Όταν πέθανε ο Βασίλειος Β΄, η αυτοκρατορία της Ρωμανίας βρισκόταν στον κολοφώνα της δόξας της. Με έναν αξιόμαχο και εμπειροπόλεμο στρατό, τα ταμεία του κράτους γεμάτα, τις κοινωνικές αντιθέσεις να έχουν περιοριστεί, με νομοθετήματα υπέρ των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, ήταν ένα κράτος φοβερό στους εχθρούς και σεβαστό στους συμμάχους του.
Ωστόσο, οι διάδοχοι του Βασιλείου Β΄ αποδείχθηκαν, στο σύνολό τους, κατώτεροι των περιστάσεων και με την επιπόλαιη διοίκησή τους, αποδυνάμωσαν την αυτοκρατορία, ενώ νέες απειλές άρχισαν να εμφανίζονται στα βόρεια και τα ανατολικά του σύνορα. Κυρίως στα ανατολικά, ένας νέος εχθρός κάνει την εμφάνισή του: Οι Σελτζούκοι Τούρκοι.
Η μόνη σοβαρή προσπάθεια να αναχαιτιστούν, έγινε από τον αυτοκράτορα Ρωμανό Δ΄ Διογένη, όμως στην πιο κρίσιμη μάχη προδόθηκε από διεκδικητές του θρόνου. Το 1071 ο βυζαντινός στρατός ηττήθηκε από τους Σελτζούκους και οι Τούρκοι για πρώτη φορά έβαλαν πόδι στη Μικρά Ασία. Έκτοτε δεν έφυγαν ποτέ μέχρι σήμερα.
Στο εσωτερικό, οι φυγόκεντρες δυνάμεις των δυνατών στις επαρχίες, η επιδείνωση της οικονομίας με τις άσκοπες σπατάλες και η εγκατάλειψη της υπαίθρου, άρχισαν να δημιουργούν μια εικόνα αστάθειας και αποσύνθεσης της κραταιάς αυτοκρατορίας.
Ευτυχώς το Ανατολικό ρωμαϊκό κράτος διέθετε στη δημόσια διοίκησή του ισχυρούς μηχανισμούς που μπορούσαν να ανακόψουν την πορεία προς την πλήρη καταστροφή. Χρειαζόταν όμως ο ικανός ηγέτης, που θα μπορούσε να εμπνεύσει το λαό και να συντονίσει την προσπάθεια για τη σωτηρία του κράτους. Και ο ηγέτης αυτός, ήταν ο Δομέστικος των Σχολών της Δύσεως (αρχηγός των στρατευμάτων της Βαλκανικής, να το πούμε με σύγχρονη ορολογία) Αλέξιος Κομνηνός.
Γεννημένος το 1048 ο Αλέξιος, ήταν γόνος της αριστοκρατικής στρατιωτικής οικογένειας των Κομνηνών, που κατείχε μεγάλες εκτάσεις στην Παφλαγονία της Μικράς Ασίας (μολονότι η καταγωγή της οικογένειας ήταν πιθανότατα από την Θράκη) και ήταν ο τριτότοκος γιος του Ιωάννη Κομνηνού, αδελφού του Ισαακίου Α΄ (ο τελευταίος διετέλεσε για μια διετία αυτοκράτορας και επέδειξε μεγάλες διοικητικές ικανότητες) και της Άννας Δαλασσηνής.
Από νωρίς κατατάχθηκε στον στρατό , ανήλθε σύντομα τις βαθμίδες της στρατιωτικής ιεραρχίας και αντιμετώπισε με επιτυχία, αρχικά, διάφορους στασιαστές και διεκδικητές του θρόνου.
Χρησιμοποιώντας τόσο τη διπλωματία όσο και την στρατιωτική ισχύ, πέτυχε να του παραδοθεί από τους Σελτζούκους ο επικεφαλής των Νορμανδών μισθοφόρων Ρουσέλ ντε Μπαγιέλ που είχε στασιάσει εναντίον του αυτοκράτορα και τον έφερε στην Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Βοτανειάτης τον όρισε Δομέστικο των Σχολών της Δύσης, ενώ η σύζυγός του Μαρία Αλανή, της οποίας είχε κερδίσει την εύνοια, τον υιοθέτησε και τον βοήθησε να ανέλθει στην στρατιωτική ιεραρχία.
