O Πατριάρχης Σερβίας κ. Πορφύριος τέλεσε στις 4 Αυγούστου 2026, στην πλατεία «Βασιλιάς Πέταρ Α’ Καραγκεόργεβιτς» στο Μρκόνιτς Γκραντ, μνημόσυνο για τα αθώα θύματα της επιχείρησης “Καταιγίδα”.
Συλλειτούργησαν: ο Μητροπολίτης Κρούσεβατς κ. Δαβίδ, οι Επίσκοποι Μπιχάτς-Πέτροβατς κ. Σέργιος και ο βοηθός Επίσκοπος Μάρτσα κ. Σάββας· οι Αρχιμανδρίτες Βαρνάβας (Νταμιάνοβιτς), Βασίλειος (Ρόζιτς) και Ιερόθεος (Βλαγικόβιτς)· οι Πρωτοπρεσβύτεροι-Σταυροφόροι Ντράγκαν Σκαλόνια, Νικόλα Πένο, Σάβο Γιάνκοβιτς, Σάσα Τσρλιτς και Μιλάντιν Σαμαρτζιτς· οι Πρωτοπρεσβύτεροι Αλεξάνταρ Ντιούριτς και Σάβκο Πλάβσιτς· οι Πρωτοδιάκονοι Ντράγκαν Ράντιτς, Ράντογιτσα Ζάγκραν και Νεμάνια Ρέλιτς.
Μετά τις ομιλίες του Προέδρου της Δημοκρατίας της Σερβίας κ. Αλεξάνταρ Βούτσιτς, του Προέδρου κ. Μιλόραντ Ντόντικ και του κ. Μίλαν Κνέζεβιτς, πραγματοποιήθηκε πρόγραμμα προς τιμήν όλων όσων έπεσαν θύματα και εκδιώχθηκαν από τις αιωνόβιες εστίες τους.
Παρατίθεται η ομιλία του Πατριάρχη Σερβίας κ. Πορφυρίου:
Θεοφιλέστατε αδελφέ, Επίσκοπε Σέργιε, οικοδεσπότη αυτής της θεοσώστου επαρχίας· αδελφοί αρχιερείς· εντιμότατε Πρόεδρε της Δημοκρατίας της Σερβίας· εντιμότατε Πρόεδρε της Republika Srpska· εντιμότατο μέλος της Προεδρίας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης· πρόεδροι των Εθνοσυνελεύσεων της Δημοκρατίας της Σερβίας και της Republika Srpska· εντιμότατε Πρόεδρε κ. Ντόντικ, αγαπητέ κ. Κνέζεβιτς· αγαπητά πνευματικά τέκνα, τέκνα του Αγίου Σάββα, ένδοξοι κάτοικοι της Κράινα, ο Θεός να βοηθά όλους σας!
Χρόνο με τον χρόνο συναθροιζόμαστε σε διάφορα μέρη για να τιμήσουμε προσευχητικά τη μνήμη των αθώων θυμάτων του φρικτού διωγμού του λαού μας από τις αιωνόβιες εστίες του, γνωστού ως «Καταιγίδα», και να αγκαλιάσουμε όλους όσους ακόμη και σήμερα φέρουν την πληγή εκείνης της πρωτόγνωρης εξορίας στο ευρωπαϊκό έδαφος τον εικοστό αιώνα.
Απόψε εδώ, στο Μρκόνιτς Γκραντ, δεν θα αναζητήσω νέα λόγια σε σχέση με όσα έχουμε ήδη πει, διότι η αλήθεια παραμένει η ίδια, ο πόνος δεν παύει με το πέρασμα του χρόνου, και το χρέος μας να μνημονεύουμε ενώπιον του Θεού τους συγγενείς μας που έπεσαν θύματα παραμένει διαρκές και αμετάβλητο.
Εδώ, στο Μρκόνιτς Γκραντ, που και το ίδιο φέρει βαθιές πληγές πόνου, απόψε μας συγκέντρωσε η αγάπη για τους μάρτυρές μας, τους συγγενείς, τους γείτονες και τους ομοεθνείς μας, οι οποίοι κατά τον φρικτό διωγμό από τις αιωνόβιες εστίες τους στην περιοχή της Δαλματίας, της Λίκα, της Κόρντουν και της Μπάνια, έχασαν αθώα τη ζωή τους τον Αύγουστο του 1995. Με ιδιαίτερο πόνο θυμόμαστε όσους έπεσαν θύματα στον δρόμο του Πέτροβατς, όπου, μέσα στην προσφυγική πομπή και στον δρόμο προς τη σωτηρία, έχασαν τη ζωή τους αθώοι άνθρωποι, γέροντες, γυναίκες και παιδιά.
