Ο Όσιος Ισίδωρος Πηλουσιώτης γεννήθηκε το 360 μ.Χ στην Αλεξάνδρεια. Ήταν κορυφαία μορφή της Ορθόδοξης Παράδοσης. Στις γραφές του φαίνεται το ήθος, και η αρετή του. Πρωτογενής πηγή πολιτικής, κοινωνικής και εκκλησιαστικής κατάστασης της εποχής.
Από τον ΓΙΑΝΝΗ ΖΑΝΝΗ*
Την 4η Φεβρουαρίου η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Οσίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου. Ενός εκ των σημαντικότερων οικουμενικών διδασκάλων και Πατέρων της Εκκλησίας, μιας εκ των κορυφαίων μορφών της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Ο ίδιος επέλεξε την ταπείνωση και την αφάνεια της μείζονος φιλοσοφίας, της μοναχικής ζωής. Έτσι, το μέγεθος της προσωπικότητος, του έργου και της συμβολής του στα εκκλησιαστικά πράγματα, μένουν εν πολλοίς συγκαλυμμένα. Οι πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του είναι περιορισμένες. Όμως ευδόκησε ο Θεός να σωθούν οι επιστολές του, μέσα από τις οποίες διαφαίνονται η σοφία, η αρετή, το ήθος και η αγιότητα του ανδρός, καθώς και το κύρος του απέναντι σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους της Εκκλησίας και της πολιτείας. Οι επιστολές αυτές αποτελούν και πολύτιμη πρωτογενή πηγή για την πολιτική, εκκλησιαστική και κοινωνική κατάσταση της εποχής του.
Ο Μέγας Φώτιος στην Μυριόβιβλο, διασώζει πληροφορία του Αγίου Εφραιμίου Θεουπόλεως, σύμφωνα με την οποίαν ο Άγιος Ισίδωρος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια περί το 360 μ. Χ. Ήταν γόνος ευσεβούς και ευγενούς οικογενείας, η οποία φρόντισε ιδιαίτερα για την παιδεία του. Μέσα από τις επιστολές του, φαίνεται καθαρά τόσο η ευσέβειά του, όσο και η ευρύτατη και επιμελημένη μόρφωσή του. Το Λεξικό του Σουΐδα τον περιγράφει ως άνδρα «ἐλλογιμώτατον, φιλόσοφόν τε καὶ ῥήτορα». Το «Χρονικὸν τοῦ Γεωργίου Μοναχοῦ» δίνει την πληροφορία ότι ήταν μαθητής του Ιερού Χρυσοστόμου. Αυτό είναι κατανοητό υπό την ευρεία έννοια της μαθητείας, δηλαδή γνώστης του έργου του και θαυμαστής του. Ο θαυμασμός του αυτός άλλωστε είναι φανερός σε κάποιες επιστολές του. Όμως είναι πολύ πιθανόν να γνωρίζονταν και προσωπικά και να είχαν συναντηθεί στην Αντιόχεια. Είναι άγνωστο πότε ακριβώς εγκατέλειψε τα εγκόσμια και μετέβη ανατολικά του Νείλου, στο Πηλούσιο, όπου επρόκειτο να περάσει το υπόλοιπο του βίου του ενδεδυμένος το αγγελικό σχήμα των μοναχών. Πάντως ήταν σε νεαρή ηλικία. «Ἐκεῖ σχολάζων καὶ τῷ Θεῷ ἐντυγχάνων, ἅπασαν τὴν οἰκουμένην τοῖς θείοις αὐτοῦ λόγοις διδάσκων ἐφώτιζε, τοὺς ἁμαρτάνοντας ἐπιστρέφων, τοὺς κατορθοῦντας ἐπιστηρίζων, τοὺς ἀπειθοῦντας τῷ τμητικῷ τῶν θείων ἐλέγχων, πρὸς τὴν ἀρετὴν διεγείρων· ἀλλὰ καὶ βασιλεῖς πρὸς τὸ συμφέρον ὑπομιμνήσκων καὶ νουθετῶν, καὶ ἁπλῶς πᾶσι τοῖς αὐτὸν ἐρωτῶσι τὰς τῆς θείας Γραφῆς ῥήσεις σοφώτατα ἑρμηνεύων». Τα παραπάνω λόγια του Συναξαρίου του, αποδίδουν πλήρως το περιεχόμενο των επιστολών του Οσίου, μέσα από τις οποίες φαίνεται η Αγιότητά του, η κατά Θεόν σοφία του, η πολυμάθειά του, το θάρρος του, η αγάπη του και ο σεβασμός του προς τους αποδέκτες.
Καλύτερα όμως μπορούν να μιλήσουν μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τις επιστολές του.
