Του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου
Τον τελευταίο καιρό προβληματίστηκα έντονα με τη σύγχρονη τεχνολογία, κυρίως με τη λεγόμενη «τεχνητή νοημοσύνη» και από πλευράς χρησιμοποίησης και έγραψα διάφορα άρθρα, τα οποία συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο μου «Εικόνα του σύγχρονου κόσμου», γιατί όλα πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε μέσα από την προοπτική της θεολογίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία διαφέρει σαφέστατα από όλες τις θεολογίες, δυτικής και ανατολικής προελεύσεως.
Προβληματίστηκα ως προς τον όρο, διότι από πλευράς φιλοσοφίας και θεολογίας η λεγόμενη «νοημοσύνη» δεν ταυτίζεται με τα μηχανήματα ούτε με την «ευφυία» τους, αλλά είναι κάτι άλλο από τον νου, ο οποίος νους διαφοροποιείται από την αίσθηση, τη διάνοια, τη φαντασία και τη δόξα. Ακόμη προβληματίστηκα από το γεγονός ότι όπως εξελίσσεται η λεγόμενη τεχνητή νοημοσύνη, η οποία επαναλαμβάνω πρέπει να αποκαλείται «τεχνητή ευφυία», τείνει να προχωρήσει στην υπέρβαση του ανθρώπου, που αποτελείται από ψυχή και σώμα, και να καταλήξει στον μετανθρωπισμό. Αυτό είναι ύβρις, με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης, δηλαδή αλαζονεία και παραγνώριση του Θεού και του λυτρωτικού Του έργου στον άνθρωπο και την ανακαίνιση της φύσης. Τα σύγχρονα ρομπότ εκφράζουν αυτόν τον μετανθρωπισμό, την αντικατάσταση του ανθρώπου, όταν αποξενώνονται από τον άνθρωπο.
Στην παρούσα εισήγηση θα προσπαθήσω να κινηθώ προς αυτήν την κατεύθυνση, όπως την διατύπωσε ευφυώς ο κ. Αλέξανδρος Κατσιάρας: «Η τεχνολογία δεν είναι μόνο κάτι που χρησιμοποιούμε. Είναι και κάτι που μας χρησιμοποιεί… Δεν είμαστε πια χρήστες – είμαστε προϊόντα», με κάποια άλλα επιχειρήματα.
«Η Προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού»
Θα αρχίσω με τη σημείωση ότι ο τίτλος της εισήγησής μου «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα της σύγχρονης τεχνολογίας», ήτοι ο φετιχισμός της ψηφιακής τεχνολογίας, παραπέμπει και υπενθυμίζει τον τίτλο του εμβληματικού βιβλίου του Μάξ Βέμπερ με τίτλο «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού», διότι νομίζω ότι σχολιάζει και αντιμετωπίζει την ίδια πραγματικότητα με την «τεχνητή νοημοσύνη». Ο Max Weber στο βιβλίο αυτό αναλύει τα σχετικά με το «πνεύμα του καπιταλισμού», για το ποιο είναι το ουσιαστικό περιεχόμενό του. Δεν πρόκειται να κάνω πλήρη ανάλυση του θέματος, αλλά να τονίσω μερικά σημαντικά σημεία που έχουν σχέση με το θέμα που με απασχολεί στο παρόν Συνέδριο. Ο Max Weber (1864-1920) ήταν Γερμανός κοινωνιολόγος που έζησε σε μία εποχή μεγάλων ανακατατάξεων, δίδαξε κοινωνιολογία στο Βερολίνο, στο Φράιμπουργο, στην Χαϊδελβέργη, στην Βιέννη και στο Μόναχο, και γνώρισε όλα επαναστατικά θέματα της εποχής του, τα οποία προήλθαν από τη μετάβαση της κοινωνίας από την γεωργική στη βιομηχανική επανάσταση.
Ξεκίνησε από την παρατήρηση ότι στη Μεσαιωνική Δύση οι επιστήμες και οι τέχνες απέκτησαν έναν ορθολογικό χαρακτήρα. Σε όλο τον κόσμο και σε όλες τις εποχές υπήρχαν έμποροι και μεγαλέμποροι, αλλά μόνον στη Δύση αναπτύχθηκε ένας καπιταλισμός «σε τύπους, μορφές και κατευθύνσεις, που δεν προϋπήρξαν πουθενά αλλού». Πάντα υπήρχαν οργανώσεις, συντεχνίες, αλλά στη Δύση παρατηρήθηκε «η έλλογη οργάνωση της ελεύθερης εργασίας σαν επιχειρησιακή μονάδα». Στις δυτικές κοινωνίες κατά τον Μεσαίωνα, με την επίδραση του σχολαστικισμού και αργότερα με τον διαφωτισμό παρατηρήθηκε η εκλογίκευση της ζωής και η ορθολογική οργάνωση του βίου. Αυτό ήταν συνέπεια της θεωρίας ότι ο ορθός λόγος είναι το κέντρο της ύπαρξης του ανθρώπου.
