Ο Ιερεμίας από την Αναθώθ, με την ευγενική ψυχή, ταυτίζεται με την οδύνη. Κηρύσσει τη μετάνοια, υφίσταται διώξεις, βιώνει την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, μιλά για τη σωτηρία και λιθοβολείται. Παραδόσεις τον συνδέουν με τον Μακεδόνα στρατηλάτη
Από τον ΓΙΑΝΝΗ ΖΑΝΝΗ*
«Μεγαλύτεροι Μάρτυρες ήταν οι Προφήτες! Ήταν οι πιο μεγάλοι Μάρτυρες από όλους τους Μάρτυρες, παρόλο που δεν πέθαναν όλοι με μαρτυρικό θάνατο. Γιατί οι Μάρτυρες για λίγο υπέφεραν, ενώ οι Προφήτες έβλεπαν μια κατάσταση και υπέφεραν συνέχεια. Φώναζαν φώναζαν και οι άλλοι τον χαβά τους. Και όταν έφθανε η ώρα και ερχόταν η οργή του Θεού εξαιτίας τους, βασανίζονταν και εκείνοι μαζί τους».
Τα παραπάνω λόγια του Αγίου Παϊσίου, ισχύουν ασφαλώς για όλους σχεδόν τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά περισσότερο απ’ όλους για τον Προφήτη Ιερεμία, τον «πενθικώτατον τῶν Προφητῶν», στον οποίον έλαχε ο βαρύς κλήρος να ζήσει την εκπλήρωση των προειρημένων του και να δει την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και την μετοικεσία της Βαβυλώνος.
Γεννημένος, το πιθανότερο, στην κωμόπολη Αναθώθ της περιοχής της φυλής Βενιαμίν περί το 650 π. Χ., ήταν γόνος ιερατικής οικογενείας και ο πατέρας του ήταν ο ιερέας Χελκίας. Όπως ήταν φυσικό, ανατράφηκε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου, εἰδὼς ἀπὸ βρέφους τὰ ἱερὰ γράμματα».
Μελέτησε ιδιαιτέρως τον Προφήτη Ησαΐα και τον Προφήτη Ωσηέ, τον οποίων ο προφητικός λόγος στηλίτευε την αποστασία του λαού και των αρχόντων του από την αληθινή πίστη και αντιλαμβανόταν ότι αποστασία αυτή είχε λάβει μεγαλύτερες ακόμη διαστάσεις στην εποχή του. Σε νεαρή ηλικία, περίπου 23 ή 24 ετών, ο Κύριος και Θεός τον κάλεσε στο προφητικό αξίωμα. Ο νεαρός Ιερεμίας καταλήφθηκε από ιερό δέος μπροστά στο βαρύ χρέος και την ευθύνη που αναλάμβανε και αρχικά παρακάλεσε τον Θεό να τον απαλλάξει, επικαλούμενος το νεαρό της ηλικίας και τις ασθενικές του δυνάμεις. Υπάκουσε, όταν ο Θεός τον διαβεβαίωσε ότι θα έστεκε πάντα βοηθός του.
Έτσι, άρχισε το προφητικό του κήρυγμα, στηλιτεύοντας το συγκρητιστικό πνεύμα που επικρατούσε στην Ιουδαία και την επεκτεινόμενη ειδωλολατρία σε βάρος της αληθινής πίστης, την κοινωνική αδικία και την ανερυθρίαστα εφάμαρτη ζωή των συμπατριωτών του, καλώντας τον λαό σε μετάνοια και προλέγοντας την επικείμενη καταστροφή της Ιερουσαλήμ, αν οι Ιουδαίοι δεν επέστρεφαν στην πατρώα ευσέβεια. Το έργο του διήρκεσε, με ελάχιστα μικρά διαλείμματα, σαράντα χρόνια: από το 626 ως το 584, καλύπτοντας το διάστημα της εξουσίας τεσσάρων βασιλέων (Ιωσία, Ιωάχαζ, Ιωακείμ και Σεδεκία), συνεχίζοντας και για κάποιο διάστημα μετά την κατάλυση του βασιλείου και την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τον Ναβουχοδονόσωρα και τη μετοικεσία της Βαβυλώνος που επακολούθησε.
