Θεολογική καί κοινωνική προσέγγιση
α) Το βάπτισμα συνδεόταν στην εκκλησιαστική παράδοση κυρίως με την αγρυπνία του Πάσχα. Τότε, πλήθος ανθρώπων που είχαν στη διάρκεια της Μ. Τεσσαρακοστής κατηχηθεί, έρχονταν πανηγυρικά διά του βαπτίσματος στην Εκκλησία. Η λαμπάδα των νεοφώτιστων, που συνδέεται με την πασχαλινή λαμπάδα, αποτελεί σύμβολο του εσωτερικού φωτός και της πνευματικής αναγέννησης του ανθρώπου.
Σύμβολο της μετάβασης από τη ζωή του σκότους στη ζωή του φωτός. Είναι δύσκολο στις μέρες μας να αντιληφθούμε το βαθύ θεολογικό νόημα της εισόδου του ανθρώπου στο χώρο της χάριτος. Κι αυτό, διότι το βάπτισμα έγινε απλώς ένα καλό έθιμο, ένα πολιτιστικό αυτονόητο για βρέφη, συχνά χωρίς πνευματική προοπτική.
β) Ίσως δε γίνεται ευρύτερα αντιληπτό, ότι η είσοδος στο αγιασμένο ύδωρ της κολυμβήθρας χαριτώνει τον άνθρωπο και δραστηριοποιεί όλες τις ψυχικές του δυνάμεις για τον πολύμορφο πνευματικό αγώνα. Δεν κατανοείται επίσης, ότι η ένταξη αυτή αποσπά από τη μοναξιά και φέρει σε κοινωνία τους ανθρώπους με τον Χριστό και μεταξύ τους. Τους καθιστά όντως αδελφούς εν Χριστώ. Και λέγονται αυτά, διότι τις ανοιξιάτικες αυ- τες μέρες γίνονται στους ενοριακούς ναούς πολλές βαπτίσεις νηπίων και σύμφωνα με επίσημες στατιστικές, πάνω από το 90% του ελληνικού πληθυσμού βαπτίζει τα παιδιά του. Πως τώρα φθάνουμε στο σημείο, ενώ οι νέοι αποτελούν μέλη της Εκκλησίας, να μην «πάνε στην Εκκλησία», δύσκολα ερμηνεύεται.
γ) Όσα ειπώθηκαν πιο πάνω για το βάπτισμα, μπορούν να συνδεθούν με το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα (Ιωάν. 5, 1-15). Η σύνδεση αυτή εξάλλου απαντά τόσο στην υμνολογία όσο και στην πατερική σκέψη και θεολογία. Η προβατική κολυμβήθρα ήταν τύπος της κολυμβήθρας του αγίου βαπτίσματος, γράφει ο Ζιγαβηνός. Και ο ιερός Χρυσόστομος επισημαίνει ότι τότε, μόνο ένας είχε τη δυνατότητα να θεραπευθεί, ενώ στο βάπτισμα της Εκκλησίας «καν η οικουμένη πάσα έλθη, η χάρις ουκ αναλίσκεται». Και πράγματι η χάρη είναι ανεξάντλητη, αρκεί ο χριστιανός να ανταποκρίνεται στην έλευση της χάριτος και με επίγνωση να ζει σε κοινωνία με τους άλλους το μυστήριο της πίστεως.
δ) Όταν βιώνεται η εκκλησιαστική ενότητα ως σχέση και κοινωνία, ως άρση του σταυρού του άλλου, ως συμμετοχή στο πρόβλημα, στον πόνο και στη θλίψη, τότε παραμερίζεται η μοναξιά και γεμίζει η κοινωνία από ανθρώπους. Όταν όμως καλλιεργείται στον εκκλησιαστικό χώρο η ατομική ευσέβεια, αυτή διαχέεται και στην κοινωνία ως ατομισμός και ως συμφεροντολογικός εγωκεντρισμός. Τότε ψάχνουμε ανθρώπους και δεν τους βρίσκουμε. Αναζητούμε ανθρωπιά και αυτή έχει ξεθωριάσει. Οπότε, βρίσκει πρόσφορο έδαφος η μοναξιά και η απελπισία.
