Ένα αφιέρωμα σε εκείνους που θυσιάστηκαν για τον Ελληνισμό της μαρτυρικής μεγαλονήσου και στάθηκαν υπέρμαχοι της πίστης, με αφορμή τη μνήμη του Αγίου Πολυδώρου του Κυπρίου, που τιμάται στις 3/9, ημέρα του Μαρτυρίου του
Από τον ΓΙΑΝΝΗ ΖΑΝΝΗ
Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. (Ματθ.10, 32-33)
Όπως αναγνωρίζεται από κάθε αντικειμενικό μελετητή της Ιστορίας, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας οι Νεομάρτυρες αποτέλεσαν ισχυρό ανάχωμα στον αφελληνισμό και στάθηκαν υπέρμαχοι της Πίστεως, η οποία ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος του υποδούλου Γένους. Η Κύπρος, αναπόσπαστο κομμάτι του Ελληνισμού, πλήρωσε βαρύτατο φόρο αίματος κατά την περίοδο εκείνη και βέβαια οι Νεομάρτυρες δεν έλειψαν από την μαρτυρική Μεγαλόνησο, όπως άλλωστε και από κάθε γωνιά της Χριστιανοσύνης, στην Μικρά Ασία, την Εγγύς Ανατολή και την Βαλκανική χερσόνησο.
Με αφορμή την μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος Πολυδώρου του Κυπρίου, που η Εκκλησία μας τιμά στις 3 Σεπτεμβρίου, ημέρα του Μαρτυρίου του, θα επιχειρήσουμε ένα σύντομο αφιέρωμα στον ίδιο και στους άλλους Κύπριους Νεομάρτυρες. Οδηγός μας στην ιστορική αυτή διαδρομή, ήταν το άρθρο της Χρυστάλλας Αγάθωνος, ερευνήτριας της Μεταβυζαντινής Τέχνης και Αγιογράφησης των εκκλησιών της Κύπρου, κατόχου Μεταπτυχιακού Διπλώματος με τίτλο «Byzantine Studies Pathway» από το Πανεπιστήμιο του Μπίρμιγχαν.
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ: Αρχίζοντας λοιπόν με χρονολογική σειρά, πρώτος σε αρχαιότητα αναφερόμενος Νεομάρτυρας εκ Κύπρου, είναι ο Άγιος Ιωάννης. Ωστόσο οι πληροφορίες γι’ αυτόν είναι πολύ περιορισμένες. Δεν γνωρίζουμε, ούτε τα σχετικά με την παιδική του ηλικία, ούτε τον τόπο και την ακριβή ημερομηνία του Μαρτυρίου του. Γνωρίζουμε μόνο ότι μαρτύρησε τον Οκτώβριο του 1745 και η μοναδική πηγή γι’ αυτόν είναι μία τοιχογραφία στον νάρθηκα της Ι.Μ. Ξηροποτάμου στο Άγιο Όρος.
ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Δεύτερος κατά χρονολογική σειρά, είναι ο Άγιος Γεώργιος ο Κύπριος, που μαρτύρησε στις 23 Απριλίου του 1752, δηλαδή την ημέρα της εορτής του Τροπαιοφόρου Μεγαλομάρτυρος, του οποίου το όνομα έφερε. Από το Νέο Μαρτυρολόγιο του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, πληροφορούμεθα ότι σε νεαρή ηλικία είχε μεταβεί στην Πτολεμαΐδα (της Παλαιστίνης) για να εργαστεί σε κάποιο ευρωπαϊκό προξενείο, ως υπεύθυνος προμηθειών τροφίμων και μεταξύ των συναλλασσομένων ήταν μία Τουρκάλα που του προμήθευε αυγά. Οι ομόθρησκές της όμως, από φθόνο τον κατηγόρησαν ότι προσπάθησε να την αποπλανήσει. Οδηγήθηκε στον καδή, απέρριψε τις ψευδείς κατηγορίες, αλλά του ζητήθηκε να παντρευτεί την μουσουλμάνα και να αλλαξοπιστήσει, κάτι που εκείνος φυσικά αρνήθηκε. Οι Τούρκοι τον σκότωσαν, αλλά σύντομα ο τάφος του έγινε πηγή ιάσεων και θαυμάτων. Το 1963, μετά από προσωπική παράκληση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, με πρωτοβουλία του μοναχού Νικάνδρου Σταυροβουνιώτη, έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του που σήμερα βρίσκονται στον ναό του Αγίου Γεωργίου στον άγιο Δομέτιο.
ΑΓΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ: Ο Άγιος Μιχαήλ, που μαρτύρησε στις 6 Απριλίου του 1835, ήταν ένας από τους πέντε Νεομάρτυρες της Σαμοθράκης (Γεώργιος, Μανουήλ, Θεόδωρος, Γεώργιος ο νεώτερος και Μιχαήλ). Οι λιγοστές πληροφορίες για τον βίο και το Μαρτύριό του, αντλούνται από το έργο «Διηγηματικός και Εγκωμιαστικός λόγος εις τους Αγίους πέντε νεομάρτυρας, εκ Σαμοθράκης», του Ιβηρίτου μοναχού Ιακώβου, που διακόνησε στον Άγιο Αθανάσιο Σαμοθράκης, μετόχι της Μονής Ιβήρων. Δεν γνωρίζουμε πώς βρέθηκε στη Σαμοθράκη, όταν το νησί επαναστάτησε κατά των Τούρκων, Συνελήφθη πάντως και εξισλαμίστηκε βιαίως με τους συμμάρτυρές του. Αλλά επέστρεψαν και οι πέντε στη Σαμοθράκη μετά το τέλος της Επαναστάσεως, επανήλθαν στην Ορθόδοξη Πίστη και ενσωματώθηκαν με τους ομοδόξους τους. Η πράξη τους αποτελούσε θανάσιμο αδίκημα για τους μουσουλμάνους και οι Χριστιανοί του συμβούλευσαν να φύγουν από τη Σαμοθράκη και να μεταβούν στο ελεύθερο ελλαδικό κράτος, όπου θα ζούσαν εκτός κινδύνου. Εκείνοι όμως παρέμειναν στο νησί, όπου εν τέλει συνελήφθησαν και μετά από πολλές περιπέτειες, θανατώθηκαν. Ο Κύπριος Μιχαήλ, συγκεκριμένα, οδηγήθηκε στη μέση του παζαριού, όπου οι δήμιοι τον διαμέλισαν με τα ξίφη τους. Οι Μάρτυρες ενταφιάστηκαν σε κοινό σημείο από τους Χριστιανούς. Ο τόπος του ενταφιασμού τους έγινε πηγή θαυμάτων, ενώ η Θεία Δίκη δεν άφησε ατιμώρητους τους δημίους τους, εκ των οποίων ένας προσβλήθηκε από πανώλη και άλλος έπαθε φρικτή παραμόρφωση στο πρόσωπό του. Τα ιερά τους λείψανα φυλάσσονται στον καθεδρικό ναό της Σαμοθράκης, και η μνήμη τους τιμάται την Κυριακή του Θωμά.
Η 9η Ιουλίου του 1821, ο απαγχονισμός του Αρχιεπισκόπου, η καρατόμηση τριών Ιεραρχών και οι 436 απαγχονισμοί
Το κορύφωμα όμως των Χριστιανών της Κύπρου για την Πίστη και το Γένος, υπήρξα αναμφισβήτητα η 9η Ιουλίου του 1821. Με την έκρηξη της Επανάστασης, η Πύλη έσπευσε να λάβει προληπτικά μέτρα στις περιοχές της αυτοκρατορίας όπου κατοικούσαν ελληνικοί πληθυσμοί, ασχέτως αν είχαν επαναστατήσει ή όχι. Τα μέτρα αποσκοπούσαν στην τρομοκράτηση των χριστιανών και την εξουδετέρωση των προκρίτων τους -που συχνά σήμαινε την φυσική τους εξόντωση. Τέτοιες περιοχές ήταν η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη, οι Κυδωνιές, η Έφεσος και η Κύπρος, μολονότι ήταν αδύνατον να επαναστατήσουν, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης.