Στο διάστημα αυτό αντιμετώπισε μεγάλες διώξεις από την κρατική εξουσία, που δεν ανεχόταν τον έλεγχό του. Αλλά και ο λαός κατά μεγάλο μέρος, δεν ανεχόταν τον Προφήτη, ο οποίος δεν τον κολάκευε, αλλά τον καλούσε σε μετάνοια και του ανάγγελλε τα δεινά που θα επέφερε η αποστασία του.
Μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ, ο Ιερεμίας παραμένει στην Ιουδαία, κοντά στον κυβερνήτη που όρισε ο Ναβουχοδονόσωρ, τον Γοδολία. Όμως ο Γοδολίας δολοφονήθηκε και οι εναπομείναντες Ιουδαίοι, φοβούμενοι τα αντίποινα, σκέπτονται να μετοικίσουν στην Αίγυπτο, ζητώντας από τον Ιερεμία να τους πει αν ήταν αυτό το θέλημα του Θεού. Ο Προφήτης τους διεμήνυσε ότι η εντολή του Θεού ήταν να παραμείνουν στον τόπο τους. Οι Ιουδαίοι για μια ακόμα φορά παρακούουν και φεύγουν για την Αίγυπτο. Ο Προφήτης ακολουθεί τον απειθή λαό, νουθετώντας για μετάνοια. Στην Αίγυπτο διολισθαίνουν πάλι στην ειδωλολατρεία και ο Ιερεμίας τους προειδοποιεί για την επικείμενη εισβολή του Ναβουχοδονόσωρα στη χώρα, η οποία και έγινε. Οι συμπατριώτες του, μη ανεχόμενοι τους ελέγχους του, τον λιθοβολούν στην πόλη Τάφνα της Αιγύπτου, όπου και ετάφη, πιθανότατα περί το 568 π.Χ.
Στις τελευταίες προφητείες του, προλέγει την επάνοδο των Ισραηλιτών στη γη των πατέρων τους (που πραγματοποιήθηκε στα χρόνια της βασιλείας του Κύρου του Μεγάλου) καθώς και την έλευση του Μεσσία και την Νέα Διαθήκη που επρόκειτο να συνάψει ο Θεός, όχι μόνο με τους Εβραίους, αλλά με όλα τα έθνη της γης: «ἰδοὺ ἐγὼ συνάγω αὐτοὺς ἐκ πάσης τῆς γῆς, οὗ διέσπειρα αὐτοὺς ἐκεῖ ἐν ὀργῇ μου καὶ τῷ θυμῷ μου …, καὶ ἐπιστρέψω αὐτούς εἰς τὸν τόπον τοῦτον καὶ καθιῶ αὐτοὺς πεποιθότας, καὶ ἔσονταί μοι εἰς λαόν, καὶ ἐγὼ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεόν. καὶ δώσω αὐτοῖς ὁδὸν ἑτέραν καὶ καρδίαν ἑτέραν φοβηθῆναί με πάσας τὰς ἡμέρας καὶ εἰς ἀγαθὸν αὐτοῖς καὶ τοῖς τέκνοις αὐτῶν μετ’ αὐτούς. καὶ διαθήσομαι αὐτοῖς διαθήκην αἰωνίαν, ἣν οὐ μὴ ἀποστρέψω ὄπισθεν αὐτῶν».
Η ΤΙΜΗ ΤΩΝ ΑΙΓΥΠΤΙΩΝ
Στο συναξάρι του αναφέρεται ότι τάφηκε κοντά στο παλάτι του Φαραώ και ότι οι Αιγύπτιοι τον τιμούσαν ιδιαίτερα, επειδή με την προσευχή του εξολοθρεύτηκαν οι ασπίδες, τα δηλητηριώδη φίδια που απειλούσαν διαρκώς τη ζωή τους.
