Με την ευγενική πρόσκληση του Αντιπροσώπου του Πατριαρχείου Ρουμανίας στην Ιερουσαλήμ, Αρχιμανδρίτη π. Ιωάννη, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ. Θεόφιλος προεξήρξε της θείας Λειτουργίας στην ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου της Ρουμανικής Αντιπροσωπείας στην Ιερουσαλήμ, στη συνοικία των θρησκευομένων Ιουδαίων, την Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025. Η Θεία Λειτουργία τελέστηκε κατ’ εξαίρεση, για λόγους ποιμαντικούς, επ’ ευκαιρία της μνήμης του αγίου μεγαλομάρτυρα Δημητρίου και του μαθητή του, μεγαλομάρτυρα Νέστορα.
Στη Θεία Λειτουργία συλλειτούργησαν ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντίνης κ. Αρίσταρχος και ο Μητροπολίτης Ελενουπόλεως κ. Ιωακείμ, Αγιοταφίτες Ιερομόναχοι, μεταξύ των οποίων πρώτος ο Γέρων Δραγουμάνος, Αρχιμανδρίτης π. Ματθαίος, οι Αρχιμανδρίτες π. Χριστόδουλος και π. Κωνσταντίνος, ο Προϊστάμενος του Ιερού Ναού, άλλοι ιερείς από τη Ρουμανία, ο Αρχιδιάκονος π. Μάρκος και ο Ιεροδιάκονος π. Ευλόγιος. Την ψαλμωδία ανέλαβαν ο Ιεροψάλτης του Ναού, Ρουμανιστί, και ο Πρωτοψάλτης του Πανιέρου Ναού της Αναστάσεως, Διάκονος π. Ευστάθιος, ενώ συμμετείχαν επίσης οι μοναζούσες της Αντιπροσωπείας και πιστοί, κυρίως Ρουμανοφώνων, κάτοικοι του Ισραήλ.
Στο ευσεβές εκκλησίασμα ο Πατριάρχης κήρυξε τον θείο λόγο ελληνιστί και, ταυτόχρονα, σε μετάφραση ρουμανιστί, ως εξής:
«Ενίκα γαρ ο πόθος την φύσιν, δια θανάτου πείθων τον εραστήν, διαβηναι προς τον ποθούμενον, Χριστόν τον Θεόν, και Σωτήρα των ψυχών ημών», αναφωνεί ο υμνωδός της Εκκλησίας.
Οσιολογιώτατε Αρχιμανδρίτα κ. Ιωάννη, εκπρόσωπε εν Ιεροσολύμοις του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Ρουμανίας κ. Δανιήλ,
Σεβαστοί Άγιοι Πατέρες και Αδελφοί,
Εὐλαβεῖς Χριστιανοί και προσκυνηταί,
Η χάρις του Αγίου Πνεύματος συνήγαγε ημάς σήμερον εν τω επωνύμω Ναώ του Αγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, της εν Ιεροσολύμοις αδελφής Ορθοδόξου Ρουμανικής Εκκλησίας, ίνα εορτάσωμεν την κατάθεσιν των ιερών λειψάνων αυτού εν τω εν Λύδδη μεγαλοπρεπή Ναώ τω υπό του αγίου αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του μεγάλου ανεγερθέντι.
Ο ένδοξος του Χριστού Μεγαλομάρτυς Γεώργιος, γόνος πλουσίας και ευγενούς οικογενείας κατήγετο εκ Καππαδοκίας εκ πατρός μέν Καππαδόκης, εκ μητρός δέ Παλαιστῖνος. Υπηρέτησε ως ανώτερος αξιωματικός εις τάς τάξεις του Ρωμαϊκού στρατού επί αυτοκράτορος Διοκλητιανού (εν έτει 284-305), ενώπιον του οποίου εκήρυξε εαυτόν Χριστιανόν ομολογήσας τον Ιησούν Χριστόν Θεόν τε και Θεού Υιόν είναι, διό και συνελήφθη και υπέστη μαρτυρικόν θάνατον. Τα δε λείψανα αυτού μετεφέρθησαν εις Διόσπολιν (Λύδδαν), την Αγιογραφικήν πόλιν ένθα ο επώνυμος αυτού Ναός και το κενότάφιον.
