Ένας από τους πιο διακεκριμένους ξένους μελετητές της Νεοελληνικής και Βυζαντινής Ιστορίας, Γλώσσας και Λογοτεχνίας, ο σκωτσέζικης καταγωγής αλλά και επίτιμος Έλληνας πολίτης Ρόντρικ Μπίτον, μιλά στην «Ο.Α» για τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας
«Ο Έλληνας, ο οποίος είναι πολιτισμικά ο κληρονόμος του Περικλή, μπορεί ο ίδιος να είναι και του Πατριάρχη Φωτίου ή του Μιχαήλ Ψελλού
και ανάλογα με την περίσταση να αισθάνεται πιο κοντά άλλοτε στον ένα, άλλοτε στον άλλο»
«Ο φιλελληνισμός και ο όρος «φιλέλληνας» ανήκουν σχεδόν αποκλειστικά σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, το΄21. Στις μέρες μας, όσοι αγαπάμε την Ελλάδα και τον ελληνικό πολιτισμό δεν ρισκάρουμε τίποτε. Ζούμε σε άλλη εποχή• δεν υπάρχει σύγκριση»
Από τον ΣΩΤΗΡΗ ΛΕΤΣΙΟ*
Με το πολυσχιδές και πολυετές έργο του ο κ. Ρόντρικ Μπίτον κερδίζει επαξίως μια θέση ανάμεσα στους σημαντικότερους ξένους μελετητές της Νεοελληνικής και Βυζαντινής Ιστορίας, Γλώσσας και Λογοτεχνίας. Γεννήθηκε και µεγάλωσε στο Εδιµβούργο. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήµιο του Κέµπριτζ, από όπου έλαβε στη συνέχεια διδακτορικό δίπλωµα µε θέµα το ελληνικό δηµοτικό τραγούδι. Από το 1981 έως τη συνταξιοδότησή του δίδαξε νεότερη ελληνική και βυζαντινή ιστορία, γλώσσα και φιλολογία στο King’s College του Πανεπιστηµίου του Λονδίνου, όπου και κατείχε από το 1988 την έδρα «Κοραής» του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών. Εκλέχτηκε εταίρος (Fellow) της Βρετανικής Ακαδηµίας το 2013 και το 2019 του επιδόθηκε το παράσηµο του Ταξιάρχη του Τάγµατος της Τιµής, «για την εµβληµατική συµβολή στην έρευνα της Νεοελληνικής και Βυζαντινής Ιστορίας, Γλώσσας και Λογοτεχνίας».
Τον Μάρτιο του 2023, σε ορκωμοσία που τελέστηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος, έγινε επίτιµος Ελληνας πολίτης, ενώ το 2025 τιμήθηκε με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Γραμμάτων για τη συνολική του προσφορά. Στη συνέντευξη που έδωσε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» ο κ. Μπίτον αναφέρεται στην ελληνική ιστορία και στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας, στη θέση της χώρας μας ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, στην προσωπικότητα του Καποδίστρια και στην έννοια του φιλελληνισμού σήμερα αλλά και στον μεγάλο μας ποιητή Γιώργο Σεφέρη.
Με βάση το γεγονός ότι έχετε μελετήσει επισταμένως πολλές πτυχές της ελληνικής ιστορίας, θα ήθελα ξεκινώντας αυτή τη συνέντευξη να σας ρωτήσω σε ποια συμπεράσματα έχετε καταλήξει σχετικά με την ιδιοσυγκρασία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που διαθέτουμε ως λαός εμείς οι Έλληνες.
