του Σεργκέι Μπόρτνικ (Sergii Bortnyk), Καθηγητή της Θεολογικής Ακαδημίας του Κιέβου της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας
Στις 20 Μαρτίου 2026, ο Πατριάρχης Φιλάρετος, ο οποίος συνδέθηκε με μια μακρά περίοδο στην ουκρανική Ορθοδοξία, απεβίωσε. Υπήρξαν δύο χαρακτηριστικές στιγμές στη ζωή του κατά τις οποίες, λόγω της αδιαλλαξίας του, η πλειονότητα των συνεργατών και των μαθητών του απομακρύνθηκε από αυτόν.
Ενώ μετά το 1992 διέθετε επαρκή δύναμη για να ιδρύσει μια νέα εκκλησιαστική δομή, το «Πατριαρχείο Κιέβου», η δομή που επανέφερε μετά το 2018 παρέμεινε στην πραγματικότητα περιθωριακή.
Καταγόμενος από την περιοχή του Ντονέτσκ (ανατολική Ουκρανία), ο νεαρός Μιχαήλ επέλεξε από νωρίς τον εκκλησιαστικό δρόμο και, αμέσως μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο, εισήλθε στο Σεμινάριο της Οδησσού και στη συνέχεια στη Θεολογική Ακαδημία της Μόσχας. Το 1950, ενώ ήταν ακόμη σπουδαστής στην ακαδημία, εκάρη μοναχός.
Στην πραγματικότητα ανήκε στη γενιά του Μητροπολίτη Νικοδήμου (Ρότωφ) (1929–1978) – γεννήθηκαν το ίδιο έτος – και με την υποστήριξή του στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ακολούθησε καριέρα ως εκκλησιαστικός διπλωμάτης, συνδυάζοντας την εκκλησιαστική του δράση με την πίστη στη επίσημη γραμμή της Σοβιετικής Ένωσης.
Πριν από την τοποθέτησή του στην εκκλησιαστική έδρα του Κιέβου, είχε υπηρετήσει τόσο ως επίσκοπος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Βιέννη όσο και ως πρύτανης της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας.
Αυτό το γνώρισμα της προσήλωσης στην εκάστοτε κρατική πολιτική, ακόμη και όταν οι ιδεολογικές της βάσεις μεταβάλλονταν (κάτι απολύτως αναμενόμενο κατά τη διάρκεια της πλέον του μισού αιώνα σοβιετικής και μετασοβιετικής περιόδου), αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του Φιλαρέτου.
Κατά την εποχή του Λεονίντ Μπρέζνιεφ (1966–1982), επέκρινε τους εκκλησιαστικούς διαφωνούντες· προς το τέλος της σοβιετικής περιόδου (1989–1991), αντιτάχθηκε στις προσπάθειες αναβίωσης του αυτοκεφαλικού κινήματος στην Ουκρανία.
Ωστόσο, από το 1992, λίγο μετά την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, προσχώρησε στο αυτοκεφαλικό κίνημα και σύντομα ανέλαβε την ηγεσία του, υιοθετώντας την αρχή ότι «ένα ανεξάρτητο κράτος αξίζει μια ανεξάρτητη Εκκλησία».
Αυτή ακριβώς η αίσθηση της άρρηκτης σύνδεσης με το κράτος οδήγησε στην αντίστασή του απέναντι στους περιορισμούς που επιβλήθηκαν κατά τη σύσταση της νέας «Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας» στο μεταίχμιο 2018–2019.
Θεωρούσε ότι η αυτοκεφαλία που παραχωρήθηκε με τον Τόμο ήταν ελλιπής και ανεπαρκής. Προωθώντας τον προστατευόμενό του, Μητροπολίτη Επιφάνιο, στη θέση του προκαθημένου της νεοσύστατης δομής, ήλπιζε να διατηρήσει την πραγματική εξουσία εντός αυτής. Αυτό όμως δεν συνέβη.
Ενώ το 1992, όταν ιδρύθηκε το «Πατριαρχείο Κιέβου», μόνο δύο επίσκοποι παρέμειναν μαζί του από σύνολο 21 ορθοδόξων ιεραρχών στην Ουκρανία, έως το 2019 είχε ουσιαστικά μείνει μόνος. Για τους μαθητές και οπαδούς του, η κανονική αναγνώριση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδείχθηκε σημαντικότερη από την προσωπική πίστη προς τον Φιλάρετο.
Παρότι ο Φιλάρετος έφερε τον τίτλο του «Επίτιμου Πατριάρχη» εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, στην πράξη λειτούργησε ανεξάρτητα κατά τα τελευταία 6–7 έτη, χειροτονώντας ως επισκόπους και ιερείς μια ομάδα προσώπων για το αναβιωμένο «Πατριαρχείο Κιέβου», των οποίων οι χειροτονίες ρητώς δεν αναγνωρίζονταν από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας.
Πέντε μήνες πριν από τον θάνατό του, ο Φιλάρετος ουσιαστικά δεν είχε πλέον τον έλεγχο των πράξεών του. Τότε, ο στενός του κύκλος συνέταξε μια «πνευματική διαθήκη» στην οποία αναφερόταν ότι ήταν ισόβιος προκαθήμενος του Πατριαρχείου Κιέβου και ότι δεν αποδεχόταν τη δομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας.
Σε απάντηση, εκπρόσωποι της τελευταίας, μαζί με κρατικές αρχές, άσκησαν πιέσεις, γεγονός που οδήγησε σε συνάντηση και στην επίσημη συμφιλίωσή του με ομάδα πρώην μαθητών του από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Φιλάρετος υπήρξε μια ισχυρή μορφή στην εκκλησιαστική και πολιτική ζωή της Ουκρανίας κατά τα τελευταία 60 χρόνια. Συνέβαλε σημαντικά στην καθιέρωση του αυτοκεφάλου για την Ουκρανική Εκκλησία. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, ο λόγος του Χριστού «Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου» (Ιω. 18:36) βρισκόταν σαφώς σε αντίθεση με τη ζωή και τις αρχές του Φιλαρέτου.