Ο Max Weber συνέδεσε αυτήν την ορθολογικοποίηση της επιστήμης και της εργασίας με την προτεσταντική ηθική. Ερευνώντας το θέμα αυτό διαπίστωσε ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων που είναι κάτοχοι του κεφαλαίου και είναι επιχειρηματίες, όπως και τα ανώτερα στρώματα των ειδικευμένων εργατών και το μορφωμένο προσωπικό των επιχειρήσεων, είναι Προτεστάντες. Παρατήρησε, δηλαδή, ότι οι Προτεστάντες έχουν την τάση να προσελκύονται από τα βιομηχανικά εργοτάξια και να καταλαμβάνουν διοικητικές θέσεις και τις ανώτερες βαθμίδες της ειδικευμένης εργασίας, και προς το σημείο αυτό κατευθύνουν τις σπουδές τους, ενώ οι Καθολικοί γίνονται χειρώνακτες, μικροβιοτέχνες ή ασχολούνται με παραδοσιακά επαγγέλματα. Έτσι, αυτό το πουριτανικό πνεύμα συνδέεται με τον καπιταλισμό. Υπενθυμίζει τις συμβουλές του Βενιαμίν Φραγκλίνου για την ορθολογική ανάπτυξη του χρήματος, όπως: «Να θυμάσαι ότι ο χρόνος είναι χρήμα», «ότι η πίστωση είναι χρήμα», «ότι το χρήμα έχει αναπαραγωγική και καρποφόρα φύση», δηλαδή αναπαράγει χρήμα, ότι «ο καλός πληρωτής είναι κύριος του πορτοφολιού του άλλου» κ.λπ.
Έτσι, ο Weber κατέληξε στο να σημειώσει την επίδραση της σκέψης των Προτεσταντών στη δημιουργία του πνεύματος του καπιταλισμού, δηλαδή της νοοτροπίας της θεοποίησης του χρήματος και της εργασίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναλύει τον «απόλυτο προορισμό» στη δημιουργία του καπιταλισμού και τις βασικές αρχές του που είναι «ο ευσεβιστικός ατομισμός», «ο προτεσταντικός ασκητισμός», «ο ωφελιμισμός». Έτσι, ο έλλογος επαγγελματισμός προϋποθέτει τον ορθολογικό τρόπο ζωής και συμπεριφοράς και κρίνεται με κριτήρια ωφελιμιστικά. Αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα συνιστούν το λεγόμενο «πνεύμα του καπιταλισμού», δηλαδή δεν κάνει λόγο απλώς για τη συγκέντρωση των υλικών αγαθών, αλλά για το πνεύμα του ορθολογισμού που το διακρίνει, και το οποίο είναι απόρροια της προτεσταντικής ηθικής.
Βέβαια, υπήρξε μεγάλη επιστημονική συζήτηση πάνω στις απόψεις του Max Weber, που δεν είναι αντικείμενο της παρούσης εισήγησης. Το ενδιαφέρον είναι ότι η ηθική του Προτεσταντισμού με την ορθολογική και ωφελιμιστική νοοτροπία γέννησε το «πνεύμα του καπιταλισμού». Να σημειωθεί ότι ο καπιταλισμός είναι «το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, που διαδέχθηκε τη φεουδαρχία». «Βάση της καπιταλιστικής οικονομίας είναι η προσφορά και η ζήτηση, ενώ κύριο γνώρισμά της είναι η αναρχία της παραγωγής». Ο καπιταλισμός πέρασε από τρία διαδοχικά στάδια, ήτοι «το εμπορευματικό στάδιο», «το στάδιο της βιομηχανικής επανάστασης», «και το χρηματιστικό στάδιο, όταν οι βιομηχανίες περνούν στον έλεγχο των τραπεζικών και χρηματιστικών κεφαλαίων».
