Ο Αγ. Ταράσιος Κων/πόλεως αγωνίστηκε κατά της εικονομαχίας που ταλάνισε την Εκκλησία επί έναν αιώνα. Με πρωτοβουλία του, η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος αναθεμάτισε την αίρεση και θεμελίωσε την Ορθοδοξία.
Από τον ΓΙΑΝΝΗ ΖΑΝΝΗ
Η Εικονομαχική αίρεση, η οποία συντάραξε τους κόλπους της Εκκλησίας επί ενάμισι σχεδόν αιώνα, άρχισε το 726 μ. Χ. με το διάταγμα του (πολύ σπουδαίου, κατά τα άλλα) αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ του Ίσαυρου, με το οποίο αποδοκιμαζόταν η προσκύνηση των Ιερών Εικόνων ως ειδωλολατρία.
Τελείωσε οριστικά το 843 μ. Χ. από την αυτοκράτειρα Αγία Θεοδώρα, η οποία ασκούσε την εξουσία ως επίτροπος του ανήλικου γιού της Μιχαήλ Γ΄. Είχε προηγηθεί η δεύτερη περίοδος του διωγμού των Αγίων Εικόνων, που άρχισε το 815, επί βασιλείας του Λέοντος Ε΄. Υπήρξε ένα μικρό διάλειμμα από τον τερματισμό της πρώτης περιόδου, ως την έναρξη της δεύτερης (726-787 μ. Χ.)
Η πρώτη περίοδος της Εικονομαχίας άρχισε λοιπόν με το διάταγμα του 726. Ωστόσο, η πολιτική του Λέοντα Γ΄, παρότι ασπαζόταν τις αντιλήψεις των Εικονομάχων, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σχετικά ήπια και οι σχετικές διατάξεις περί απαγορεύσεως και αφαιρέσεως των Εικόνων (μολονότι δεν έλειψαν και κατά την περίοδο αυτή οι αιματηρές παρεμβάσεις του κράτους κατά των υποστηρικτών των Αγίων Εικόνων) φαίνεται ότι δεν είχαν την αυστηρότητα των αντιστοίχων του διαδόχου του.
Πράγματι, ο γιος και διάδοχος του Λέοντα Γ, ο Κωνσταντίνος Ε΄, που του αποδόθηκε το προσωνύμιο «Κοπρώνυμος», υπήρξε αμείλικτος διώκτης των Αγίων Εικόνων και εκείνων που τις τιμούσαν, σε βαθμό που λίγα θα είχε να ζηλέψει από τους αρχαίους διώκτες του Χριστιανισμού.
Συγκάλεσε την ψευδοσύνοδο της Ιερείας (754), η οποία (κατ’ επιταγήν του ουσιαστικά) καταδίκασε τις απεικονίσεις των ιερών προσώπων, οι μονές έκλεισαν και οι μοναχοί και οι μοναχές υποχρεώθηκαν δια της βίας σε γάμο.
Ο Κωνσταντίνος Ε΄ επέλεξε ως σύζυγο του γιού του Λέοντα Δ΄ την κόρη της ευγενούς Αθηναϊκής οικογένειας των Σαρανταπήχων, που διακρινόταν για τη μόρφωση και την ομορφιά της. Το όνομα αυτής, Ειρήνη. Η οικογένεια των Σαρανταπήχων ήταν Εικονόφιλη. Και όταν το 775 ο Κωνσταντίνος Ε΄ πέθανε μετά από οδυνηρότατη ασθένεια (την οποία και ο ίδιος, υπό την πίεση των αφόρητων σωματικών πόνων και των τύψεων, όπως περιγράφει στην Χρονογραφία του ο Όσιος Θεοφάνης ο Ομολογητής, την απέδωσε στην ασέβεια που είχε δείξει προς τις Άγιες Εικόνες), τον διαδέχθηκε ο γιος του Λέων. Η Ειρήνη η Αθηναία, στέφθηκε αυτοκράτειρα.
