Ο Άγιος Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας στάθηκε στύλος της Ορθοδοξίας και πολέμησε την αίρεση του Αρειανισμού. Από τα 46 χρόνια αρχιερατείας του, τα δεκαέξι διήλθε στην εξορία. Συντέλεσε στην εδραίωση του Χριστιανισμού στην Ανατολή
Από τον ΓΙΑΝΝΗ ΖΑΝΝΗ
“Ἔθος ἐστὶν τῷ πονηρῷ καὶ ἀρχεκάκῳ ὄφει, τῷ διαβόλῳ φημί, πολυτρόπως πολεμεῖν τῷ κατ’ εἰκόνα θεοῦ πλαστουργηθέντι ἀνθρώπῳ καὶ διὰ τῶν ἐναντίων τὸν αὐτοῦ κατεργάζεσθαι θάνατον”.
Με τα λόγια αυτά αρχίζει τον τρίτο απολογητικό του λόγο “πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς Ἁγίας Εἰκόνας” ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, θέτοντας εξ αρχής την βάση του προβλήματος των αιρέσεων.
Βέβαια, οι πρώτες αιρέσεις έκαναν την εμφάνισή τους από τους Αποστολικούς ακόμη χρόνους, όπως ο Γνωστικισμός και ο Νικολαϊτισμός, και δεν έπαψαν να ταράζουν την Εκκλησία και πριν ακόμα από το διάταγμα των Μεδιολάνων. Ωστόσο πρώτη και μεγαλύτερη αίρεση που επρόκειτο να ταλανίσει την Εκκλησία του Χριστού, ήταν εκείνη του Αρειανισμού, διότι αμφισβητούσε ευθέως την θεότητα του Υιού. Ο Μέγας Αντώνιος είχε πει για την αίρεση αυτή “αἵρεσιν ἐσχάτην εἶναι, καὶ πρόδρομον τοῦ Ἀντιχρίστου”.
Υπέρμαχος των Ορθοδόξων κατά των αιρετικών Αρειανών, στάθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Αθανάσιος ο Μέγας, ο «ηρωικότερος των Αγίων και αγιώτερος των ηρώων» όπως εύστοχα έχει λεχθεί γι’ αυτόν.
Δεν θα επεκταθούμε στον κατά πλάτος βίο του, διότι δεν θα επαρκούσε ούτε ο χώρος ούτε ο χρόνος για ένα τέτοιο τόλμημα. Θα εστιάσουμε μόνο στη σύγκρουση με τους Αρειανούς και μάλιστα επιλεκτικά, κυρίως σε μια σύντομη αναφορά του απολογητικού του έργου και των διωγμών που υπέστη από αυτούς.
Είναι ίσως αρκετό να τονιστεί ότι από τα σαρανταέξι συνολικά χρόνια της αρχιερατείας του, τα δεκαέξι διήλθε στην εξορία.
Καταγόταν από την μεγαλούπολη της Αλεξανδρείας και, συμπεραίνοντας από το γεγονός ότι έγινε Αρχιεπίσκοπος (Πατριάρχης) της πόλεως το 328 σε ηλικία 33 ετών, όπως αναφέρεται σε κάποιον κώδικα, πρέπει να γεννήθηκε το 295 μ. Χ.
Κάποια παλιά διήγηση αναφέρει ότι, παιδί ακόμα, βάπτιζε παιδιά ειδωλολατρών, υπό τύπον παιχνιδιού. Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος, παρατηρούσε αυτό που γινόταν από το παράθυρο του σπιτιού του. Και Άγγελος Κυρίου του εμφανίστηκε και του παρήγγειλε, αυτά τα παιδιά που βάπτιζε ο Αθανάσιος, να μην τα ξαναβαπτίσει, γιατί το Βάπτισμά τους ήταν έγκυρο.
Ο Άγιος Αλέξανδρος κατάλαβε ότι είχε να κάνει με ένα ξεχωριστό παιδί και τον πήρε υπό την προστασία του.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον επικήδειο λόγο του για τον Άγιο Αθανάσιο, λέει ότι εκπαιδεύτηκε απευθείας στα χριστιανικά ήθη και μαθήματα, ενώ λίγα εγκύκλια μαθήματα είχε παρακολουθήσει. Είναι πιθανόν να είχε φοιτήσει στην θεολογική σχολή της Αλεξανδρείας, πάντως σε κάθε περίπτωση τα συγγράμματά του φανερώνουν κάτοχο ευρύτατης παιδείας, όχι μόνον θεολογικής, αλλά και θύραθεν.
