Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής κ. Ελπιδοφόρος προέστη τη Δευτέρα, 20 Απριλίου 2026, στο Καθολικό της Ιεράς Μονής Αγίου Νεκταρίου στο Ρόσκο της Νέας Υόρκης, της Θείας Λειτουργίας, της Εξοδίου Ακολουθίας και της ταφής του αοιδίμου Αρχιμανδρίτου Ιωσήφ, ιδρυτού και Ηγουμένου της Μονής και πνευματικού τέκνου του σεβασμίου μακαριστού Γέροντος Εφραίμ της Αριζόνας.
Συλλειτουργούντες με τον Αρχιεπίσκοπο στην Αρχιερατική Θεία Λειτουργία και στην Εξόδιο Ακολουθία ήταν ο Μητροπολίτης Πίτσμπουργκ κ. Σάββας, οι Επίσκοποι Ναζιανζού κ. Αθηναγόρας και Διοκλείας κ. Νεκτάριος, οι Ηγούμενοι των ανδρικών Ιερών Μονών της Αμερικής, καθώς και οι δύο Ιερομόναχοι της Μονής. Παρόντες επίσης εν προσευχή στην Εξόδιο Ακολουθία ήταν ο Αρχιεπίσκοπος κ. Δημήτριος, πρώην Αμερικής· η πενθούσα αδελφότητα της Μονής· πολυάριθμοι κληρικοί από ολόκληρη την Ιερά Αρχιεπισκοπή και από άλλες Ορθόδοξες παρουσίες· οι Καθηγουμένες των γυναικείων Ιερών Μονών στην Αμερική και τον Καναδά· πλήθος μοναχών και μοναζουσών· καθώς και χιλιάδες πιστοί και πνευματικά τέκνα του μακαριστού Γέροντος από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και την Ελλάδα, καθώς και η οικογένειά του, ήτοι οι δύο αδελφοί του.
Το τίμιο σκήνωμα του Γέροντος ετέθη προς προσκύνηση, και χιλιάδες πιστοί, μεταξύ των οποίων ο Μητροπολίτης Νέας Ιερσέης κ. Αποστόλος και πολλοί κληρικοί, προσήλθαν, παρά το δριμύ ψύχος, για να προσευχηθούν υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του. Η ταφή έλαβε χώρα στο κοιμητήριο της Μονής, ακολουθουμένη υπό του καθιερωμένου γεύματος για όλους τους παρισταμένους.
Ο Αρχιεπίσκοπος αφίχθη στη Μονή το απόγευμα της Κυριακής και, αφού ετέλεσε Τρισάγιον επί του κεκοιμημένου, απηύθυνε λόγους παρηγορίας προς την πενθούσα αδελφότητα των είκοσι τεσσάρων μοναχών, καθώς και προς τους συγκεντρωθέντες γέροντες και Καθηγουμένες.
Κατά την ολοκλήρωση της Εξοδίου Ακολουθίας, ο Αρχιεπίσκοπος εξεφώνησε Επικήδειο Λόγο, αναδεικνύοντας τη ζωή, τη διακονία και τα πνευματικά χαρίσματα του Γέροντος Ιωσήφ:
«Ο Γέροντας Ιωσήφ υπήρξε άνθρωπος του οποίου η ζωή αποτέλεσε σιωπηλή αλλά ισχυρή μαρτυρία του Ευαγγελίου. Γεννημένος σε ευσεβή ιερατική οικογένεια, ανατράφηκε από νεαρή ηλικία μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Παρότι διακρίθηκε στις σπουδές της ανώτατης εκπαιδεύσεως, η καρδιά του ουδέποτε προσδέθηκε στον παροδικό τούτο κόσμο. Επόθησε κάτι ανώτερο, κάτι αιώνιο. Όπως το ελάφι που διψά για τα ζώντα ύδατα, αναχώρησε για το Άγιον Όρος και προσκολλήθηκε στην πνευματική καθοδήγηση του αοιδίμου Γέροντος Εφραίμ στην Ιερά Μονή Φιλοθέου. Εκεί, αποστρεφόμενος τον κόσμο και τα του κόσμου, εν υπακοή και ταπεινώσει, ενεδύθη το αγγελικό σχήμα, εκάρη μοναχός, εχειροτονήθη εις πρεσβύτερον και ενεπιστεύθη την ιερά ευθύνη της πνευματικής πατρότητος.