Ετσι, στις 9 Ιουλίου 1821 απαγχονίστηκε ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός στην πλατεία Διοικητηρίου της Λευκωσίας. Την ίδια ημέρα καρατομήθηκαν οι τρεις μητροπολίτες της Κύπρου, ο Πάφου Χρύσανθος, ο Κιτίου Μελέτιος και ο Κυρηνείας Λαυρέντιος και άλλοι κληρικοί. Την επομένη και ως τις 14 Ιουλίου αποκεφαλίστηκαν και 436 επιφανείς Κύπριοι, αφού προηγουμένως είχαν αρνηθεί να αλλαξοπιστήσουν. Όπως αναφέρεται σε πηγές της εποχής, οι σφαγές πραγματοποιήθηκαν εντός των τειχών της Λευκωσίας. Οι πύλες της πόλης σφραγίστηκαν και «η πλατεία η προ του σεραγίου μετετράπη εις αληθές μακελλείον, και το αίμα αφθόνως έρρευσεν εις τας αγυιάς της πρωτευούσης».
Ο διαπρεπής έμπορος, το φοβερό σφάλμα που τον οδήγησε στην εξομολόγηση, η άρνησή του να ασπαστεί ξανά το Ισλάμ, παρά τις υποσχέσεις για πλούτη και τιμές, και η εκτέλεσή του
Αφήσαμε τελευταίο τον Άγιο Νεομάρτυρα Πολύδωρο, που μαρτύρησε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1795. Γι’ αυτόν σώζονται τα περισσότερα βιογραφικά στοιχεία από όσα για τους άλλους Κύπριους Νεομάρτυρες (πλην των Μαρτύρων της 9ης Ιουλίου).
Γεννημένος στη Λευκωσία, γόνος ευσεβών γονέων, ευφυής και φιλομαθής, γνώστης της ελληνικής, της αραβικής, της τουρκικής και της γαλλικής γλώσσας, διέπρεψε στον τομέα του εμπορίου. Το 1793, ενώ βρισκόταν στην Αίγυπτο για επαγγελματικούς λόγους, υπό την επήρεια μέθης δήλωσε ότι ασπάζεται τον μουσουλμανισμό. Όταν όμως συνήλθε, συναισθάνθηκε το φοβερό του σφάλμα. Πήγε στη Βηρυττό, εξομολογήθηκε στον τοπικό επίσκοπο και εκείνος τον συμβούλεψε να ασκητέψει σε κάποιο μοναστήρι του Λιβανίου Όρους για την περίοδο του Πάσχα του 1794 κι έπειτα να επιστρέψει στην Βηρυτό για να τον χρίσει με Αγιο Μύρο, και να γίνει πάλι δεκτός στους κόλπους της Εκκλησίας. Όμως ο Άγιος φοβήθηκε για τη ζωή του Επισκόπου, αν οι Τούρκοι μάθαιναν για τις συμβουλές που του έδωσε και προτίμησε να μεταβεί στην Πτολεμαΐδα (της Παλαιστίνης) και να ομολογήσει την μετάνοια και την πίστη του στον Χριστό σε εκείνη την πόλη. Ο μητροπολίτης όμως, του ανέφερε ότι σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση η ομολογία έπρεπε να γίνει στον τόπο της άρνησης, δηλαδή στην Αίγυπτο.