Ο Λέων Δ΄ συνέχισε την εικονομαχική πολιτική του πατέρα του, αλλά πέντε χρόνια μετά την στέψη του πέθανε, αφήνοντας διάδοχό του τον ανήλικο γιο του Κωνσταντίνο ΣΤ΄. Η Ειρήνη, κατά τους νόμους και τα επικρατούντα ήθη της εποχής, ανέλαβε την επιτροπεία του γιού της, αλλά κατ’ ουσίαν συγκέντρωσε όλη την εξουσία στα χέρια της, εξουδετερώνοντας και τους αδελφούς του συζύγου της που εποφθαλμιούσαν τον θρόνο.
Όπως είπαμε, η ίδια η αυτοκράτειρα ήταν Ορθόδοξη. Αλλά και ο (ασθενής τότε) πατριάρχης Παύλος Δ΄ ο Κύπριος, μολονότι φαινομενικά υποστήριζε την Εικονομαχία, είτε είχε μετανοήσει, είτε φοβόταν να εκφράσει τις πραγματικές του πεποιθήσεις. Όπως κι αν έχει το πράγμα, ο πατριάρχης συνέστησε στην αυτοκράτειρα Ειρήνη να αποκαταστήσει την τιμητική τους προσκύνηση στην λατρευτική τάξη της Εκκλησίας. Ο Παύλος πέθανε μετά από λίγο διάστημα και η αυτοκράτειρα αναζήτησε τον άνθρωπο που θα κρατούσε το πηδάλιο της Νοητής Νηός κατά την κρίσιμη εκείνη καμπή. Και δεν δυσκολεύτηκε να τον βρει στο πρόσωπο του πρωτοασηκρήτη (σ.σ. ο όρος σημαίνει «εξ απορρήτων σύμβουλος») του αυτοκράτορα, Ταράσιο.
Ο Ταράσιος ήταν γιος του Γεωργίου, Πατρικίου και επάρχου της Κωνσταντινουπόλεως, και της Ευκρατίας. Αυτή ήταν ευσεβής Ορθόδοξη, και μετέδωσε στον γιό της την ευσέβεια. Η Βασίλισσα τον είχε γνωρίσει και τον θαύμαζε για την παιδεία και την ευσέβειά του και διέβλεψε στο πρόσωπό του τον συνετό εκκλησιαστικό ηγέτη που θα ειρήνευε την Εκκλησία και θα επούλωνε τις πληγές που είχε επιφέρει η Εικονομαχία.
Ο ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΣΤΟ ΥΨΗΛΟ ΑΞΙΩΜΑ
Ο Ταράσιος όμως, πέραν της έμφυτης ταπεινοφροσύνης του και του σεβασμού προς το υψηλό αξίωμα που καλείτο να αναλάβει, είχε και πλήρη συναίσθηση των ευθυνών που θα επωμιζόταν. Έτσι, αρχικά αρνήθηκε. Μετά από πολλές πιέσεις, υπέκυψε, θέτοντας όμως ως απαράβατο όρο ότι οι βασιλείς θα συγκαλούσαν Οικουμενική Σύνοδο για το ζήτημα των Εικόνων, ώστε να τεθεί τέλος στο πρόβλημα της εικονομαχίας.
ΕΝΩΣΕ ΜΕ ΠΝΕΥΜΑ ΠΡΑΟΤΗΤΑΣ, ΕΠΙΔΩΘΗΚΕ ΣΤΗ ΦΙΛΝΘΡΩΠΙΑ, ΕΖΗΣΕ ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΛΗΤΑ. ΑΦΗΣΕ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΠΝΟΗ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΠΟΥ ΙΔΡΥΣΕ Ο ΙΔΙΟΣ
Τα Χριστούγεννα του 784 ο Ταράσιος, αφού χειροτονήθηκε αυθημερόν και στους τρεις βαθμούς της Ιεροσύνης, αναδείχθηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ένας τέτοιος τρόπος εκλογής ήταν ασυνήθιστος και δεν προβλεπόταν από τους Ιερούς Κανόνες, γεγονός που προκάλεσε αρχικά την αντίδραση του πάπα Αδριανού Α΄, αλλά και σε σημαντική μερίδα του Κλήρου και των Μοναχών της Ανατολής. Ο συνετός Ταράσιος, με την μετριοπάθεια που τον διέκρινε, κατόρθωσε να ειρηνεύσει τους αντιτιθέμενους και έπεισε και τον πάπα Αδριανό να αποκατασταθεί η μεταξύ των Εκκλησιών κοινωνία (την περίοδο της Εικονομαχίας η Κωνσταντινούπολη είχε αποκοπεί από όλες τις άλλες Εκκλησίες, που παρέμεναν πιστές στα ορθά δόγματα).