Η τιμή του αγίου Γεωργίου επεξετάθη εις τα πέρατα της Οικουμένης, ιδιαιτέρως δε εις την Ανατολήν αλλά και την Δύσιν, ένθα τιμάται ουχί μόνον υπό των Χριστιανών αλλά και υπό των ετεροθρήσκων. Τούτο δε οφείλεται εις τα πολλαπλά θαύματα, τα γενόμενα υπ’ αυτού ως εναργέστατα περιγράφει ο υμνωδός αυτού λέγων: «Μεγα και θαυμαστόν αληθώς, της σής αρρήτου μαρτυρίας κηρύττεται, το κλέος ένδοξε Μάρτυς· ως γαρ λαμπρός αριστεύς, διατρέχεις πάσαν αξιάγαστε, την κτίσιν Γεώργιε, πλείσταις όντως κοσμούμενος, θαυματουργίαις, και τας νόσους ιώμενος, και τους πάσχοντας, θεραπεύων πρεσβείαις σου· όθεν ως αντιλήπτορα, θερμόν σε γινώσκομεν, και ευεργέτην παμμάκαρ, τους αιχμαλώτους ρυόμενον, Χριστόν ουν δυσώπει, ταις ψυχαίς ημών δοθήναι, το μέγα έλεος».
Η μαρτυρία και ομολογία του θεσπεσίου Γεωργίου ότι ο Χριστός είναι Θεός και Υιός του Θεού του ζώντος, κατέδειξεν αυτόν μέγαν και διακρινόμενον εν μέσω του «νέφους των μαρτύρων» (Πρβλ. Εβρ. 12,1) της Εκκλησίας. Ούτος εγένετο σύσκηνος και συνόμιλος των μαρτύρων του Χριστού, διότι εκήρυττε μετά παρρησίας την εν Χριστώ αλήθειαν, καταγγέλλων την εκ της διαβολικής πλάνης θρησκείαν των ειδώλων, μή φοβούμενος τον θάνατον, ακούων εις τον Ευαγγελικόν λόγον του Κυρίου λέγοντα: «Μή φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μή δυναμένων αποκτεῖναι· φοβηθήτε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι εν γεένῃ» (Ματθ. 10,28).
Ο μακάριος Γεώργιος, φωτισθείς υπό του Αγίου Πνεύματος εκινείτο υπό του ακατανίκητου πόθου διαβηναι προς τον Χριστόν τον Θεόν και Σωτήρα των ψυχών ημών, τούτέστιν «εν τη πόλει Θεού ζώντος, Ιερουσαλήμ επουρανίω… και Εκκλησία πρωτοτόκων εν ουρανοίς απογεγραμμένων» (Εβρ. 12,23). Και τούτο, διότι ήκουε του θείου Παύλου κηρύσσοντος: «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13,14). Ερμηνεύων τον λόγον τούτον ο Θεοφύλακτος λέγει: «Ουκ έχομεν μετοχήν των εν τω κόσμω τούτω, επειδέν ουδέν μένει. Οφείλομεν ουν φεύγειν εκ τούτου και προς την μέλλουσαν πόλιν τρέχειν, τούτέστιν τον ουρανόν».
Οι μάρτυρες του Χριστού είναι εκείνοι, οι οποίοι αναγγέλλουν την δικαιοσύνην και την αλήθειαν Αυτού, ουχί μόνον δια του προφορικού αυτών λόγου, αλλά και δια του αίματος του μαρτυρίου των. Τούτο ακριβώς εποίει ο μεγαλομάρτυς Γεώργιος ακούων της φωνής του ψαλμωδού λέγοντος: «το στόμα μου εξαγγελεί την δικαιοσύνην σου, όλην την ημέραν την σωτηρίαν σου, ότι ουκ έγνων γραμματείας» (Ψαλμ. 70,15).