Καταρχάς αποφεύγω τα στερεότυπα και θα δυσκολευόμουν να προτείνω συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που να αρμόζουν στους Έλληνες σε όλες τις φάσεις της μακροχρόνιας ιστορίας τους. Αν μιλάμε για τη σημερινή Ελλάδα, έστω και τετριμμένα, υπάρχουν γνωρίσματα όπως η ζωτικότητα (το αμετάφραστο «κέφι»), η τάση προς τον διάλογο (μέχρι και τον… καβγά), η περίφημη και ακόμα σχεδόν παντού υπαρκτή φιλοξενία. Να μιλήσουμε και για τη φοροδιαφυγή; Για τη διχόνοια; Αλλά φτάνει – μην χαθούμε πάλι στα στερεότυπα.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων συχνά τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η ελληνική κοινωνία βρίσκεται πιο κοντά στη νοοτροπία και τις πολιτισμικές συνήθειες της Ανατολής, αν και τυπικά θεωρούμαστε ως οργανικό τμήμα της Δύσης. Ποια είναι η εκτίμησή σας;
Ανεξάντλητο θέμα! Μου κάνει εντύπωση ότι από το ΄21 και μπρος η «επίσημη Ελλάδα», να το πούμε έτσι, κάθε φορά που βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα, επιλέγει τη Δύση. Και στον Ψυχρό Πόλεμο ακόμα, παρόλο που γεωγραφικά στον χάρτη η Ελλάδα ανήκει στην Ανατολή, συγκαταλεγόταν με τη Δύση, με το ΝΑΤΟ, και αργότερα με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα (σήμερα Ε.Ε). Αλλά οι επιλογές αυτές ποτέ δεν ήταν ανώδυνες (σκεφτείτε το ρόλο του Κολοκοτρώνη το ΄21, τον Εθνικό Διχασμό του 1916, τον Εμφύλιο). Και έξω από τον χώρο της πολιτικής, η θρησκεία, ο λαϊκός πολιτισμός, η μουσική παράδοση – όλα αυτά έχουν τις ρίζες τους βαθιά στον ανατολική Χριστιανοσύνη, στην τελευταία περίπτωση ακόμα και στα λαϊκότερα στρώματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η σημερινή Ελλάδα -ο σημερινός Ελληνισμός- κατά την άποψή μου ανήκει ταυτόχρονα και στη Δύση και στην Ανατολή. Αν υπάρχει διαχωριστική γραμμή, περνάει μέσα από την ίδια την ελληνική κοινωνία, μέσα από οικογένειες, μέχρι και μέσα από το ίδιο το άτομο. Ο Ελληνας, ο οποίος είναι πολιτισμικά ο κληρονόμος του Περικλή, μπορεί ο ίδιος να είναι (πώς να μην είναι;) και του Πατριάρχη Φωτίου ή του Μιχαήλ Ψελλού και ανάλογα με την περίσταση να αισθάνεται πιο κοντά άλλοτε στον ένα, άλλοτε στον άλλο.
Καθώς πλησιάζουμε στη συμπλήρωση των 200 χρόνων από την ίδρυση του ελληνικού κράτους κατά πόσο είναι σήμερα ευδιάκριτο ότι εμείς ως λαός έχουμε αφήσει πίσω μας τον διχασμό και τις διαιρέσεις, οι οποίες μας ακολουθούσαν κατά πόδας από το 1821 έως και πριν από μερικά χρόνια;
Είναι γεγονός ότι το ελληνικό κράτος σφυρηλατήθηκε στο αμόνι της βίας• και πολλές φορές οι επαναστατημένες φατρίες συγκρούονταν μεταξύ τους. Μάλλον ήταν αναπόφευκτες οι διαιρέσεις και οι διαφορές -πολιτικές αλλά και προσωπικές- σε μία περίοδο όταν διακυβεύονταν τα πάντα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης μέχρι που να δημιουργηθεί το έθνος-κράτος που γνωρίζουμε σήμερα. Αλλά ο τρόπος της γέννησης αυτής επισκίαζε όλη σχεδόν τη μετέπειτα πορεία του μέχρι και πρόσφατα. Ο αείμνηστος ιστορικός Γιώργος Δερτιλής συνόψιζε την ιστορία του ελληνικού κράτους με τον τίτλο: «Επτά πόλεμοι, τέσσερις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις (Εκδ. Πόλις, 2016). Αλλά ύστερα από την τελευταία «πτώχευση», την δεκαετία του 2010, δεν διασπάστηκε η ελληνική κοινωνία όπως έγινε στην Κατοχή και στον Εμφύλιο της δεκαετίας του 1940–παρόλο που μερικοί προφήτευαν κάτι τέτοιο. Διστάζω να πω ότι στα ενδιάμεσα χρόνια μέστωσε η ελληνική κοινωνία, επειδή ακούγεται σαν πατρονάρισμα• αλλά κάτι μαθαίνουμε όλοι από την ιστορία μας (και αλίμονο σε όσους δεν μαθαίνουν!).