Στις 13 Οκτωβρίου του 787 μ. Χ., με πρωτοβουλία του Πατριάρχη Ταρασίου και της αυτοκράτειρας Ειρήνης που εκτελούσε χρέη αντιβασιλέως, συγκροτήθηκε η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος. Η πόλη που επελέγη, ήταν και πάλι η Νίκαια, εκεί που είχε συνέλθει τεσσερισήμισι αιώνες πριν και η Πρώτη των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων. Συγκεντρώθηκαν τριακόσιοι πενήντα Ορθόδοξοι επίσκοποι και προστέθηκαν άλλοι δεκαεπτά. Παρευρέθησαν και αντιπρόσωποι της Εκκλησίας της Ρώμης και των Πατριαρχείων της Ανατολής (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων) καθώς και οι επιζώντες ομολογητές μοναχοί που είχαν υποστεί τους διωγμούς κατά την περίοδο της εικονομαχίας, περί τους εκατόν τριάντα έξι συνολικά. Η αίρεση των Εικονομάχων αναθεματίστηκε και τέθηκε τέρμα στην πρώτη περίοδο της Εικονομαχίας.
Ο συνετός, μετριοπαθής και διαλλακτικός Άγιος Ταράσιος δέχθηκε ξανά στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας επισκόπους που είχαν παρασυρθεί από την αίρεση, επιδιώκοντας την ειρήνευση και την επούλωση των πληγών, μολονότι αυτό προκάλεσε τις αντιδράσεις μιας μερίδας ζηλωτών μοναχών, που απαιτούσαν επιτίμια ακοινωνησίας για ένα έτος τουλάχιστον.
Κατόρθωσε και πάλι να ενώσει τα διεστώτα με πνεύμα πραότητας, ώστε να αποφευχθούν νέα σχίσματα.
Το 795 νέα αναταραχή ξέσπασε στην Εκκλησία, όταν ο νεαρός διάδοχος Κωνσταντίνος ΣΤ΄ χώρισε αυθαίρετα την σύζυγό του Μαρία και παντρεύτηκε την Θεοδότη. Διέταξε να καρεί μοναχή η πρώην σύζυγός του και απαιτούσε από τον Πατριάρχη να τελέσει αυτόν τον αντικανονικό γάμο. Εν τέλει ο γάμος έγινε παρά την θέληση του Αγίου Ταρασίου, από κάποιον ιερέα. Οι μοναχοί, ιδιαίτερα οι Στουδίτες, με προεξάρχοντες τον Άγιο Θεόδωρο και τον θείο του Πλάτωνα, εξανέστησαν και διέκοψαν το μνημόσυνο στον Πατριάρχη. Ο βασιλιάς τους εξόρισε στην Θεσσαλονίκη, αλλά δύο χρόνια αργότερα η Ειρήνη παραμέρισε τον γιό της και ανέλαβε η ίδια όλη την εξουσία και επανέφερε τους εξόριστους μοναχούς στην Κωνσταντινούπολη.
Ο συνετός Πατριάρχης έτεινε και πάλι πρώτος χείρα καταλλαγής, στην οποία οι δυο Άγιοι Στουδίτες μοναχοί ανταποκρίθηκαν και έτσι αποφεύχθηκε ένα βαθύ σχίσμα.