Με άλλα λόγια, ο αξιάγαστος Γεώργιος εν ενεργεία, ών αξιωματικός του Ρωμαϊκού στρατού ευηγγελίζετο Χριστόν τον Θεόν και Υιόν του Θεού και Σωτήρα του κόσμου. Διό και «εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος αυτού και εις τα πέρατα της Οικουμένης τα ρήματα αυτού» (Πρβλ. Ρωμ. 10,18 / Ψαλμ. 18,5). Εγκωμιάζων την μνήμην του αθλοφόρου Γεωργίου, ο υμνωδός αυτού λέγει: «Του Χριστού το γεώργιον, τον γενναῖον εν Μάρτυσι, τον σοφόν Γεώργιον ευφημήσωμεν, της αληθείας τον κήρυκα, κλήμα το αείζωον, της αμπέλου της ζωής, τον καρπόν εξανθήσαντα, και πηγάσαντα, ευσεβείας το γλεύκος και τους πίστει, εκτελούντας ετησίως, τούτου την μνήμην ευφραίνοντα».
Λίαν ευστόχως ο υμνωδός καλεί τον αοίδιμον μάρτυρα Γεώργιον «κήρυκα της αληθείας και κλήμα το αείζωον της αμπέλου της ζωής». Η άμπελος της ζωής δεν είναι άλλη, κατά την μαρτυρίαν του Ευαγγελιστού Ιωάννου, από τον Χριστόν και την Εκκλησίαν, η οποία είναι το μυστικόν σώμα Αυτού: «εγώ ειμι η άμπελος η αληθινή, και ο πατήρ μου ο γεωργός εστι· παν κλήμα εν εμοί μη φέρων καρπόν, αίρει αυτό, και παν το καρπόν φέρων, καθαίρει αυτό, ίνα πλείονα καρπόν φέρῃ» (Ιωάν. 15,1-2).
Ερμηνεύων τον ως άνω λόγον, ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας λέγει: «Ιστέον ουν ότι συνενούμενοι μέν διά πίστεως αυτώ και εν ψιλαίς και μόναις ομολογίαις το της κολλήσεως είδος επιτηδεύοντες, ου μην και τοις εξ αγάπης ανδραγαθήμασι τον της συναφείας δεσμόν επισφίγγοντες κλήματα μέν εσόμεθα, νεκρά δε όμως και άκαρπα». [Καί απλούστερον, πρέπει να γνωρίζωμεν λοιπόν, ότι εάν είμεθα ηνωμένοι μέ τον Χριστόν διά της πίστεως, και εφαρμόζωμεν τον τύπον του συνδέσμου μόνον μέ κενές ομολογίες πίστεως και δεν συσφίγγωμεν τον δεσμόν της ενότητος (μέ τον Χριστόν) μέ έργα αγάπης, τότε θα είμεθα πράγματι κλήματα νεκρά και άκαρπα].
Αυτή ακριβώς η εν Χριστώ ενότης των αδελφών Ορθοδόξων Εκκλησιών Σιών της Αγίας, και Ρουμανίας διατρανούται σήμερον ταίς ικεσίαις του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου σύν ταις πρεσβείαις της υπερευλογημένης Θεοτόκου εν τω ιερώ μυστηρίῳ της μυστικής ευλογίας του κοινού, δηλονότι ποτηρίου της Θείας Ευχαριστίας του Σώματος και του Αίματος του Θεού και Σωτήρος ημών Χριστού, του Οποίου εγενόμεθα κοινωνοί και συμμέτοχοι.
Μετά δε του υμνωδού είπωμεν: «Όρει μαρτυρίου προσεπέβης, και στέφος έδεξω Αθλοφόρε, εκ χειρός του Κυρίου· τούτο γαρ εστι το γέρας των Μαρτύρων· όθεν σε πάντες, επαξίως μεγαλύνομεν».
Έτη πολλά, ευλογημένα και ειρηνικά.