Στο πάθος τους, αλλά και στην καρτερία όλων όσων σήκωσαν τον σταυρό της εξορίας, εκπληρώνονταν τα λόγια του Αγίου Αποστόλου Παύλου: «Εν παντί θλιβόμενοι, αλλ’ ου στενοχωρούμενοι· απορούμενοι, αλλ’ ουκ εξαπορούμενοι· διωκόμενοι, αλλ’ ουκ εγκαταλειπόμενοι· καταβαλλόμενοι, αλλ’ ουκ απολλύμενοι» (Β’ Κορ. 4, 8-9). Διότι ακόμη και όταν έμεναν χωρίς σπίτια και πατρίδα, τα εξόριστα αδέλφια μας κρατούσαν μέσα τους την πίστη ότι ο Κύριος δεν τους είχε εγκαταλείψει, και την ελπίδα ότι το κακό δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Όλους αυτούς απόψε τους μνημονεύουμε προσευχητικά, δεόμενοι στον Χριστό και Θεό μας, ο οποίος και ο ίδιος έπαθε επάνω στον Σταυρό, αλλά και νίκησε τον θάνατο με τον θάνατο, να τους χαρίσει ανάπαυση και ζωή αιώνια. Θυμόμαστε επίσης όλους εκείνους που πριν από τριάντα ένα χρόνια εγκατέλειψαν τις αιωνόβιες εστίες τους και σε ατελείωτες πομπές κατευθύνθηκαν προς τη Republika Srpska και τη Σερβία, κρατώντας στα χέρια τους μόνο ό,τι πιο απαραίτητο, και στις καρδιές τους τα σπίτια τους, τις πατρίδες τους, τα ιερά τους και τους τάφους των προγόνων τους.
Εδώ μας συγκέντρωσε ο πόθος να μνημονεύουμε προσευχητικά τα αθώα θύματα και τους μάρτυρες του γένους μας, διότι η προσευχή είναι η βαθύτερη και η πιο αντάξια μορφή μνήμης. Η προσευχή ενώπιον του προσώπου του Θεού υψώνει και τον πόνο του θύματος, αλλά και την πληγή εκείνου που μνημονεύει. Διαφυλάττει την αλήθεια, ενώ ελευθερώνει την καρδιά από το μίσος που δένει ξανά τον άνθρωπο με το κακό.
Αυτά τα πάθη, όπως και η μνήμη όλων των πικρών επεισοδίων της πολυβασάνιστης ιστορίας μας, πρέπει, ως βαπτισμένος λαός, να μας επαναφέρουν και πάλι σε αυτό που πάντοτε υπήρξαμε, να μας επιστρέψουν στις ρίζες μας, να μας στρέψουν προς τον Θεό και να μας οδηγήσουν τον έναν προς τον άλλον ως αδελφούς και αδελφές, ως κοινότητα, ως έναν και ενιαίο λαό. Πρέπει να μας εισάγουν σε μια αληθινή και βαθύτερη κατανόηση των λόγων του Χριστού: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. 22, 39), και ακόμη περισσότερο: «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών» (Ματθ. 5, 44).
Και απόψε ανακαλούμε την εντολή της αγάπης και στη μνήμη και στις καρδιές μας. Ταυτόχρονα, γνωρίζουμε πόσο δύσκολο είναι για τον άνθρωπο να αγαπά τον αντίπαλο και τον εχθρό. Στην πληρότητα μιας τέτοιας αγάπης φτάνουν μόνο οι κατά Χριστόν άνθρωποι, οι άγιοι του Θεού. Ωστόσο, η εντολή του Χριστού δείχνει σε καθέναν από εμάς τον δρόμο και μας καλεί στον διαρκή αγώνα κάθαρσης της καρδιάς από τη φιλαυτία και την αυτάρκεια, ώστε να πληθαίνουμε μέσα μας τη χαρά, την αγάπη και την ειρήνη.