«Το 1993, ως ένας εκ των πρώτων μοναχών που απέστειλε ο Γέροντας Εφραίμ εις την Βόρειον Αμερικήν, έφερε εις ημάς τον ιερόν σπόρον του Αθωνικού μοναχισμού. Ο σπόρος αυτός ερριζώθη και εκαρποφόρησε εις την αγαθήν ταύτην γην δια της υπακοής, της θυσίας και της ακαταλύτου πίστεώς του. Φορέας της αρχαίας μοναστικής παραδόσεως, και ιδιαιτέρως της ησυχαστικής παραδόσεως του Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστού, ο Γέροντας Ιωσήφ διεδραμάτισε καθοριστικό ρόλο εις την μεταφύτευσην του αγγελικού βίου εις την γην της Αμερικής. Μετά έτη πνευματικού κόπου εις τον Καναδά και την Αριζόνα, η πρόνοια του Θεού τον ωδήγησε εδώ, εις τη Νέα Υόρκη. Τον Ιανουάριον του 1999, με την ευλογίαν του προκατόχου μου, Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος, ίδρυσε την Ιεράν ταύτην Μονήν του Αγίου Νεκταρίου, αληθινήν όασιν προσευχής και μετανοίας, ευλογημένην κοινόβιον και τόπον ιάσεως ψυχών.
«Με την ευλογίαν του Γέροντός του, Εφραίμ της Αριζόνας, καλλιέργησε το εύφορον πνευματικόν έδαφος των ψυχών των πιστών μας εις τις Ηνωμένες Πολιτείες, εμφυτεύων εν αυτοίς τας αρετάς της προσευχής, της μετανοίας και της κοινωνίας μετά του Θεού δια της νοεράς εργασίας. Ο σπόρος που κάποτε ερρίφθη, ποτισμένος από την εξορίαν, εβλάστησε δια της μαρτυρικής ταπεινώσεως και της τελείας υπακοής, και τώρα φέρει άφθονον καρπόν… καρπόν που ίσως μόνον τώρα καθίσταται πλήρως φανερός. Η τεραστία προσφορά του εις την ζωήν της Εκκλησίας εις την χώραν ταύτην θα καταστεί έτι μάλλον εμφανής με την πάροδον του χρόνου.
«Από τα ταπεινά του ξεκινήματα με ολίγους πατέρας, η Ιερά αυτή Μονή ανήλθεν εις ακμάζον κοινόβιον πλέον των είκοσι μοναχών. Τα κτίσματα τα οποία μας περιβάλλουν μαρτυρούν ατελείωτες ώρες κόπου, αγώνος και θυσίας. Πέραν όμως των ορατών τούτων οικοδομημάτων, ο αοίδιμος Γέροντας Ιωσήφ έκτισε κάτι πολύ μεγαλύτερον: μίαν ζώσαν πνευματικήν κοινότητα, ριζωμένην εις την παράδοσιν των Πατέρων της Εκκλησίας και ανοικτήν εις πάντας τους ζητούντας να ίδωσι το πρόσωπον του Θεού.
«Η Μονή αύτη κατέστη, δια της αγάπης και της φροντίδος του, τόπος αναπαύσεως των κοπιώντων, καταφυγή των τεθλιμμένων, ιερόν καταφύγιον όπου αναρίθμητες ψυχές εύρον ίασιν και καθοδήγησιν. Ο Γέροντας Ιωσήφ υπεδέχετο πάντας με θερμότητα και καλοσύνην. Συνεβούλευε με διάκρισιν, ηκροάτο με συμπάθειαν και εδέχετο εκάστην ψυχήν με φωτεινόν μειδίαμα, διότι εγνώριζε βαθέως την χαράν της Αναστάσεως.