Οι ικανότητές του και η άνοδός του στα ανώτατα αξιώματα, κίνησαν τον φθόνο σε πρόσωπα του περιβάλλοντος του αυτοκράτορα Νικηφόρου Βοτανειάτη και ο Αλέξιος έπεσε στη δυσμένεια του τελευταίου. Τον διέβαλλαν ότι συνωμοτούσε για την ανατροπή του και υποχρεώθηκε εκ των πραγμάτων να δραπετεύσει από την Πόλη και να στασιάσει με τον αδελφό του Ισαάκιο.
Το 1081 ανήλθε στον θρόνο, σε μια ιδιαίτερα ταραγμένη περίοδο, ίσως στο πιο κομβικό σημείο της ιστορικής διαδρομής του Βυζαντίου. Σύζυγός του έγινε η Ειρήνη Δούκαινα και με το συνοικέσιο αυτό εξασφάλισε και την υποστήριξη του οίκου των Δουκών.
Όταν ανήλθε στον θρόνο ο Αλέξιος, η κατάσταση του κράτους ήταν σε όλα τα πεδία δραματική.
Ο στρατός σε αποσάρθρωση, η οικονομία σε δυσπραγία, το νόμισμα για πρώτη φορά μετά από επτά αιώνες έχανε την αξία του, οι εχθροί από βορρά και ανατολή κομμάτιαζαν τα εδάφη της Ρωμανίας. Η μέχρι πριν πενήντα χρόνια κραταιά αυτοκρατορία, έμοιαζε σαν φάντασμα του εαυτού της.
Και τότε φάνηκαν όλες οι πολιτικές, διοικητικές και στρατιωτικές αρετές ενός πραγματικά μεγάλου ηγέτη, ενός άξιου αυτοκράτορα, που όχι μόνο κατάφερε να σταματήσει την κατρακύλα, αλλά και να ανορθώσει το κράτος και να του δώσει άλλον ενάμισι σχεδόν αιώνα ζωής.
Το πρώτο πράγμα που προσπάθησε να κάνει ο νέος αυτοκράτορας, ήταν να συγκρατήσει τις φυγόκεντρες τάσεις της στρατιωτικής αριστοκρατίας στις επαρχίες και να ανασχέσει τον κατήφορο της οικονομίας. Έτσι, ανέκοψε την πτωτική τάση του σόλιδου αντικαθιστώντας τον με νέο νόμισμα, στο οποίο είχε προστεθεί και χαλκός.
Εξαιτίας του χαλκού το νέο νόμισμα είχε ένα κοκκινωπό χρώμα και σε αυτό οφείλει την ονομασία «υπέρπυρον». Συγχρόνως προσπάθησε να εξυγιάνει το εμπόριο και την οικονομία. Για την εξεύρεση πόρων υποχρεώθηκε να επιβάλει νέους φόρους. Επιπλέον είχε να ανασυγκροτήσει τον στρατό.
Με τη διπλωματική και στρατιωτική ιδιοφυΐα του έσωσε τη Βασιλεύουσα
Για την ανασύνταξη του στρατού, ο αυτοκράτορας αφενός στράφηκε στη στρατιωτική αριστοκρατία, εντάσσοντας στην διοίκηση μεγάλο μέρος των μελών της. Και αφετέρου τόνωσε το ηθικό των στρατιωτών του (που φοβόνταν να αναμετρηθούν κατά μέτωπο με τους Τούρκους που λυμαίνονταν τη Μικρά Ασία) καταφεύγοντας την τακτική του «ανταρτοπόλεμου».
Με αιφνιδιαστικές επιθέσεις κυρίως τη νύχτα εναντίον των εχθρικών δυνάμεων, κατάφερναν να νικούν τους Τούρκους και να απελευθερώνουν σημαντικό μέρος των εδαφών που είχαν καταληφθεί.
Αυτές οι επιτυχίες είχαν σαν συνέπεια να τονώσουν το ηθικό των Βυζαντινών, που έβλεπαν πως ο εχθρός δεν είναι αήττητος, και να φοβίσουν τους Τούρκους, που πλέον όλο και πιο σπάνια αποτολμούσαν αντεπιθέσεις στα ελεύθερα εδάφη. Σημαντικό τμήμα της Μ. Ασίας καθώς και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου απελευθερώθηκαν.