Έτσι, εκφράζει τον θαυμασμό του για τον Μέγα Αθανάσιο, αποκαλώντας τον σε επιστολή του προς τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας Άγιο Κύριλλο, Άγιο Πατέρα που μελέτησε τα θεία με τρόπο που υπερβαίνει τον ανθρώπινο νου. Δεν διστάζει να ελέγξει, με τον προσήκοντα σεβασμό, τον Άγιο Κύριλλο, επιτυγχάνοντας να εγγράψει το όνομα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στα Δίπτυχα της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων. Ως γνωστόν ο Άγιος Κύριλλος, ανηψιός του Θεοφίλου Αλεξανδρείας, είχε παρασυρθεί από τον θείο του και είχε στραφεί κατά του Ιερού Χρυσοστόμου. Ο Όσιος του έγραψε τότε σε έντονο ύφος, θυμίζοντάς του ότι ο Ίδιος ο Κύριος δίδαξε να μην βασιζόμαστε στις φήμες και στις προκαταλήψεις μας, προκειμένου να εκφέρουμε δίκαιη κρίση. Μετά την επιστολή αυτή, και κάποια θεία αποκάλυψη, ο Άγιος Κύριλλος άλλαξε στάση και όχι μόνον αποκατέστησε το όνομα του Ιερού Χρυσοστόμου, αλλά έγινε και ένας από τους πλέον ένθερμους υπέρμαχους της τιμής του.
Αλλά και αργότερα, όταν ο Άγιος Κύριλλος υπερμάχησε στην Αγία Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο, η οποία καταδίκασε την αίρεση του Νεστορίου. Ο Νεστόριος δίδασκε ότι η Θεοτόκος γέννησε ψιλό άνθρωπο, με τον οποίον ενώθηκε ο Λόγος του Θεού και θα έπρεπε να λέγεται Χριστοτόκος και όχι Θεοτόκος.
Η Σύνοδος αποκατέστησε την Αλήθεια, ανακηρύσσοντάς την Θεοτόκο, που γέννησε Θεό ενσαρκωμένο. Υπέρμαχος της Συνόδου ήταν ο Άγιος Κύριλλος. Ωστόσο ο Άγιος Κύριλλος χαρακτηριζόταν για τον υπερβάλλοντα ζήλο του, που κάποιες φορές τον καθιστούσε ιδιαίτερα οξύ. Έτσι, μετά την Σύνοδο, πάλι του γράφει ο Άγιος Ισίδωρος, παραινώντας τον να μην μεταθέσει στην ζώσα Εκκλησία για την υπεράσπισή του, με το πρόσχημα της ευσέβειας, τις προσβολές που δέχτηκε από τους θνητούς, γιατί έτσι θα της κληροδοτούσε μια αιώνια διχόνοια με το πρόσχημα της ευσεβείας.
ΟΙ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Και αλλού, για το ίδιο θέμα, του επισημαίνει τις κατηγορίες που κάποιοι του προσάπτουν, ότι μαχόταν για προσωπικές του έχθρες και δεν επεδίωκε με ορθόδοξο τρόπο την υπεράσπιση του Χριστού, τονίζοντάς του ότι, προκειμένου να κρίνει κανείς ορθά, η μεν συμπάθεια δεν βλέπει καθαρά, η δε αντιπάθεια δεν βλέπει καθόλου.
Ο έλεγχος που ασκούσε σε υπερβάσεις Ιερέων ή κοσμικών αρχόντων, ο πόνος του για τις αδικίες και τα προβλήματα της Εκκλησίας. Έγνοια του η φροντίδα για τη σωτηρία των ανθρώπων
Δεν δίσταζε να υποδεικνύει και στον αυτοκράτορα το χρέος του απέναντι στον λαό και την Εκκλησία. Και φυσικά, ένας τέτοιος ατρόμητος άνθρωπος, δεν δίσταζε να ελέγξει τις υπερβάσεις ιερέων ή κοσμικών αρχόντων.
Σε κάποιον αξιωματούχο ονόματι Κόνωνα, γράφει πώς πρέπει να είναι ο άρχοντας: «Οι εξουσίες των πραγμάτων και των λαών», λέει, «η δύναμη της εξουσίας και η αυστηρότητα των δικαστηρίων, είναι αληθινές εξουσίες όταν συνοδεύονται από αγάπη προς το καλό, κατά μίμηση της ουρανίου τάξεως, ενώ αν πέσουν στα χέρια πονηρών ανθρώπων, γίνονται τυραννία. Εξουσιάζουν παρά τη θέληση του λαού και αντί για υπακοή δημιουργούν διαμάχες και εξεγέρσεις».