Οι εκστρατείες του «Ισκαντέρ», η επίσκεψη στην Ιερουσαλήμ όπου τον υποδέχθηκε το Ιερατείο των Ιουδαίων και το προσκύνημα στον τάφο του αγγελιοφόρου του Θεού
Πέρασαν περίπου δυόμισι αιώνες από τον θάνατο του Προφήτη, όταν ο Μεγάλος Μακεδόνας στρατηλάτης ξεκίνησε «την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία, τη νικηφόρα, την περίλαμπρη, τη περιλάλητη, τη δοξασμένη, που ως άλλη δεν δοξάστηκε καμιά, με τες εκτεταμένες επικράτειες, με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών», κατά τον περίφημο στίχο του Καβάφη, η οποία θα έφερνε «την Κοινήν Ελληνική Λαλιά ως μέσα στην Βακτριανή, ως τους Ινδούς».
Ο Μέγας Αλέξανδρος όμως, δεν ήταν μόνον ο αήττητος στρατηλάτης, αλλά και ο οξυδερκής και διορατικός πολιτικός με την οικουμενική σκέψη, που δεν ήθελε να υποδουλώσει, αλλά να συμφιλιώσει τα έθνη και τους λαούς. Έτσι, στα έθνη που συναντούσε στο πέρασμά του, σεβάστηκε τα έθιμα και την παράδοσή τους και συμπεριφερόταν σαν να ήταν δικός τους συμπατριώτης και σαν ελευθερωτής. Είναι γνωστός ο σεβασμός με τον οποίον αντιμετώπισε την οικογένεια του ηττημένου αντιπάλου του. Έτσι, η φήμη του «Ισκαντέρ» μένει μέχρι σήμερα ανεξίτηλα χαραγμένη στην μνήμη των εθνών της Ανατολής και το όνομά του είναι θρύλος και τραγούδι στα χείλη τους.
Όταν όμως έφτασε και στην Ιερουσαλήμ, συνέβη κάτι το ιδιαίτερα ασυνήθιστο. Όπως περιγράφει ο Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος, στις πύλες της πόλεως τον υποδέχθηκε το ιερατείο με επικεφαλής τον Αρχιερέα, πνευματικό και πολιτικό ηγέτη του έθνους του. Ας δούμε όμως ακριβώς τα λόγια του Ιώσηπου: «Ο Αλέξανδρος, βλέποντας από μακριά το λευκοφορεμένο πλήθος, τους ιερείς να προπορεύονται με τις υφασμένες από βύσσο στολές τους και τον αρχιερέα με την χρυσοποίκιλτη στολή του με το υακινθώδες χρώμα, που έφερε στο κεφάλι την τιάρα με το χρυσό έλασμα πάνω της, στο οποίο ήταν γραμμένο το Όνομα του Θεού, πλησίασε μόνος και προσκύνησε το Όνομα και τον Αρχιερέα. Και όταν ο Παρμενίων τον ρώτησε γιατί προσκύνησε τον Αρχιερέα των Ιουδαίων, ενώ όλοι προσκυνούσαν εκείνον (τον Αλέξανδρο) αυτός απάντησε: «Δεν προσκύνησα αυτόν, αλλά τον Θεό, με την αρχιερωσύνη του Οποίου έχει τιμηθεί αυτός (οὐ τοῦτον, εἶπε, προσεκύνησα, τὸν δὲ Θεόν, οὗ τὴν ἀρχιερωσύνην οὗτος τετίμηται)». Και προσέθεσε ότι, πριν ξεκινήσουν την εκστρατεία, και ενώ είχε αγωνία αν το εγχείρημα θα επετύγχανε ή όχι, είδε στον ύπνο του έναν άνθρωπο ντυμένο με αυτή την αρχιερατική στολή, που τον ενθάρρυνε να προχωρήσει στα σχέδιά του. Υπάρχει μάλιστα και μία ανεξακρίβωτη παράδοση, που θέλει τον Αλέξανδρο να ασπάστηκε εν τέλει την θρησκεία εκείνη. Και δεν πρέπει να αποκλείεται το ενδεχόμενο, ο μαθητής του Αριστοτέλη να ασπάστηκε τη θρησκεία του Άγνωστου Θεού, τον Οποίον αναζητούσαν εναγωνίως οι ποιητές και οι φιλόσοφοι του έθνους του.