Μόλις είχε αναλάβει την εξουσία ο Αλέξιος, όταν οι Νορμανδοί του Ροβέρτου Γυϊσκάρδου που είχαν καταλάβει την Ιταλία, αποβιβάστηκαν στην Ήπειρο και πολιόρκησαν το Δυρράχιο.
Μη διαθέτοντας επαρκή ναυτική δύναμη ο αυτοκράτορας, ζήτησε την βοήθεια των Βενετών, παραχωρώντας τους σε αντάλλαγμα μεγάλα εμπορικά προνόμια. Οι Βενετοί ανταποκρίθηκαν και νίκησαν τον στόλο των Νορμανδών, όμως ο νεοσύστατος στρατός του Αλεξίου νικήθηκε στο Δυρράχιο.
Ωστόσο εκείνος επέμεινε στην προσπάθειά του και λίγα χρόνια αργότερα, εκμεταλλευόμενος τις εσωτερικές αντιθέσεις των Νορμανδών, τους νίκησε στη Λάρισα και ανακατέλαβε την Καστοριά. Η σύγκρουση τερματίστηκε το 1085 με τον θάνατο του Γυϊσκάρδου.
Δύο τουρκικά φύλα από Βορράν ήταν οι νέοι εχθροί του κράτους: Οι Πετσενέγοι και οι Κουμάνοι. Οι πρώτοι συνεργάστηκαν με τον Τζαχά, Εμίρη της Σμύρνης, και επιτέθηκαν στην ίδια την Κωνσταντινούπολη. Με επιδέξια διπλωματία ο Αλέξιος έστρεψε τους Κουμάνους εναντίον τους και τους εξουδετέρωσε.
Ήρθε όμως και η σειρά των Κουμάνων να έχουν βλέψεις κατά της αυτοκρατορίας. Ωστόσο και αυτούς τους αντιμετώπισε με επιτυχία και εξουδετέρωσε και τον Τζαχά, στρέφοντας τον γαμπρό του Κιλίτζ Αρσλάν εναντίον του. Η διπλωματία ήταν ένας μεγάλος πυλώνας ισχύος της αυτοκρατορίας.
Η ειρήνη στα ευρωπαϊκά εδάφη είχε σταθεροποιηθεί και ο Αλέξιος μπορούσε πλέον να ρίξει όλο το βάρος στο ανατολικό μέτωπο, στη Μικρά Ασία. Ωστόσο σε κείνη την κρίσιμη στιγμή, ξεκίνησε η πρώτη Σταυροφορία. Ο ισχυρισμός κάποιων δυτικών ιστοριογράφων ότι ο Αλέξιος είχε ζητήσει με επιστολή τη συνδρομή του πάπα, είναι εντελώς αβάσιμος. Η Άννα η Κομνηνή δεν αναφέρει τίποτε σχετικό, ούτε κάποιος άλλος Βυζαντινός χρονογράφος. Η Άννα, που έζησε τα γεγονότα, είναι σαφής στην περιγραφή της:
«Επιστρέφοντας ο αυτοκράτορας, είχε να αντιμετωπίσει από τη μια τους Τούρκους που λυμαίνονταν τη Βιθυνία ληστεύοντας τα πάντα κι από την άλλη το μέτωπο της Δύσης. … Αποφάσισε λοιπόν ν’ αντιμετωπίσει πρώτα τους Τούρκους, γιατί πρώτο του μέλημα ήταν να αντιμετωπίσει το πιο επείγον…
…δεν πρόλαβε όμως να πάρει την παραμικρή ανάσα, γιατί του έφτασε η είδηση πως καταφθάνουν αναρίθμητα φραγκικά στρατεύματα. Η άφιξή τους του προξενούσε μεγάλη ανησυχία, γιατί γνώριζε την ακατάσχετη ορμή, την ευμετάβλητη και άστατη γνώμη και όλα τα άλλα χαρακτηριστικά της φύσης των Κελτών με ό, τι αυτά συνεπάγονταν. Γνώριζε ακόμα πως έμεναν μ’ ανοιχτό το στόμα μπροστά στο χρήμα και πως με πρώτη ευκαιρία παρέβαιναν απροκάλυπτα και αδίστακτα.
…Άρχισε λοιπόν την πολεμική προετοιμασία, ώστε να είναι έτοιμος για αναμέτρηση όταν η στιγμή θα το καλούσε. Πράγματι, ο κίνδυνος ήταν φοβερότερος και μεγαλύτερος απ’ όσο τον παρουσίαζαν οι φήμες.
