Τη βαθιά χαρά και συγκίνησή του για την παρουσία του στη Βουλγαρία και στο Πατριαρχείο, εξέφρασε σε δηλώσεις του ο Μητροπολίτης Χαλκίδος Χρυσόστομος ο οποίος πραγματοποίησε επίσκεψη στη Βουλγαρία, μεταφέροντας προς ιερά λείψανα του Αγίου Δαβίδ του εν Ευβοία καθώς και τον σκούφο του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου.
Σε δηλώσεις του στα μέσα ενημέρωσης του Πατριαρχείου Βουλγαρίας, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος τόνισε ότι θεωρεί την επίσκεψη “προσωπική ευλογία” και “καρπό της εγκάρδιας πρόσκλησης” του Πατριάρχη Δανιήλ.
Θύμισε ότι η πρώτη τους γνωριμία πραγματοποιήθηκε το 2025 σε πανορθόδοξο φόρουμ στη Θεσσαλονίκη, όπου, όπως ανέφερε, η παρουσία του Βουλγάρου Προκαθημένου ανέδειξε έμπρακτα την αγάπη και τη μέριμνά του για την ενότητα της Εκκλησίας.
Κατά τη διάρκεια διαλείμματος του συνεδρίου, ο Πατριάρχης Δανιήλ τού είχε αναφέρει ότι παρακολούθησε το ντοκιμαντέρ για τον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο, σε παραγωγή της Εκκλησίας της Ελλάδος σε συνεργασία με τη Μητρόπολη Χαλκίδος, προτείνοντας να οργανωθεί προβολή και συζήτηση στη Σόφια. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος σημείωσε ότι αποδέχθηκε με χαρά την πρόταση.
Ο Μητροπολίτης εξήγησε ότι μαζί με τον Επίσκοπο Σκοπέλου Νικόδημο, ο οποίος υπηρετεί ως αναπληρωτής πρόεδρος προσκυνηματικού κέντρου που αφορά το ιερό προσκύνημα του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου, προσέφεραν τον σκούφο ως δώρο προς τον Πατριάρχη Βουλγαρίας, διευκρινίζοντας ότι αυτός θα παραμείνει μόνιμα στη Βουλγαρική Εκκλησία.
Παράλληλα, μετέφεραν και τα λείψανα του Αγίου Δαβίδ του εν Ευβοία, καθώς το μοναστήρι του Αγίου, μαζί με το προσκύνημα του Αγίου Ιωάννου, αποτελούν δύο από τα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα της εκκλησιαστικής τους επαρχίας. Ο ίδιος τόνισε ότι η υποδοχή από τον Πατριάρχη Δανιήλ συγκίνησε βαθύτατα την αντιπροσωπεία, ενώ χαρακτήρισε ιδιαιτέρως εντυπωσιακή τη συμμετοχή των πιστών. Όπως ανέφερε, παρότι είχαν ετοιμαστεί χιλιάδες ενημερωτικά φυλλάδια και μικρές εικόνες για διανομή, αυτά αποδείχθηκαν ανεπαρκή, καθώς ο αριθμός των προσκυνητών ξεπέρασε κάθε προσδοκία.
Αναφερόμενος στο πνευματικό νόημα της προσκύνησης των λειψάνων, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος επεσήμανε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος υποφέρει από «απώλεια μνήμης», υπογραμμίζοντας πως ακόμη σοβαρότερη ασθένεια είναι η «πνευματική λήθη και η αχαριστία προς τους ευεργέτες μας, πρωτίστως προς τον Ιησού Χριστό, ο οποίος έγινε άνθρωπος, υπέμεινε τον Σταυρό και τον θάνατο και με την Ανάστασή Του χάρισε την αιώνια ζωή».
Τόνισε ότι «καθήκον της Εκκλησίας και των ποιμένων της είναι να κηρύττουν τον Χριστό εσταυρωμένο και αναστάντα και να καλούν τους ανθρώπους να Τον γνωρίσουν μέσα από τη Θεία Λειτουργία, όπου ενώνεται κανείς μαζί Του διά της Θείας Κοινωνίας».