Στον βίο του Μεγάλου Αντωνίου, τον οποίον συνέγραψε ο Μ. Αθανάσιος, αναφέρει ο ίδιος ότι είχε γνωρίσει σε νεαρή ηλικία τον καθηγητή αυτόν της ερήμου και για κάποιο διάστημα υπήρξε μαθητής και υποτακτικός του: “ἅπερ αὐτός τε γινώσκω (πολλάκις γὰρ αὐτὸν ἑώρακα), καὶ ἃ μαθεῖν ἠδυνήθην παρ’ αὐτοῦ, ἀκολουθήσας αὐτῷ χρόνον οὐκ ὀλίγον, καὶ ἐπιχέων ὕδωρ κατὰ χεῖρας αὐτοῦ, γράψαι τῇ εὐλαβείᾳ ὑμῶν ἐσπούδασα”, θα γράψει στο προοίμιο του έργου του, προς τους μοναχούς που του είχαν ζητήσει να τους γράψει για τον βίο του δασκάλου του. Μολονότι οι δυο άνδρες ξανασυναντήθηκαν μετά από σαράντα περίπου χρόνια, σε κάποια από τις εξορίες του Μ. Αθανασίου, τους συνέδεε στενός πνευματικός δεσμός μέχρι το τέλος. Λίγο πριν την κοίμησή του ο Μέγας Αντώνιος άφησε στον Μέγα Αθανάσιο ως ευλογία και ενθύμιο μια από τις δύο μηλωτές του.
Όταν ο Άρειος άρχισε να παρουσιάζει φανερά την κακόδοξη διδασκαλία του, ο διάκονος τότε Αθανάσιος μετείχε αρχικά στις αντιαρειανικές Συνόδους της Αλεξανδρείας. Το 325 συγκροτείται στη Νίκαια η Αγία Α΄ Οικουμενική Σύνοδος και ο νεαρός διάκονος συμμετέχει στις εργασίες της ως γραμματέας του Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας. Παρά το νεαρό της ηλικίας του και το μικρό του αξίωμα, ο ρόλος του υπήρξε καθοριστικός, όπως βεβαιώνεται από τις σύγχρονές του πηγές. Τον ίδιο ζήλο και δυναμισμό που έδειξε τότε, θα τον έδειχνε σε όλη του τη ζωή, απτόητος στις εναντίον του απειλές, συκοφαντίες και διώξεις από τους αρειανιστές.
Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΨΗΦΟ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
Στις 18 Απριλίου του 328 ο Άγιος Αλέξανδρος φεύγει από τη ζωή και ο διάδοχός του, με την ψήφο των Αρχιερέων της Αιγύπτου, παρουσία του συγκεντρωμένου λαού που απαιτούσε διάδοχο τον Αθανάσιο, ο τελευταίος εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας. Εκλέγεται, όπως θα σχολιάσει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «ψήφῳ τοῦ λαοῦ παντός, οὐ κατὰ τὸν ὕστερον νικήσαντα πονηρὸν τρόπον».
Οι συκοφαντίες εναντίον του που καταρρίφθηκαν παταγωδώς και το πλούσιο συγγραφικό του έργο με κυρίαρχη θέση τα απολογητικά.
Από κει και πέρα, μέχρι την οσιακή του κοίμηση στις 2 Μαΐου του 373 μ. Χ., η ζωή του θα είναι ένας διαρκής επίπονος αγώνας για τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας. Οι Αρειανοί μετά την κοίμηση του Μ. Κωνσταντίνου, απέκτησαν προσβάσεις στον διάδοχό του Κωνστάντιο, παρασύροντάς τον στην αίρεσή τους. Κατά παράδοξο τρόπο μάλιστα, βρήκαν συμμάχους την αυστηρή μερίδα των Ορθοδόξων, των λεγομένων Μελιτιανών, οι οποίοι δεν δέχονταν να επανέλθουν οι μετανοημένοι αιρετικοί στις τάξεις της Εκκλησίας. Και επειδή η Σύνοδος της Νίκαιας τους καταδίκασε για την αφιλάδελφη αυτή στάση τους, στράφηκαν με το μέρος των Αρειανών. Οι Αρειανοί πάλι, δεν δίστασαν κατά καιρούς να κινητοποιήσουν, όχι μόνο ομόφρονές τους, αλλά ακόμα και Ιουδαίους και εθνικούς εναντίον των Ορθοδόξων, ούτε δίστασαν να καταφύγουν σε συκοφαντίες ακόμα και για ηθικές, δήθεν, παρεκτροπές (όπως έκαναν και με τον Ευστάθιο Αντιοχείας) οι οποίες όμως καταρρίφθηκαν παταγωδώς. Η περιγραφή του Αποστόλου Παύλου στην Β΄ προς Κορινθίους επιστολή, με τα οποία περιγράφει τις τρομακτικές αντιξοότητες που αντιμετώπιζε, θα ταίριαζαν απόλυτα και για τον υπέρμαχο της Ορθοδοξίας κατά την κρίσιμη εκείνη περίοδο, τον Μέγα Αθανάσιο:
“Κινδύνοις ἐκ γένους, κινδύνοις ἐξ ἐθνῶν, κινδύνοις ἐν πόλει, κινδύνοις ἐν ἐρημίᾳ, κινδύνοις ἐν θαλάσσῃ, κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις· ἐν κόπῳ καὶ μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν λιμῷ καὶ δίψει, ἐν νηστείαις πολλάκις, ἐν ψύχει καὶ γυμνότητι· χωρὶς τῶν παρεκτὸς ἡ ἐπίστασίς μου ἡ καθ’ ἡμέραν, ἡ μέριμνα πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν”.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της γυναίκας εκείνης που δωροδόκησαν οι Αρειανοί για να ψευδομαρτυρήσει κατά του Αθανασίου ότι υπέπεσε μαζί της σε σαρκικό αμάρτημα. Όταν στο δικαστήριο την ρώτησαν να τους δείξει τον Αρχιεπίσκοπο, με τον οποίον, υποτίθεται ότι είχε αμαρτήσει (και τον οποίον ουδέποτε είχε δει), εκείνη έδειξε τον Επίσκοπο Σεραπίωνα. Οι Αρειανοί βέβαια γελοιοποιήθηκαν και η σκευωρία τους κατέρρευσε, αλλά δεν σταμάτησαν.
