των Αρχόντων Οφφικιάλιων της Μ.τ.Χ.Ε.
Η Εκκλησία της πρώτης χιλιετίας ήταν οργανωμένη γύρω από πέντε Πατριάρχες, δηλαδή Επισκόπους μεγάλων περιοχών, οι οποίες συχνά χαρακτηρίζονταν από τις δικές τους ιδιαίτερες παραδόσεις λειτουργικής λατρείας και έκφρασης της Αγίας Ορθοδόξου Πίστεώς μας. Οι Πατριάρχες αυτοί επέβλεπαν τις Εκκλησίες της Ρώμης, της Κωνσταντινουπόλεως, της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας και των Ιεροσολύμων. Στην Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα υπάρχουν εννέα Πατριάρχες: της Κωνσταντινουπόλεως, της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας, των Ιεροσολύμων, της Μόσχας, της Γεωργίας, της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας.
Μόνον ένας από αυτούς είναι γνωστός ως «Οικουμενικός Πατριάρχης»: ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης, ο οποίος από το 1991 είναι η Αυτού Παναγιότης Βαρθολομαίος, ο μακροβιότερος και ένας από τους πλέον σημαντικούς Οικουμενικούς Πατριάρχες στην ιστορία της Εκκλησίας. Ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, η Αυτού Παναγιότης είναι ο 269ος διάδοχος του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου Αποστόλου στην ηγεσία της Εκκλησίας σε εκείνη που κατέστη γνωστή ως «η βασιλεύουσα των πόλεων».
Ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως είναι γνωστός ως Οικουμενικός Πατριάρχης ήδη από το έτος 586, όταν ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Μαυρίκιος απένειμε τον τίτλο «Οικουμενικός» στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Άγιο Ιωάννη τον Νηστευτή. Ο Αυτοκράτορας απένειμε αυτόν τον τίτλο διότι ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ήταν Πατριάρχης της Εκκλησίας στην πόλη που αποτελούσε την πρωτεύουσα της μεγάλης αυτοκρατορίας, της υπερδυνάμεως της εποχής εκείνης.
Ωστόσο, αυτό ήταν πολύ περισσότερο από έναν απλώς τιμητικό τίτλο ή μία αναγνώριση ότι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως θα κατείχε την πρώτη θέση στις προσευχές και στις συνάξεις της παγκοσμίου Εκκλησίας. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως είχε ορισμένες ευθύνες μοναδικές μέσα στην Εκκλησία.
Ο Θ΄ Κανών της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνεκλήθη στη Χαλκηδόνα το 451, όριζε: «Εάν επίσκοπος ή κληρικός έχει διαφορά με τον μητροπολίτη της επαρχίας, ας προσφύγει είτε στον Έξαρχο της διοικήσεως είτε στον θρόνο της Βασιλευούσης Πόλεως Κωνσταντινουπόλεως, και εκεί ας δικασθεί». Ο ΙΖ΄ Κανών προσέθετε: «Εάν κάποιος αδικείται από τον μητροπολίτη του, η υπόθεση ας κρίνεται από τον έξαρχο της διοικήσεως ή από τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, όπως προαναφέρθηκε». Ο ΚΗ΄ Κανών ανέφερε ότι η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως είχε «ίσα πρεσβεία» με την Εκκλησία της Ρώμης.
Παρότι αυτές οι ιδιαίτερες εκκλησιαστικές αρμοδιότητες της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως ήταν ήδη γνωστές και καθιερωμένες κατά τον χρόνο που απονεμήθηκε στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ο τίτλος «Οικουμενικός Πατριάρχης», ο Πάπας Ρώμης, Άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος, ανησύχησε. Ο Άγιος Γρηγόριος εξέλαβε τον τίτλο ως δήλωση ότι ο Άγιος Ιωάννης ανακηρυσσόταν παγκόσμιος επίσκοπος ολόκληρης της Εκκλησίας, υπό την έννοια ότι η Εκκλησία πλέον είχε έναν μόνο επίσκοπο και όλοι οι άλλοι είχαν εκθρονισθεί.
Ο Άγιος Γρηγόριος έγραψε με αυστηρούς όρους προς τον Άγιο Ιωάννη: «Όποιος αποκαλεί εαυτόν παγκόσμιον επίσκοπον ή επιθυμεί αυτόν τον τίτλον, είναι, διά της υπερηφανείας του, πρόδρομος του Αντιχρίστου… Είθε όλοι οι Χριστιανοί να απορρίψουν αυτόν τον βλάσφημον τίτλον, αυτόν τον τίτλον που αφαιρεί την ιερατική τιμή από κάθε ιερέα τη στιγμή που παραφρόνως οικειοποιείται από έναν».
Αυτό, όμως, δεν ήταν το πραγματικό νόημα του τίτλου «Οικουμενικός Πατριάρχης». Δεν καθιστούσε τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως υπερεπίσκοπο εις βάρος όλων των υπολοίπων. Δεν σήμαινε ότι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως είχε οποιαδήποτε εξουσία πέραν των ορίων της δικής του εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας, εκτός από εκείνη που του είχαν αποδώσει η Σύνοδος της Χαλκηδόνος και άλλες Οικουμενικές Σύνοδοι.
Εφόσον τότε, όπως και σήμερα, αποτελεί ευθύνη του Οικουμενικού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως να επιλύει διαφορές μεταξύ επισκόπων, διαθέτει μία εξουσία που είναι πράγματι οικουμενική. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχει πλήρη, τακτική και άμεση δικαιοδοσία επί κάθε επισκοπής παντού, κατά τον τρόπο που η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αντιλαμβάνεται τον Πάπα Ρώμης. Δεν σημαίνει επίσης ότι είναι προσωπικώς αλάθητος στις διακηρύξεις του περί πίστεως και ηθών, όπως, και πάλι, διδάσκει η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία περί του Πάπα Ρώμης.
Ο τίτλος «Οικουμενικός» για τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως σημαίνει, ωστόσο, ότι η Αυτού Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ακολουθώντας τα ίχνη των αγίων προκατόχων του, είναι αληθώς «πρώτος μεταξύ ίσων»: ένας επίσκοπος όπως οι άλλοι επίσκοποι, ένας ιερεύς όπως οι άλλοι ιερείς και ένας Χριστιανός όπως οι άλλοι Χριστιανοί, αλλά ταυτόχρονα εκείνος που έχει επιλεγεί από τον Παντοδύναμο Θεό για μία ιδιαίτερη ευθύνη διαφυλάξεως και υπερασπίσεως της Εκκλησίας παγκοσμίως, χωρίς να παραβιάζει τα δικαιώματα ή τα προνόμια άλλων επισκόπων οπουδήποτε.
Ως εκ τούτου, ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι ο κατεξοχήν φύλακας της ενότητας και της ακεραιότητας της Εκκλησίας σε ολόκληρο τον κόσμο. Δόξα τω Θεώ για αυτή την ανεκλάλητη δωρεά!