Ολόκληρη η Δύση, τα φύλλα όλα των βαρβάρων που κατοικούσαν απ’ την Αδριατική ως τις Ηράκλειες Στήλες μετακινούνταν με τις γυναίκες και τα παιδιά διασχίζοντας την Ευρώπη και κατευθυνόμενοι προς την Ασία…»
Πίσω από το απλοϊκό, ανομοιόμορφο, απειθάρχητο και ανεκπαίδευτο πλήθος που ακολουθούσε τον Κουκούπετρο, ετοιμαζόταν άλλος στρατός πειθαρχημένος, υπό τους Γοδεφρείδο της Μπουγιόν και τους αδελφούς του Ευστάθιο της Βουλώνης και Βαλδουίνο, τον κόμη της Τουλούζης Ραϋμούνδο και τον ηγεμόνα του Τάραντα Βοημούνδο, ορκισμένο εχθρό του Βυζαντίου.
Ο Αλέξιος, που είχε ως πρώτο του μέλημα την ασφάλεια του κράτους και των πολιτών του, συμβούλευσε κατ’ αρχήν τον Κουκούπετρο να περιμένει την άφιξη του Γοδεφρείδου και των κομήτων. «Εκείνος όμως δεν τον άκουσε, βασιζόμενος στο πλήθος που τον ακολουθούσε». Εν τέλει ο αυτοκράτορας τους πέρασε στην απέναντι μικρασιατική ακτή, όπου όμως οι Τούρκοι της Νίκαιας τους κατέσφαξαν.
Ωστόσο ο στρατός των 80.000 ανδρών , με αρχηγό το Γοδεφρείδο της Μπουγιόν, που ήταν πίσω από το απειθάρχητο και ανεκπαίδευτο πλήθος που ακολουθούσε τον Κουκούπετρο, κατέφθασε λίγο καιρό αργότερα και εν τέλει κατάφερε να κυριεύσει την Ιερουσαλήμ το 1099, προβαίνοντας σε γενική σφαγή των κατοίκων της.
Ανακατέλαβε τα εδάφη από την Τραπεζούντα ως το Αμόριο και το Φιλομήλιο, οι εκστρατείες κατά των Τούρκων και η κλονισμένη υγεία του
Οι Βυζαντινοί μελετούσαν πολύ προσεκτικά τους λαούς που τους περιέβαλλαν και γνώριζαν την ιδιοσυγκρασία τους, τις δυνατότητές τους και τα τρωτά τους σημεία. Ο Αλέξιος Κομνηνός, εξαίρετος διπλωμάτης, ήξερε να κινείται ανάμεσα σε συμπληγάδες.
Απέσπασε τους όρκους τους ότι ο Αυτοκράτορας θα ήταν ο επικυρίαρχος στις πόλεις που θα καταλάμβαναν απευθείας τα στρατεύματά τους, ενώ οι πόλεις και τα κάστρα που θα καταλαμβάνονταν απευθείας από τον βυζαντινό στρατό, θα ήταν υπό την απόλυτη κυριαρχία του αυτοκράτορα. Συχνά προσποιείτο ότι παραβλέπει την αγένεια που έδειχναν οι Σταυροφόροι απέναντι στα ήθη της ρωμαϊκής εξουσίας, γνωρίζοντας την εριστική φύση των Λατίνων, όπως γράφει η Άννα.
Έβλεπε πως ήταν δύσκολο να αντιμετωπιστεί ένα τόσο μεγάλο πλήθος στρατού. Ωστόσο ο αυτοκρατορικός στρατός βρισκόταν πάντα σε ετοιμότητα και όταν χρειάστηκε, συγκρούσθηκε με επιτυχία με τους Φράγκους.
Από την άλλη, ο Αλέξιος δεν ξεγελιόταν από τους όρκους υποτέλειας. Ήξερε καλά πόσο εύκολοι ήταν οι Δυτικοί στην αθέτηση των όρκων τους, αν περίμεναν κάποιο μεγαλύτερο όφελος. Έτσι, υπήρξαν περιπτώσεις που διεμήνυσε στους Τούρκους ότι τους συνέφερε να παραδοθούν απευθείας στον Αυτοκράτορα, εγγυώμενος με χρυσόβουλλο την ασφάλειά τους. Και κράτησε τις υποσχέσεις του.