Όταν ο Αλέξανδρος έφτασε στην Αίγυπτο, έχοντας πληροφορηθεί τα σχετικά με τον προφήτη Ιερεμία, επισκέφθηκε τον τάφο του. Και όταν έκτισε την Αλεξάνδρεια, μετέφερε εκεί τα οστά του και τα εγκατέσπειρε πέριξ της πόλεως, για να την προστατεύουν από τις δηλητηριώδεις ασπίδες.
Στο απόκρυφο βιβλίο «Παραλειπόμενα Προφήτου Ιερεμίου» υπάρχει η διήγηση ότι ο Προφήτης είχε προαναγγείλει στο Αιγυπτιακό Ιερατείο ότι θα γίνει ένα μεγάλο σημείο και τα είδωλά τους θα γκρεμιστούν στη γη από ένα Παιδί Σωτήρα, που θα γεννηθεί από Παρθένο σε φάτνη. Οι Αιγύπτιοι, συνεχίζει η ίδια διήγηση, μέχρι τους ελληνιστικούς χρόνους τοποθετούσαν το ομοίωμα μιας παρθένου και ενός βρέφους μέσα σε φάτνη και το προσκυνούσαν. Και όταν ο βασιλιάς Πτολεμαίος τους ρώτησε γιατί το κάνουν αυτό, του απάντησαν ότι το παρέδωσε ένας άγιος Προφήτης στους πατέρες τους οι οποίοι το παρέδωσαν σε αυτούς και περιμένουν την εκπλήρωση της προφητείας. Προφανώς τη διήγηση αυτή έχει υπόψη ο ποιητής του Ακαθίστου Ύμνου, στον στίχο
«Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ φωτισμὸν ἀληθείας,
ἐδίωξας τοῦ ψεύδους τὸ σκότος,
τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης, Σωτήρ,
μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν,
οἱ τούτων δὲ ῥυσθέντες ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον·
Χαῖρε ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων
Χαῖρε κατάπτωσις τῶν δαιμόνων… κ. ε.»
ΑΦΟΣΙΩΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΘΕΟ ΔΟΧΕΙΟ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Ο Προφήτης Ιερεμίας χαρακτηρίστηκε, όχι άδικα, ως ο κορυφαίος ελεγειακός του πόνου και της οδύνης, όπως φαίνεται στους Θρήνους του.
Άνθρωπος με ευγενική ψυχή και ευαίσθητη καρδιά, με ευρύτητα πνευματική και φωτεινή διάνοια, ευσεβής και αφοσιωμένος στον Θεό, δοχείο του Αγίου Πνεύματος, διέκρινε καλύτερα από κάθε άλλον την θρησκευτική, πολιτική και κοινωνική κατάπτωση του λαού του, σε μια εποχή που θυμίζει εν πολλοίς την σημερινή. Ο πόνος του ήταν διπλός: Κι επειδή διέκρινε την κατάπτωση αυτή, αλλά και επειδή προέβλεπε με την Χάρη του Αγίου Πνεύματος επερχόμενα δεινά, τα οποία εν τέλει τα βίωσε και ο ίδιος. Μελετώντας κανείς τις προφητείες του, δεν μπορεί να μη συμμεριστεί τα αισθήματα του πόνου και της οδύνης του, της οδύνης μιας ευσεβούς και φιλάδελφης ψυχής, που έζησε σε μια εποχή τραγικά όμοια με τη δική μας.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”