«Κεντρική διάστασις της διακονίας του υπήρξε το Άγιον Μυστήριον της Εξομολογήσεως. Ως πνευματικός πατήρ, αφιέρωνε αμέτρητες ώρες εις την υποδοχήν όσων προσήρχοντο βαρυμένοι υπό λύπης, σκοτασμού διανοίας και των πολλών τραυμάτων της ζωής. Εν τω ησυχία του εξομολογητηρίου, εγένετο αληθής ιατρός ψυχών, καθοδηγών, συμβουλεύων και κυρίως θεραπεύων πνευματικώς τους εμπεπιστευμένους αυτώ. Δεν ήκουε απλώς εξομολογήσεις, αλλ’ εισήρχετο εις τον αγώνα εκάστης ψυχής. Με υπομονήν και διάκρισιν εβοήθει εις τον καθαρισμόν της συνειδήσεως, την ενίσχυσιν της πίστεως και την ήπια καθοδήγησιν προς μετάνοιαν και ανακαίνισιν… Ως καλός πνευματικός πατήρ, δεν ετόνιζε τα σφάλματα των ανθρώπων, αλλά το άπειρον έλεος του Θεού.
«Πολλοί εκ των παρόντων σήμερον, και αναρίθμητοι άλλοι εις την Αμερικήν και τον Καναδάν, φέρουν εντός των την ιεράν κληρονομίαν της πατρικής του συμβουλής, της πνευματικής του καθοδηγήσεως και της ακλονήτου πίστεως εις την μεταμορφωτικήν δύναμιν της μετανοίας.
«Εν τοις τελευταίοις χρόνοις, εβάστασε τον σταυρόν της ασθενείας με αγίαν υπομονήν και υποδειγματικήν πίστιν. Η ασθένειά του εγένετο ασκητικός αγών, προσφορά προς τον Χριστόν. Κατά το έτος τούτο, με τρόπον ιδιαιτέρως φανερόν και ιερόν, έζησε την ιδίαν αυτού Μεγάλην Εβδομάδα, όχι εις το μοναστήριον, αλλά εις την σιωπηλήν οδύνην του νοσοκομείου. Εκεί, ενωμένος με τα Πάθη του Κυρίου, ητοιμάσθη διά την μετάβασίν του εκ του θανάτου εις την ζωήν.
«Είχα την ευλογίαν να ευρίσκομαι πλησίον του το εσπέρας του Μεγάλου Σαββάτου, μετά του Επισκόπου Αθηναγόρου και άλλων κληρικών. Αν και κειτόμενος επί της κλίνης της ασθενείας, το πνεύμα του ήτο λαμπρόν. Το πρόσωπόν του έλαμπε από ελπίδα, χαράν και ειρήνην, άνευ ουδεμιάς σκιάς απελπισίας. Ωμίλει ως άνθρωπος μη φοβούμενος τον θάνατον, αλλά πιστεύων εις την Ανάστασιν. Συνεζητήσαμεν περί της προοπτικής επεκτάσεως της Μονής και ανεγέρσεως Καθολικού· ηρώτησε περί της υγείας του Οικουμενικού Πατριάρχου, εζήτησε την ευλογίαν του και με παρεκάλεσε να μεταφέρω τον σεβασμόν του. Και τώρα… ζει εν τω ατελευτήτω φωτί της Αναστάσεως, πρεσβεύων υπέρ της αδελφότητος, των πνευματικών του τέκνων και πάντων ημών.
«Σήμερον δοξάζομεν τον Θεόν δια τους ουρανίους προστάτας αυτού: τον Άγιον Νεκτάριον και την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Δι’ αυτών ενισχυθείς, υπέμεινε εν ειρήνη και εισήλθεν εις την Βασιλείαν των Ουρανών.