«Η Προτεσταντική ηθική και το πνεύμα της σύγχρονης ψηφιακής τεχνολογίας»
Όσα προηγήθηκαν που είναι το κέντρο της Βιομηχανικής επανάστασης μπορεί να φαίνονται υπερβολικά, αλλά είναι το κέντρο και της νέας επανάστασης που λέγεται ψηφιακή, που τη διακρίνει ο ορθολογισμός, ο ατομισμός, ο ωφελιμισμός και η ευδαιμονία, που είναι σαφή στοιχεία προερχόμενα από την προτεσταντική ηθική και είναι το κέντρο της δυτικής κοινωνίας. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί και ο έλεγχος πάνω στους ανθρώπους και σε μικρές μονάδες παραγωγής, πράγμα που παρατηρείται με τη σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία μέσα στην προοπτική του πνεύματος του καπιταλισμού.
Ο Μανώλης Ανδριωτάκης στο σημαντικό και επίκαιρο βιβλίο του με τίτλο «Τεχνητή Νοημοσύνη για όλους» αναφέρεται στο βιβλίο που έγραψε η Σουζάνα Ζούμποφ, καθηγήτρια στο Χάρβαρντ, με τίτλο «Η εποχή του κατασκοπευτικού καπιταλισμού», όπου γράφει ότι «οι τεχνολογικοί κολοσσοί βασίζουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα στην παρακολούθηση των πολιτών».
Ο όρος «κατασκοπευτικός καπιταλισμός» δηλώνει την παρακολούθηση όλων μέσα από την «τεχνητή νοημοσύνη». Στο βιβλίο αυτό γράφεται μια ανάλυση αυτού του όρου: «Για να αντλήσουν τον τεράστιο όγκο δεδομένων που χρειάζονται για να λειτουργήσουν την ΤΝ τους, επιτηρούν διαρκώς τον κόσμο, στοχεύοντας σε ένα πολύ συγκεκριμένο είδος δεδομένων που ονομάζεται “συμπεριφορικό”. Τα συμπεριφορικά δεδομένα είναι πληροφορίες που αφορούν αυτό που λέει το όνομά τους: τη συμπεριφορά μας. Μέσα σε αυτά υπάρχουν μοτίβα που αποκαλύπτουν τελικά το ποιοι είμαστε. Για να σας βοηθήσει η ΤΝ να βρείτε το κατάλληλο ταίρι, την κατάλληλη θεραπεία, την κατάλληλη επένδυση, το κατάλληλο κατάλυμα, για να αξιολογήσει την πιστοληπτική σας ικανότητα, το βιογραφικό σας, το ιατρικό σας ιστορικό, θα πρέπει να έχει παρακολουθήσει τη συμπεριφορά σας. Οι προγνωστικές ικανότητες της ΤΝ βασίζονται στην προηγούμενη συμπεριφορά σας. Όπως τα μέντιουμ πληρώνουν συγγενείς ή φίλους για να αντλήσουν πληροφορίες για το θύμα τους ή το παρασύρουν ώστε να μοιραστεί ευαίσθητες πληροφορίες, έτσι και η ΤΝ μας δελεάζει με ανέσεις για να της αποκαλυπτόμαστε όλο και περισσότερο».
Μήπως όμως έτσι μας χειραγωγεί; Αυτός είναι ο μεγάλος κίνδυνος. Όταν κάποιος, μια ΤΝ και μια ΜΜ εν προκειμένω, έχει πλήρη γνώση του ιστορικού σου, είναι σε θέση να σε καθοδηγήσει. Αν το σύστημα της ΤΝ βασίζεται σε μια αγορά, τότε εκείνος που πληρώνει τα περισσότερα έχει προνομιακή θέση όχι μόνο στις συνειδητές σου επιλογές, αλλά και στις ασυνείδητες. Η ΤΝ μπορεί κατ’ εντολή των ιδιοκτητών της να σε κατευθύνει, ως ένα αυτόματο, εκεί που θέλει. Ο κατασκοπευτικός καπιταλισμός είναι ένα εξαιρετικά προσοδοφόρο σύστημα για τους τεχνολογικούς κολοσσούς, οι οποίοι συσσωρεύουν εκπληκτικό πλούτο, τροποποιώντας συμπεριφορές. Παρέχουν ελκυστικά προϊόντα και υπηρεσίες που διευκολύνουν τη ζωή, αλλά μας αναγκάζουν όλους να πληρώνουμε ακριβό τίμημα. Οι τεχνολογίες που έχουν στα χέρια τους στρέφονται ενάντια στις κοινωνίες που υπηρετούν. Αν θέλουμε η ΤΝ και η ΜΜ να γίνει μια πραγματική δύναμη προόδου και δικαιοσύνης στον κόσμο, θα πρέπει σίγουρα να στρέψουμε την κριτική μας ματιά στον κατασκοπευτικό καπιταλισμό και στους κύριους φορείς του. Να γείρουμε την πλάστιγγα προς το μέρος των πολιτών».