Περί δε τω τέλει της θείας Λειτουργίας ο Μακαριώτατος επέδωσεν εις τον π. Ιωάννην επιστήθιον σταυρόν και σταυρόν ευλογίας εκ μαργαριταρορρίζης, ο δε π. Ιωάννης προσεφώνησε τιμητικώς τον Μακαριώτατον ελληνιστί ως έπεται:
«Μακαριώτατε Πατριάρχα Θεόφιλε Γ’
κυρία αντιπρόεδρε της Βουλής των Αντιπροσώπων της Ρουμανίας, Εντιμότατοι εκπρόσωποι του Ρουμανικού Ισραηλινού Διπλωματικού Σώματος,
Αγαπητοί αδελφοί και φίλοι εν Κυρίῳ,
Σας απευθύνω θερμότατο καλωσόρισμα εις αυτήν την ξεχωριστήν και ευλογημένην εκδήλωσιν, αφιερωμένην εις τον Άγιον μεγαλομάρτυρα Γεώργιον.
Κατά τα τελευταία έτη, λόγω της πανδημίας και των συγκρούσεων που ετάραξαν ολόκληρον τον κόσμον, δεν είχομεν την χαράν να συναντηθώμεν και να εορτάσωμεν από κοινού τον μάρτυρα Κυρίου, τον προστάτην ημών.
Η ουσία της αγάπης και της Ευχαριστιακής Κοινωνίας εν τη Εκκλησία του Χριστού είναι η σύναξις, εξ ου και η σημασία της λέξεως «συναγωγή».
Σήμερον συνελθόντες ηνωμένοι πέριξ του ενδοξοτέρου και λαμπροτέρου μάρτυρος του Χριστού, ανακαλούμεν εις μνήμην τον λόγον του Κυρίου «όπου εισι δύο ή τρεις συνηγμένοι εν τω ονόματί Μου, εκεί ειμι εν τω μέσῳ αυτών».
Πράγματι χαιρόμεθα διότι ζούμεν ειρηνικάς ημέρας και διότι ο Χριστός ευρίσκεται εν τω μέσῳ ημών.
Με την ευλογίαν του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Δανιήλ, ετελέσαμεν σήμερον την Δοξολογίαν και την θείαν Λειτουργίαν, προεξάρχοντος του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Ιεροσολύμων και πάσης Παλαιστίνης. Χαιρόμεθα εκ βάθους ψυχής, ότι ευρίσκεσθε σήμερον εν τω μέσῳ ημών και εγώ προσωπικώς εκφράζω την βαθείαν ευγνωμοσύνην μου δια πάσαν την στήριξιν και τας πολυτίμους πνευματικάς διδασκαλίας, τας οποίας εδέχθην εκ της Μακαριότητός Σας.
Δι’ εμέ είσθε όχι μόνον Πατριάρχης, αλλά και Πατήρ και στήριγμα πνευματικόν.
Ευχαριστώ εκ καρδίας δια την αγάπην, με την οποίαν περιβάλλετε πάντας ημάς τους ζώντας εν Ιεροσολύμοις τω αγιοτάτω τόπω του κόσμου και κέντρω της γης, όθεν εξήλθεν η σωτηρία.
Επιθυμούμεν να Σας προσφέρωμεν ως δώρον εικόνα παριστάνουσαν την Γέννησιν του Κυρίου, προς ανάμνησιν του γεγονότος ότι συντόμως θα αγαλλιασθώμεν άμα εν Βηθλεέμ επί τη μεγάλῃ ταύτῃ εορτή· εικόνα, ήτις θα μας υπενθυμίζῃ ότι ο Θεός κατήλθεν εις τον κόσμον, ίνα αναβιβάσῃ τον άνθρωπον εις τον ουρανόν.
Ευχόμεθα έτη πολλά, ευλογημένα, υγιή και φωτεινά!
Μετά την θείαν Λειτουργίαν ηκολούθησε κέρασμα εις το ηγουμενείον και τράπεζα δια τον Μακαριώτατον και την συνοδείαν Αυτού.