«Και τώρα πορεύεται προς την θριαμβεύουσαν Εκκλησίαν, μετά των πνευματικών αυτού προγόνων: του Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστού, του Γέροντος Εφραίμ της Αριζόνας και του Γέροντος Εφραίμ Ξηροποταμηνού. Εκεί, ως πολίτης της Βασιλείας του Θεού, συνεχίζει το έργον της πνευματικής πατρότητος, πρεσβεύων υπέρ ημών ενώπιον του Θρόνου του Θεού.»
Απευθυνόμενος προς τους πατέρες της αδελφότητος, ο Αρχιεπίσκοπος είπε:
«Πατέρες, δεν σας προσφέρω μόνον τα συλλυπητήριά μου, αλλά και την ευγνωμοσύνη μου. Φροντίσατε τον Γέροντά σας με τόση αγάπη, αφοσίωση και θυσιαστική τρυφερότητα. Σταθήκατε δίπλα του στην ασθένεια και την αδυναμία του, όπως εκείνος στάθηκε δίπλα σας καθ’ όλη τη ζωή σας. Αυτή είναι η αληθινή εικόνα της εν Χριστώ αδελφότητος. Βλέπω και κατανοώ τον πόνο σας, ο οποίος συμμερίζεται ολόκληρη η Ιερά μας Αρχιεπισκοπή. Όμως δεν πρέπει να χάσετε την ελπίδα ούτε να περιπέσετε εις απόγνωσιν. Όπως μας διδάσκει ο Απόστολος Παύλος, λυπούμεθα “μη καθώς οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα”. Η ελπίδα μας είναι ακλόνητα θεμελιωμένη στην Ανάσταση του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
«Σας προτρέπω λοιπόν να συνεχίσετε, να συνεχίσετε το ιερό έργο που άρχισε ο Γέροντάς σας: τη ζωή της προσευχής, της υπακοής και της φιλοξενίας· τα σχέδια που έθεσε για την ανάπτυξη και την επέκταση της Μονής αυτής. Μη φοβάστε. Ο Γέροντάς σας δεν έχει απομακρυνθεί από εσάς. Είναι πάντοτε κοντά σας. Οι προσευχές του θα σας συνοδεύουν. Η ευλογία του θα σας καθοδηγεί. Η αγάπη του θα σας ενισχύει.»
Ολοκληρώνοντας τον επικήδειο λόγο του, ο Αρχιεπίσκοπος είπε:
«Σήμερα δεν πενθούμε ως οι μη έχοντες ελπίδα, διότι είμαστε τέκνα της Αναστάσεως. Εμπιστευόμαστε την αγία ψυχή του Γέροντος Ιωσήφ εις τας χείρας του ζώντος Θεού, δια των πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, του Αγίου Ιωσήφ του Μνήστορος, του Γέροντος Εφραίμ της Αριζόνας και πάντων των Αγίων.»
Μετά την ταφή και το καθιερωμένο γεύμα, ο Αρχιεπίσκοπος συνεκάλεσε την αδελφότητα στο συνοδικόν της Μονής. Αφού απηύθυνε πατρικούς και παραινετικούς λόγους, παρότρυνε τους πατέρας, εν προσευχή και εν πνεύματι αποστολικής ενότητος, άνευ βιασύνης, μετά την πάροδον τεσσαράκοντα ημερών από την κοίμηση του Γέροντος, και συμφώνως προς τον εσωτερικό κανονισμό της Μονής, να εκλέξουν τον καταλληλότερον εξ αυτών διά να διαδεχθή τον Γέροντα Ιωσήφ εις την ηγουμενίαν.
Τέλος, εξέφρασε εκ νέου την αγάπη του και την αμετακίνητη στήριξή του προς την αδελφότητα και επεσήμανε ότι αισθάνεται βαθύτατα ευλογημένος που υπάρχει τούτο το μοναστικόν σώμα εντός της Αρχιεπισκοπικής Περιφερείας, ένα ζωντανό πνευματικόν κλάδος του μοναχισμού, ο οποίος εβλάστησε και ανθεί υπό τους πνευματικούς κόπους του Γέροντος Ιωσήφ.
Μετάφραση: Ιωάννα Γεωργακοπούλου