Το 362 επιτέλους επέστρεψε στον θρόνο του. Στην θέση του αποθανόντος Κωνστάντιου βασίλευε τώρα ο Ιουλιανός, ο οποίος δεν πολυενδιαφερόταν για τις δογματικές διαμάχες των Χριστιανών. Όταν όμως έμαθε ότι ο Αθανάσιος είχε κατηχήσει στον Χριστιανισμό επίσημες γυναίκες ειδωλολατρών, διέταξε αρχικά την εξορία του και λίγο αργότερα την θανάτωσή του. Ατάραχος ο Αθανάσιος αναχώρησε για την έρημο της Θηβαΐδος, προλέγοντας «νεφύδριόν ἐστι καὶ θᾶττον παρελεύσεται». Και πράγματι, σε λίγο ο αποστάτης Ιουλιανός σκοτώθηκε και τον διαδέχθηκε ο Ορθόδοξος αυτοκράτορας Ιοβιανός.
Για άλλη μια φορά πήρε τον δρόμο της εξορίας, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Αρειανός Ουάλλης. Όμως σε ένα χρόνο ανακλήθηκε από την εξορία, καθώς ο αυτοκράτορας φοβόταν εξέγερση των Αλεξανδρέων.
Τα τελευταία χρόνια του βίου του άσκησε αδιατάρακτος τα ποιμαντικά του καθήκοντα συντελώντας στην εδραίωση της Ορθοδοξίας στην Ανατολή και βοηθώντας τον άλλο μεγάλο Ιεράρχη, τον Άγιο Βασίλειο, στην επέκταση της επιρροής της και στη Δύση.
Ανάμεσα στο πλούσιο συγγραφικό του έργο, κυρίαρχη θέση ασφαλώς καταλαμβάνουν τα απολογητικά του έργα (Κατὰ Ἑλλήνων (ενν. τους ειδωλολάτρες) και Περὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου) και ιδιαίτερα όσα αντικρούουν τον Αρειανισμό: Ἀπολογητικὸς κατὰ Ἀρειανῶν, Ἀπολογία πρὸς τὸν Βασιλέα Κωνστάντιον, Ἀπολογία περὶ τῆς φυγῆς αὐτοῦ, Ἐγκύκλιος τοῖς κατὰ τόπον συλλειτουργοῖς, Πρὸς ταὸν Κλῆρον τῆς Ἀλεξανδρείας, Πρὸς τοὺς Ἐπισκόπους Αιγύπτου καὶ Λιβύης, Πρὸς τοὺς ἐν Ἀφρικῇ Ἐπισκόπους, είναι κάποια από τα απολογητικά του συγγράμματα. Έγραψε επίσης και δογματικά, ερμηνευτικά, ομιλίες καθώς και ασκητικά, μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα θέση κατέχουν οι βίοι του Μεγάλου Αντωνίου και της Οσίας Συγκλητικής.
Στην Εισαγωγή των Απάντων του Μ. Αθανασίου, σε αφιέρωσή του ο καθηγητής Π. Χρήστου, γράφει: «Σπανίως τὸ ἐπωνύμιον Μέγας ἐκάλυψε τόσον οὐσιαστικὸν περιεχόμενον, ὅσον εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ Ἀθανασίου Ἀλεξανδρείας. Μέγας εἰς τὸν ζῆλον, μέγας εἰς τὴν ἀγάπην, μέγας εἰς τὴν Ἁγιότητα, μέγας εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν».
ΚΑΘΕ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΞΗ ΤΟΥ ΗΤΑΝ ΕΚΦΡΑΣΗ ΑΡΕΤΗΣ
Στο ίδιο έργο, οι επιμελητές αναφέρουν στην εισαγωγή ότι ο άλλος μεγάλος οικουμενικός διδάσκαλος της Εκκλησίας, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, αρχίζει τον επιμνημόσυνο λόγο του για τον Μέγα Αθανάσιο με την αποφθεγματική φράση: «Τὸν Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, τὴν ἀρετὴν ἐπαινέσομαι». Και πράγματι, κάθε λόγος και κάθε πράξη του, ήταν έκφραση της αρετής. Με την αγιότητα του βίου του, τους σκληρούς αγώνες του κατά της αιρέσεως, το πλούσιο συγγραφικό του έργο και τον ηρωικό του βίο, αναδείχθηκε σε ένα από τους μεγαλύτερους Οικουμενικούς διδασκάλους και τους μεγαλύτερους Αγίους της Εκκλησίας.
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”














