του προσέφερε σπουδαίο φιλανθρωπικό έργο. Απεβίωσε στις 28 Μαρτίου 1968.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”