ε) Ο Χριστός ως θεάνθρωπος αποτελεί πρότυπο αυθεντικού ανθρώπου. Δεν ήλθε στον κόσμο για να διακονηθεί, αλλά να διακονήσει και να προσφέρει τη ζωή Του για τη σωτηρία του δημιουργήματός Του. Όμως, σέβεται την ελευθερία και το αυτεξούσιο του ανθρώπου. Δεν επεμβαίνει βίαια στη ζωή του. Ακόμη και για το δώρο της υγείας ρωτά: «Θέλεις υγιής γενέσθαι;». Μια ερώτηση μάλλον περιττή για κάποιον που περίμενε τριάντα οκτώ έτη. Κι όμως, η απάντηση αποκαλύπτει το πρόβλημα του παραλύτου, ο οποίος είχε δεχθεί μοιρολατρικά την κατάστασή του και δεν είχε το κουράγιο και την ελπίδα να σηκωθεί, για να εισέλθει στα ιαματικά νερά.
στ) Φαίνεται ότι δεν ήταν μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά παράλυτος. Αντί λοιπόν με πόθο και λαχτάρα να απαντήσει, «ναί Κύριε, θέλω να γίνω καλά», μεταθέτει το πρόβλημα λέγοντας: «Δεν έχω άνθρωπο να με βάλει στη δεξαμενή, όταν ταραχθούν τα νερά». Κι ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων ανατρέποντας τη λογική της απελπισίας του λέγει: «Σήκω πάνω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». Κι αμέσως έγινε υγιής, πήρε το κρεβάτι του και περπατούσε. Δε χρειάζεται να σχολιασθεί ο φθόνος και η τυπολατρία των θρησκευτικών αρχόντων των Ιουδαίων για τη δήθεν παράβαση της αργίας του Σαββάτου. Ας εστιασθεί η προσοχή μας στην ευθύνη των μελών της Εκκλησίας απέναντι στα νεοβαπτιζόμενα παιδιά.
ζ) Χαρά Θεού κατά την ημέρα που βαπτίζεται στα αγιασμένα νερά ένα νέο μέλος, κατά κανόνα μικρό παιδί, και εισέρχεται στην Εκκλησία. Συμμετέχουμε πλήθος ανθρώπων: κληρικοί, ανάδοχοι, συγγενείς, φίλοι, γείτονες, συνάδελφοι και γνωστοί. Η ατμόσφαιρα πανηγυρική, συγκινητική και ευφρόσυνη. Όλοι δίδουμε ευχές και χαιρόμαστε τη μεγάλη αυτή στιγμή. Αλλά μήπως αυτό κρατά μόνο λίγες ώρες; Που είμαστε αλήθεια όλοι εμείς, όταν το παιδί αυτό αρχίζει να αντιμετωπίζει τη μοναξιά, την εφηβική μελαγχολία, το άγχος της ζωής, τις εσωτερικές συγκρούσεις, τα αδιέξοδα και τις πρώτες απογοητεύσεις; Είμαστε δίπλα του ως άνθρωποι ή ως κριτές και τιμητές; Είναι λυπηρό στη σημερινή κοινωνία, νέα παιδιά να παραλύουν ψυχικά και να φωνάζουν «άνθρωπον ουκ έχω». Ας σκεφθούμε σοβαρά την ευθύνη μας, επαναφέροντας στην κοινωνία την ανθρωπιά με αναφορά στο Θεάνθρωπο Χριστό, τον Αναστημένο Κύριο.
‘Από το βιβλίο: ΜΑΘΗΤΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Πηγή: Μητρόπολη Ζάμπιας