«Η τραγωδία του Καποδίστρια βρίσκεται στο γεγονός ότι υπήρξε ταυτόχρονα και Έλληνας και ξένος. Ενώ η διπλή αυτή ιδιότητα θα μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελος του προγράμματός του, έγινε το αντίθετο»
Η περίπτωση Καποδίστρια είναι ως θέμα στην επικαιρότητα το τελευταίο διάστημα. Εάν είχε επιζήσει θα συνέχιζε να αποτελεί εγγύηση για την ανασυγκρότηση σε γερά θεμέλια της Ελλάδας;
Δεν είδα την ταινία, αλλά διάβασα αρκετό σχετικό σχολιασμό. Πιστεύω ότι ο Κυβερνήτης ήρθε στην Ελλάδα με καλές προθέσεις και πολλή ικανότητα. Οι ρυθμίσεις που έκανε, στα λίγα χρόνια που είχε στη διάθεσή του, είναι εντυπωσιακές και αρκετές ήταν ακόμα θεμελιακές για το μέλλον. Αλλά ο αριστοκράτης εκείνος που μεγάλωσε στη βενετοκρατούμενη Κέρκυρα, υπηρετούσε τον τσάρο και στην συνέχεια έζησε ως εξόριστος στην Ελβετία, από την ιδιοσυγκρασία και από τη διαμόρφωσή του δεν μπόρεσε να καταλάβει τους Έλληνες τους οποίους διορίστηκε να κυβερνήσει. Ούτε αυτοί εκείνον. Η περίπτωση είναι τραγική και ανεπανάληπτη. Η τραγωδία του Καποδίστρια, όπως πιστεύω, βρίσκεται στο γεγονός ότι υπήρξε ταυτόχρονα και Έλληνας και ξένος. Ενώ η διπλή αυτή ιδιότητα θα μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελος του προγράμματός του, έγινε το αντίθετο. Του έλειπε η αυθεντικότητα ενός Έλληνα που να μπορέσει να θεωρηθεί ως «δικός μας», αλλά ταυτόχρονα ενός ξένου (όπως αργότερα, για ένα διάστημα τουλάχιστον, ο Όθωνας) του οποίου το κύρος βασίστηκε στο γεγονός ότι δεν είναι Έλληνας και άρα έχει το δικαίωμα να κάνει κουμάντο σε όλους.
Πώς αντιλαμβάνεστε την έννοια του φιλελληνισμού -εάν υπάρχει ως τέτοιο σήμερα- στο διεθνές περίγυρο; Πώς εκδηλώνεται πρακτικά αυτός;
Για μένα ο φιλελληνισμός και ο όρος «φιλέλληνας» ανήκουν σχεδόν αποκλειστικά σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, το΄21. Οι ξένοι που κατέβηκαν στην Ελλάδα να πάρουν μέρος στον Αγώνα, πολλές φορές πλήρωσαν με τη ζωή τους. Ενώ στις μέρες μας, όσοι αγαπάμε την Ελλάδα και τον ελληνικό πολιτισμό δεν ρισκάρουμε τίποτε. Ζούμε σε άλλη εποχή• δεν υπάρχει σύγκριση. Όχι πως δεν υπάρχει αυτή η φιλία προς την Ελλάδα και τον ελληνικό πολιτισμό–βεβαίως υπάρχει. Αλλά τα αισθήματα δεν μπορούν να έχουν την ίδια φόρτιση με το «φιλέλληνας» του 1821.
«Ο Σεφέρης είναι ο ποιητής της ανθρωπότητας»
Προσφάτως εκδόθηκε η εξαιρετική βιογραφία που συγγράψατε για τον Γιώργο Σεφέρη. Ποια θεωρείτε ότι ήταν η συνεισφορά του στην εξέλιξη της ποίησης;
Χάρηκα ιδιαίτερα πως ύστερα από πάνω από 20 χρόνια επανεκδόθηκε στα ελληνικά η βιογραφία αυτή. Είχε από χρόνια εξαντληθεί, και από φίλους και γνωστούς έμαθα κατά καιρούς ότι τους έλειπε – θα άξιζε, λένε, να επανεκδοθεί. Το οποίο έγινε τώρα, χάρη στην πρωτοβουλία των Εκδόσεων Πατάκη. Πιστεύω ότι ο Σεφέρης είναι ο κατ’ εξοχήν ποιητής της Ελλάδας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα (ενώ του Ελληνισμού είναι ο Καβάφης). Στον Σεφέρη χρωστάμε ένα μεστό ποιητικό λόγο στα ελληνικά, ο οποίος βασίζεται στη δημοτική αλλά προοιωνίζεται την «Κοινή Νεοελληνική» που καθιερώθηκε με τις μεταρρυθμίσεις του 1976. Αλλά θεματικά ο Σεφέρης είναι ο ποιητής της ανθρωπότητας. Στον λόγο όταν του απονεμήθηκε το Νόμπελ, το 1963, είπε: «Όταν στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκριση του ήταν ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας». Άρα η συνεισφορά του στα ελληνικά γράμματα είναι τεράστια, και η επιρροή του παραμένει μέχρι σήμερα.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”