ΑΝΤΙΞΟΟΤΗΤΕΣ
Ωστόσο, ταξιδεύοντας για την Αίγυπτο, ο Άγιος αντιμετώπισε πολλές και μεγάλες αντιξοότητες και εν τέλει, αντί για τον αρχικό του προορισμό, κατέληξε να βρεθεί στη Χίο, στις 11 Ιουλίου του 1794. Εκεί, αναζήτησε και βρήκε κάποιον Πνευματικό, υπό την καθοδήγησή του οποίου άρχισε να προετοιμάζεται καλύτερα για το Μαρτύριο, με νηστεία, προσευχή, παρακλήσεις στη Θεοτόκο και ανάγνωση πολλών βιβλίων, κυρίως βίων άλλων Αγίων Μαρτύρων. Εν τέλει χρίσθηκε με το Άγιο Μύρο, μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και πλέον ήταν καθ’ όλα έτοιμος να αντιμετωπίσει τους αλλόθρησκους.
Στις 25 Αυγούστου αναχώρησε για τη Νέα Έφεσο της Μικράς Ασίας. Αμέσως μετά την άφιξή του, ο Άγιος Πολύδωρος παρουσιάστηκε στον Μουφτή, από τον οποίον ζήτησε και έλαβε εγγράφως απόφαση, ότι είναι νόμιμο για κάποιον, αν τον εξαπατήσουν και του δώσουν ως πολύτιμο σκεύος κάτι που στην πραγματικότητα είναι κίβδηλο, να το επιστρέψει πίσω, εννοώντας τη μουσουλμανική πίστη. Στη συνέχεια παρουσιάστηκε στον Καδή, και ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό. Ο Καδής τον προέτρεψε να εγκαταλείψει την Έφεσο και να μεταβεί σε όποιο μέρος επιθυμούσε για να ζήσει όπως θέλει. Ο Πολύδωρος όμως επέμενε να ομολογεί την πίστη του στον Χριστό και να αρνείται το Ισλάμ. Ο Καδής τότε διέταξε να τον φυλακίσουν μέχρι να παρουσιαστεί στα επίσημα πρόσωπα της πόλης. Παρά τις υποσχέσεις για πλούτη και τιμές αν παρέμενε μουσουλμάνος, ο Άγιος Πολύδωρος αρνιόταν κατηγορηματικά να ασπαστεί ξανά το Ισλάμ. Έτσι, τον οδήγησαν και πάλι στη φυλακή και τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια.
Εκτελέστηκε με απαγχονισμό στις 3 Σεπτεμβρίου του 1795. Το σώμα του έμεινε άταφο, κρεμασμένο στην αγχόνη επί τρεις ημέρες. Εν τέλει επέτρεψαν την ταφή του. Το 1968, κατόπιν ενεργειών του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, η κάρα του μεταφέρθηκε στην Κύπρο. Η μνήμη του τιμάται στις 3 Σεπτεμβρίου, ημέρα του Μαρτυρίου του.
ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥΣ ΕΔΡΑΙΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΕ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ
Θα συμφωνήσουμε με την επισήμανση της Χρυστάλλας Αγάθωνος ότι μπορεί εύκολα κανείς να αντιληφθεί τη σημασία της θυσίας των Νεομαρτύρων, τόσο για την Εκκλησία, όσο και για τον Ελληνισμό στο σύνολό του, και εν προκειμένω για τον Ελληνισμό της μαρτυρικής μεγαλονήσου, της οποίας το βόρειο κομμάτι βρίσκεται υπό την κατοχή των ίδιων κατακτητών. Οι Νεομάρτυρες με το αίμα του μαρτυρίου τους εδραίωσαν σε δύσκολες και δυσοίωνες εποχές για τον Ελληνισμό και τον Χριστιανισμό, την πίστη στον Θεό και την προσήλωση στην πατρίδα. Με το μαρτύριό τους συνέβαλαν τα μέγιστα στη διατήρηση της Ελληνορθόδοξης συνείδησης των Ρωμιών της Ανατολής. Πιστοί στον λόγο του Ευαγγελίου, επαλήθευσαν τον λόγο του Κυρίου: ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”