Γι’ αυτό αισθάνομαι καθήκον και ευθύνη, αυτή τη στιγμή, όπως πάντοτε από τον θρόνο του Αγίου Σάββα, να καλέσω όλους εμάς, τα πνευματικά τέκνα αυτού του μεγάλου αγίου, να μην επιτρέψουμε το μίσος να επισκιάσει την αγάπη προς τον πλησίον, να μην γίνει φυσιολογικό αυτό που δυστυχώς συχνά συμβαίνει σήμερα ανάμεσά μας: να μετατρέπεται ο πλησίον σε ξένο, να γίνεται ο αδελφός αντίπαλος, και η διαφορετικότητα να μετατρέπεται σε αφορμή εχθρότητας· με άλλα λόγια, να μη γίνει το μίσος προς τον πλησίον, δηλαδή το μίσος μεταξύ μας, ο μοναδικός αποδεκτός τρόπος ζωής.
Η εντολή του Θεού για την αγάπη έχει απολύτως συγκεκριμένο περιεχόμενο. Μας κατευθύνει προς τους ανθρώπους με τους οποίους ζούμε. Οφείλουμε αγάπη ο ένας στον άλλον πρωτίστως μέσα στην οικογένεια και στον γάμο: οι σύζυγοι μεταξύ τους, οφείλουμε αγάπη στους γονείς και στα παιδιά μας, στα αδέλφια μας· έπειτα στους γείτονες, στους συναδέλφους, στους συμπολίτες μας, οφείλουμε αγάπη στον λαό μας.
Μαθαίνοντας να αγαπάμε όσους μοιραζόμαστε άμεσα το δώρο της ζωής, γινόμαστε, με τη χάρη του Θεού, ικανοί να αναγνωρίζουμε σε κάθε άνθρωπο έναν αδελφό και μια εικόνα του Θεού. Μόνο αγαπώντας τους δικούς μας, αγαπώντας τον λαό μας, γινόμαστε ικανοί να αγαπάμε και τους άλλους, να αγαπάμε το ξένο, να αγαπάμε και να σεβόμαστε άλλους ανθρώπους και άλλους λαούς.
Γι’ αυτό, ξανά και ξανά προσεύχομαι στον Κύριο και καλώ όλους εμάς να υψωθούμε, όσο μπορούμε, πάνω από στενά, εγωιστικά και ιδεολογικά υποκινούμενα μερικά συμφέροντα, και, εν πνεύματι χριστιανικής και ορθόδοξης συνοδικότητας, να υψωθούμε πάνω από τις διαιρέσεις και τις έριδες· καλώ, όχι με δικά μου λόγια αλλά με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, του μεγάλου αγίου του Θεού, ο οποίος ικέτευε τους χριστιανούς της Κορίνθου: «Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, διά του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ίνα το αυτό λέγητε πάντες, και μη ή εν υμίν σχίσματα, ήτε δε κατηρτισμένοι εν τω αυτώ νοϊ και εν τη αυτή γνώμη. Εδηλώθη γαρ μοι περί υμών, αδελφοί μου… ότι έριδες εν υμίν εισιν» (Α’ Κορ. 1, 10-11).
Αυτός ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι και σήμερα λόγος της Εκκλησίας του Χριστού, λόγος της Εκκλησίας του Αγίου Σάββα, λόγος που μας καλεί να αναγνωριστούμε ως αδέλφια, να συγχωρούμε και να ζητούμε συγχώρεση ο ένας από τον άλλον, να ανοίξουμε ο ένας στον άλλον την καρδιά μας και να γνωρίζουμε ότι κανείς δεν περισσεύει, αλλά ότι ο καθένας είναι απαραίτητος στον καθένα και ότι ο καθένας είναι πολύτιμος. Είμαστε καλεσμένοι να διαφυλάσσουμε την ειρήνη και την ομόνοια μεταξύ μας, αλλά και να ζούμε εν ειρήνη, αμοιβαίο σεβασμό και καλή γειτονία με όλους τους ανθρώπους και τους λαούς με τους οποίους μοιραζόμαστε αυτόν τον ευλογημένο τόπο.