Αντιθέτως, οι σταυροφόροι δεν σεβάστηκαν ούτε τους χριστιανούς. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που αναφέρει η Άννα: Όταν οι Νορμανδοί κατέλαβαν την Άγκυρα, έφθασαν και σε κάποια κοντινή πόλη, της οποίας οι ιερείς «εμπιστευόμενοι τα χριστιανικά αισθήματα των νεοφερμένων, φόρεσαν τις ιερατικές τους στολές και παρουσιάστηκαν με το Ευαγγέλιο και τον Σταυρό στα χέρια τους. Εκείνοι όμως τους σκότωσαν σκληρά και απάνθρωπα, όχι μόνο τους ιερείς αλλά και τους άλλους Χριστιανούς. Και μετά, σαν να μη συνέβη τίποτα, συνέχισαν την πορεία τους προς την Αμάσεια»
Μολονότι οι συμφωνίες αθετήθηκαν από τους Σταυροφόρους, ο Αλέξιος, επωφελούμενος της αναστάτωσης που προκάλεσαν στους Τούρκους, μεταξύ των ετών 1097-1099 ανακατέλαβε τη Χίο, τη Ρόδο, τη Σμύρνη, την Φιλαδέλφεια. την Έφεσο και τις Σάρδεις.
Το 1107 ο αυτοκράτορας συγκρούστηκε ξανά με τους Νορμανδούς στις ακτές της Βορείου Ηπείρου. Όμως τώρα ο βυζαντινός στρατός ήταν και πάλι ισχυρός και ανάγκασε τον Βοημούνδο να παραδοθεί και με τη συνθήκη της Δεβεπόλεως να δηλώσει υποτέλεια στην Αυτοκρατορία και να αναλάβει την δέσμευση να δεχθεί Ορθόδοξο Πατριάρχη στην Αντιόχεια, που είχαν καταλάβει οι Σταυροφόροι.
Το 1110 ο Αλέξιος, επικεφαλής του στρατού του, εξεστράτευε ξανά εναντίον των Τούρκων στη Μικρά Ασία και ανακατέλαβε τα εδάφη από την Τραπεζούντα ως το Αμόριο και το Φιλομήλιο της Φρυγίας, μέχρι τις εκβολές του Μαιάνδρου. Όμως η υγεία του είχε κλονιστεί από τις κακουχίες. Πέθανε μετά από ταλαιπωρία δύο ετών, στις 15 Αυγούστου του 1118. Στον θρόνο τον διαδέχθηκε ο γιος του Ιωάννης Β΄ ο Κομνηνός, που στάθηκε ισάξιος του πατέρα του.
Βαθύτατα Ορθόδοξος, ο Αλέξιος υπήρξε κτίτορας και προστάτης πολλών Μοναστηριών, ανάμεσα στα οποία η Μονή του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου στην Πάτμο, η Μονή του Κύκκου, η Μονή του Αγίου Κλήμεντος στον Σαγματά και άλλες.
Ο αυτοκράτωρ Αλέξιος Ά Κομνηνός ήταν αναμφισβήτητα ένας μεγάλος ηγέτης. Παρέλαβε την Αυτοκρατορία σε μια κατάσταση αδυναμίας, που όλοι οι γείτονές της προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν για να αποσπάσουν εδάφη της, και κατόρθωσε με τους επιδέξιους χειρισμούς του να αναστρέψει αποτελεσματικά την κατάσταση. Η διπλωματική και στρατιωτική ιδιοφυΐα του, καθώς και του ισάξιου διαδόχου του Ιωάννη Β΄, έσωσαν το κράτος και παρέτειναν για έναν ακόμη αιώνα τη ζωή της αυτοκρατορίας.
Έχοντας ν’ αντιμετωπίσουν δύο επικίνδυνους εχθρούς, από Ανατολή και Δύση, απέδειξαν, όπως λέει η Άννα Κομνηνή, ότι « μεγαλύτερη αρετή ενός στρατηγού είναι η ικανότητά του να κερδίζει τη νίκη χωρίς κίνδυνο… Όσο για τον πατέρα μου βασιλιά, άλλοτε νικούσε τους αντιπάλους με τη δύναμή του και άλλοτε με κάποια επινόηση, ανάλογα με τις περιστάσεις και τις επιταγές των καιρών».
*Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”