Ο υπόλοιπος χρόνος της Πατριαρχίας του Αγίου Ταρασίου κύλησε μάλλον απρόσκοπτα. Πολιτεύτηκε γενικά με ζήλο, αλλά και με σύνεση. Ήταν προικισμένος με σπάνιες αρετές και χαρίσματα, ενώ άσκησε και ευρεία φιλανθρωπική δραστηριότητα, οργανώνοντας συσσίτια για ενδεείς ανθρώπους σε πολλά σημεία της Βασιλεύουσας, παρέχοντάς του και ιματισμό, ενώ ίδρυσε πολλά ευαγή ιδρύματα, νοσοκομεία, ξενώνες κ.α.
Έζησε σε όλη του τη ζωή λιτοδίαιτα και ασκητικά, χωρίς να τον αγγίξει στο ελάχιστο η πολυτέλεια της Βασιλεύουσας. Είχε ιδρύσει μάλιστα Μοναστήρι επ’ ονόματι των Αγίων Πάντων στην ευρωπαϊκή πλευρά του Βοσπόρου. Συχνά κατέφευγε εκεί για προσευχή, άσκηση και περισυλλογή.
Το καταπονημένο σώμα του δοκιμάστηκε από ασθένειες στα τέλη της ζωής του. Λίγο πριν την εκδημία του, είχε χάσει και τη φωνή του. Στις 25 Φεβρουαρίου του 806 μ. Χ. αναχώρησε για την Αιώνια Βασιλεία. Το σώμα του ετάφη στην Μονή των Αγίων Πάντων. Έχοντας ήδη αναγνωριστεί στη συνείδηση του Χριστωνύμου λαού ως Άγιος, σύντομα ανακηρύχθηκε και επίσημα από την Εκκλησία.
Αναμφισβήτα, άφησε στη σφραγίδα του στην Αγία Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Ουσιαστικά, όταν, σαράντα χρόνια περίπου αργότερα αποκαταστάθηκε και πάλι η Προσκύνηση των Εικόνων, η δογματική Βάση ήταν οι αποφάσεις και οι όροι της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Της Συνόδου που σφράγισε το τέλος της περιόδου των δογματικών συγκρούσεων και επέτρεψε στην Εκκλησία να αποσαφηνίσει με ακρίβεια τα όρια της Ορθοδόξου Πίστεως. Πλέον, κάθε αίρεση που θα εμφανιζόταν, ήταν δυνατόν να καταταχθεί σε μία από τις προηγούμενες κακοδοξίες που αναθεμάτισε η Εκκλησία στις Άγιες Επτά Συνόδους της.
ΥΠΕΡΜΑΧΟΙ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΕΩΣ ΤΟΥ Θ. ΛΟΓΟΥ
Ο Άγιος Ταράσιος και οι συν αυτώ Θεοφόροι Πατέρες, θέτοντας ως βάση του δογματικού καθορισμού τούς απολογητικούς λόγους του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού υπέρ των Αγίων Εικόνων, αποδείχθηκαν υπέρμαχοι, κατ’ ουσίαν, του ίδιου του Μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου: «Πάλαι μὲν ὁ Θεὸς ὁ ἀσώματός τε καὶ ἀσχημάτιστος οὐδαμῶς εἰκονίζετο, νῦν δὲ σαρκὶ ὀφθέντος Θεοῦ καὶ τοῖς ἀνθρώποις συναναστραφέντος εἰκονίζω Θεοῦ τὸ ὁρώμενον. Οὐ προσκυνῶ τῇ ὕλῃ, προσκυνῶ δὲ τὸν τῆς ὕλης δημιουργόν, τὸν ὕλην δι’ ἐμὲ γενόμενον καὶ ἐν ὕλῃ κατοικῆσαι καταδεξάμενον καὶ δι’ ὕλης τὴν σωτηρίαν μου ἐργασάμενον, καὶ σέβων οὐ παύσομαι τὴν ὕλην, δι’ ἧς ἡ σωτηρία μου εἴργασται».
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”