Ας θυμηθούμε τη βιβλική αφήγηση για τον εβραϊκό λαό, ο οποίος κάποτε περιπλανήθηκε χαμένος για σαράντα χρόνια στην έρημο, μαθαίνοντας να μνημονεύει ένα πράγμα: να μνημονεύει τη Διαθήκη του και να αναζητά τη δύναμή του στην πιστότητα προς τον Θεό. Η έρημος ήταν το σχολείο στο οποίο ο λαός ξανάμαθε ποιος είναι και σε ποιον ανήκει, από πού προέρχεται, ποιος είναι ο σκοπός του και σε τι είναι κλητός. Διότι ένας λαός, όσο τρομερό και ανυπόφορο κι αν είναι αυτό, δεν χάνεται πρωτίστως όταν μείνει χωρίς γη και σπίτι. Η βαθύτερη πτώση ενός λαού αρχίζει πριν από αυτό· αρχίζει όταν αυτός ο λαός ξεχάσει ποιος είναι, σε ποιον ανήκει, ποιος είναι ο σκοπός του και σε ποια διαθήκη είναι θεμελιωμένος.
Από μια τέτοια λήθη γεννιούνται οι έριδες, ο αδελφός απομακρύνεται από τον αδελφό και εξαφανίζεται η ομόνοια και η ενότητα, χωρίς τις οποίες δύσκολα διαφυλάσσεται οτιδήποτε, πόσο μάλλον οικοδομείται. Γι’ αυτό η προσευχητική μας μνήμη είναι ταυτόχρονα και διαφύλαξη της ταυτότητάς μας, και διαφύλαξη της διαθήκης μας και της συνείδησης του ποιοι είμαστε και τι είμαστε. Μνημονεύοντας τους μάρτυρές μας και τις πατρίδες μας, μνημονεύουμε ποιοι είμαστε, σε ποιον ανήκουμε και σε ποιον αναφερόμαστε. Και ανήκουμε στον Χριστό, στην Εκκλησία Του, ο ένας στον άλλον, στον ορθόδοξο σερβικό λαό του Αγίου Σάββα. Μόνο έτσι είμαστε συγκεντρωμένοι ακόμη κι όταν είμαστε διασκορπισμένοι, πνευματικά ριζωμένοι ακόμη κι όταν βρισκόμαστε μακριά από τις εστίες μας.
Αφού προσευχηθήκαμε ξανά και ξανά για τα αδέλφια μας που έπεσαν θύματα κατά τις δυστυχείς αυγουστιάτικες ημέρες του 1995, καθώς και για όλους όσους εγκατέλειψαν τις αιωνόβιες εστίες τους και ξεκίνησαν τον δρόμο της εξορίας, ας κλείσουμε και αυτή τη φορά τον λόγο μας με την προσευχητική κραυγή του μακαριστού Πατριάρχη Παύλου:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, Θεέ μας, δέξου αυτή τη θερμή μας δέηση και συγχώρησέ μας τις αμαρτίες μας. Βοήθησέ μας, Εσύ που για τη σωτηρία όλων βάδισες προς τον σταυρό και υπέμεινες τον θάνατο, ώστε και ανάμεσά μας και σε όλον τον κόσμο το μίσος να δώσει τη θέση του στην αγάπη, η αναταραχή στην ειρήνη, η θλίψη στη χαρά, να ζήσουμε ήσυχη και ειρηνική ζωή ως λαός Σου και ως αδέλφια μεταξύ μας. Κύριε της ειρήνης και της αγάπης, βοήθησέ μας να επιστρέψουμε στον δρόμο Σου. Διαφύλαξε τη γη μας και τον λαό μας από την αδικία, τη βία, την αμοιβαία διχόνοια και την ασυμφωνία, και μην απομακρύνεις τη λυχνία της Εκκλησίας μας από ενώπιόν Σου. Διότι Εσύ είσαι ο Θεός του ελέους, της αγαθότητας και της φιλανθρωπίας, και σε Εσένα αναπέμπουμε δόξα, στον Πατέρα και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν».
Αιωνία η μνήμη σε όλα τα αδέλφια μας που έπεσαν αθώα θύματα στον φρικτό διωγμό από τις αιωνόβιες εστίες τους, τον διωγμό που ονομάστηκε «Καταιγίδα». Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη!