Στο ίδιο πνεύμα, αναφέρθηκε στις διαφορετικές πορείες του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου και του Αγίου Δαβίδ του εν Ευβοία, επισημαίνοντας ότι, παρά τις διαφορές τους, μοιράζονταν το ίδιο ουσιώδες στοιχείο: την αγάπη προς τον Χριστό. Αυτό, όπως είπε, φανερώνει ότι οι άνθρωποι έχουν διαφορετικά χαρίσματα και κλήσεις, αλλά μέσα στην Εκκλησία, γύρω από τη Λειτουργία, κλήρος και λαός, νέοι και ηλικιωμένοι, με ποικίλες καταβολές, γίνονται μία οικογένεια, απευθυνόμενοι στον Θεό ως Πατέρα και αναγνωρίζοντας ο ένας τον άλλον ως αδελφό και αδελφή.
Ο Μητροπολίτης αναφέρθηκε επίσης στο άγχος και την αγωνία της εποχής μας, λέγοντας ότι ο Χριστός καλεί τους πιστούς να εμπιστεύονται πως ο Θεός θα τους δώσει όσα χρειάζονται, χωρίς αυτό να σημαίνει τεμπελιά ή προσκόλληση στα υλικά αγαθά. Τόνισε ότι η εμπιστοσύνη στον Θεό αποτελεί διέξοδο από την εσωτερική αυτή διαμάχη.
Μιλώντας για την αγιότητα στις μέρες μας, μνημόνευσε την προσωπική του γνωριμία με τον Άγιο Ιάκωβο (Τσαλίκη), τον οποίο περιέγραψε ως άνθρωπο γεμάτο χάρη αλλά βαθύτατα ταπεινό, που επιδίωκε να κρύβει τα πνευματικά του χαρίσματα, τελούσε καθημερινά τη Θεία Λειτουργία, ασκούσε απλόχερα το έλεος και δεχόταν όλους, ανεξαρτήτως αμαρτιών, με τρυφερότητα και διάκριση.
Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι η γενναιοδωρία του Αγίου ήταν τέτοια ώστε τα χρήματα περνούσαν από τα χέρια του χωρίς να μένουν σε αυτά, καθώς τα διέθετε σε όσους είχαν ανάγκη, ενώ διηγήθηκε περιστατικό όπου άδεια δοχεία λαδιού στο μοναστήρι βρέθηκαν ξανά γεμάτα, γεγονός που ερμήνευσε ως ανταπόδοση του Θεού για το έλεος.
Κλείνοντας, ο Μητροπολίτης μίλησε για σύγχρονα θαύματα που αποδίδονται στους Αγίους, αναφέροντας ότι καταφθάνουν αμέτρητες μαρτυρίες μέσω επιστολών και προσωπικών αναφορών: οικογένειες που επιθυμούσαν παιδιά, άνθρωποι με βαριές ασθένειες, καθώς και πρόσωπα με νευρολογικά και άλλα προβλήματα.
Παρέθεσε ορισμένα παραδείγματα που, όπως είπε, γνώριζε προσωπικά, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι οι πιστοί δεν πρέπει να απορρίπτουν την ιατρική φροντίδα, την οποία χαρακτήρισε δώρο του Θεού, παραπέμποντας και στη βιβλική προτροπή να τιμώνται οι ιατροί.
Τελειώνοντας, ευχήθηκε και ευλόγησε τη Βουλγαρία και κάθε λαό να γνωρίσει τον Χριστό Σωτήρα, σημειώνοντας ότι διέκρινε στον Πατριάρχη Δανιήλ ειλικρινή επιθυμία να εμβαθύνει ο βουλγαρικός λαός στη γνώση της αληθινής πίστεως.