Σε άλλη του επιστολή, τονίζει ότι, αυτοί που θεωρούν ότι οι εξουσίες πρέπει να μεταβιβάζονται από τους γονείς στα παιδιά, είναι τυφλοί ως προς την αλήθεια. Το βραβείο πρέπει να αποδίδεται στην αρετή, όχι στην καταγωγή και δεν πρέπει ούτε ο γιός του βασιλιά να θεωρείται άξιος, αν δεν είναι πράγματι. Αλλά να θεωρείται άξιος εκείνος που έχει «βασιλικὴν ψυχήν» και θα μπορέσει να αφομοιώσει την επιστήμη της εξουσίας.
Αλλού γράφει ότι, εκείνος που μπορεί να ονομαστεί επαξίως και δραστήριος άρχοντας και σοφός νομοθέτης, είναι όποιος δεν αρκείται στο να βοηθά τους αδικημένους, αλλά φροντίζει και να μην μπορεί κάποιος να τους αδικήσει, γιατί το πρώτο το κάνει χρησιμοποιώντας την δύναμη που του δίνει η εξουσία του, ενώ το άλλο είναι καρπός της δικής του σύνεσης.
Σε άλλη του επιστολή, ότι άρχοντες πραγματικοί είναι εκείνοι που κυβερνούν ανθρώπους που τους αποδέχονται με την ελεύθερη βούλησή τους, και μάλιστα όταν οι πολίτες εκείνοι είναι περίοπτοι για το ήθος τους. Και το ασφαλές κριτήριο για την νόμιμη και χρηστή διοίκηση, είναι οι κυβερνώντες να κάνουν τα πάντα προς το συμφέρον των πολιτών. Διότι, εκείνος που μετατρέπει την ορθή τάξη της εξουσίας σε τυραννία και ακαταστασία και φορτώνει στους πολίτες τις δυσκολίες και τα προβλήματα, ενώ για τον ίδιον κρατά τις απολαύσεις, αυτός δεν ασκεί νόμιμη εξουσία, αλλά τυραννία.
Και σε άλλη επιστολή προς τον Άγιο Κύριλλο, αποφθέγγεται ότι ο βασιλιάς, όταν εξουσιάζεται από τους νόμους, είναι και ο ίδιος «νόμος ἔμψυχος» και ο ιερἐας που κυβερνάται από τον θείο νόμο, είναι «κανὼν ἄφθογγος». Άλλωστε, τονίζει σε άλλη επιστολή, είναι καλύτερο κανείς να πράττει (το καλό) χωρίς να λέει λόγια, παρά να λέει χωρίς να πράττει. Και ωφελεί περισσότερο ο ορθός βίος έστω και χωρίς λόγια, παρά τα πολλά λόγια που δεν συνοδεύονται από τον ορθό βίο. Γιατί ο πρώτος ωφελεί και με την σιωπή του, ενώ εκείνα ενοχλούν με την φλυαρία τους.
Ο Άγιος Ισίδωρος ήταν μια ευαίσθητη ψυχή, γεμάτη αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους. Μέσα από τις επιστολές του διαφαίνεται ο πόνος της ψυχής του για τις αδικίες που συνέβαιναν, για τα προβλήματα της Εκκλησίας, τα παραπτώματα των κληρικών. Ήταν μόνιμη έγνοια του η φροντίδα για τη σωτηρία των ανθρώπων, των οποίων τα προβλήματα και τις δυσκολίες κυριολεκτικά τα έκανε δικά του και αποτελούσαν αντικείμενο της προσευχής του. Προκαλεί θαυμασμό η οξύτητα του πνεύματός του και η διεισδυτικότητα και η ζωντάνια του σύντομου και περιεκτικού του λόγου. Επιβλήθηκε στη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας με την αγιότητα του βίου του και τιμήθηκε ως άγιος αμέσως μετά την οσιακή του κοίμηση περί το 440 μ. Χ., στις 4 Φεβρουαρίου.
«ΒΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΑΓΑΘΩΝ Η ΟΜΟΝΟΙΑ»
Η όλη βιοτή του θα μπορούσε ίσως να συνοψιστεί σε αυτό που ο ίδιος γράφει σε κάποια επιστολή του, εξηγώντας στον αποδέκτη της το απόφθεγμα του Αποστόλου Παύλου “εἰ δυνατόν, τὸ ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες”:
«Προϋπόθεση και βάση όλων των ανθρωπίνων αγαθών, είναι ασφαλώς η ομόνοια και πρέπει να μη δίνεις σε κανέναν αφορμή για πόλεμο και φιλονικία. Αν όμως δεις κάπου να πλήττεται η ευσέβεια, ή να αδικούνται οι αδύνατοι, να μην προτιμάς την ειρήνη από την αλήθεια, αλλά να στέκεσαι γενναία, πολεμώντας μέχρις αίματος την αμαρτία».
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”