Ο Βασίλης Πετρουλέας, Δρ. Φυσικής, τ. Διευθυντής Ερευνών στο ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος», στο βιβλίο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Όταν η άψυχη ύλη απέκτησε “νοημοσύνη”» και υπότιτλο «Ψηφιακή τεχνολογία: προσδοκίες, κίνδυνοι» κάνει πλήρη ανάλυση του θέματος που μας απασχολεί. Στο βιβλίο αυτό, μεταξύ των άλλων ενδιαφερόντων, αναπτύσσει και αυτό που είδαμε προηγουμένως ως «ο καπιταλισμός της παρακολούθησης». Κατ’ αρχάς τονίζεται ότι το γεγονός ότι «μας χορηγούν τόσο γεναιόδωρα μηχανές αναζήτησης, ψηφιακούς χάρτες, GPS, βίντεο, κοινωνικές διαδικτυακές πλατφόρμες, ψηφιακά προϊόντα και τις ατελείωτες εφαρμογές που τα συνοδεύουν», έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργείται ο λεγόμενος «ψηφιακός εαυτός», δηλαδή μια καινούργια πραγματικότητα, «η εικόνα που σχηματίζουν τα μηχανήματα για μας». Ένα μεγάλο μέρος του εαυτού μας «μετατρέπεται σε ψηφιακά δεδομένα».
Έτσι αναπτύσσεται «ο καπιταλισμός της παρακολούθησης». Και ο Βασίλης Πετρουλέας αναφέρεται στο βιβλίο που προανέφερα της Σουζάνας Ζούμποφ, καθηγήτριας του Χάρβαρντ, σύμφωνα με την οποία «ο παραδοσιακός καπιταλισμός έπαιρνε ακατέργαστη ύλη από τη φύση και χρησιμοποιώντας φθηνή εργασία τη μετέτρεπε σε εμπορικά αγαθά. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο καπιταλισμός πήρε αδιόρατα μια σκοτεινή στροφή• μετατράπηκε σε καπιταλισμό της κατασκόπευσης. Υπό τη νέα του μορφή χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Τα εργοστάσια του νέου καπιταλισμού ονομάζονται “τεχνητή νοημοσύνη”. Εκεί εισρέει η πρώτη ύλη – ακατέργαστα ανθρώπινα δεδομένα – και μετατρέπεται σε πληροφορίες για μας και ακόμη πιο πέρα σε προβλέψεις. Προβλέψεις του τι θα κάνουμε στη συνέχεια, τι θα ψωνίσουμε, τι θα ψηφίσουμε, αν θα έχουμε χρήματα να εξοφλήσουμε το δάνειο που ζητάμε, πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση της υγείας μας… Και αυτές πωλούνται στη συνέχεια σε επιχειρήσεις (διαφημιστές, εμπορικές επιχειρήσεις, πολιτικούς, τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, βιομηχανίες, αθλητικούς συλλόγους…), σε ένα νέο πρωτόγνωρο είδος εμπορίου».
«Εάν η οικονομία δεν μπορεί να κινηθεί χωρίς χρήμα, και η βιομηχανία προβλέψεων δεν μπορεί να κινηθεί χωρίς δεδομένα. Και μας εφοδιάζουν, σχολιάζει η Ζούμποφ, με έξυπνα τηλέφωνα, φωτογραφικές μηχανές, γυροσκόπια, κομπιούτερ, οικογενειακούς βοηθούς, συνδεδεμένους αισθητήρες, γκάτζετς και εφαρμογές. Θέλουν να ξέρουν την τοποθεσία μας, το αυτοκίνητό μας, τις διαδρομές μας, τι λέμε και τι κάνουμε μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μας, τις εκπομπές που παρακολουθούμε, το ιατρικό μας ιστορικό… το σύνολο της συμπεριφοράς μας. Θέλουν τη φωτογραφία μας, τη φωνή μας, το τι τρώμε και τι αγοράζουμε, τον χρόνο που αφιερώνουν τα παιδιά για παιχνίδι και διάβασμα, τα… εγκεφαλικά μας κύτταρα και το κυκλοφορικό μας σύστημα. Τίποτε δεν εξαιρείται!
Υποτίθεται ότι θέλουν να μας εξυπηρετήσουν με τις ψηφιακές τους υπηρεσίες. Αλλά δεν ενδιαφέρονται για μας· σημασία έχει μόνο οι ψηφιακές μας περιηγήσεις να μπορούν να μετατραπούν σε χρήσιμα ψηφιακά δεδομένα. Την ώρα που κάνουμε έρευνα με τις μηχανές αναζήτησης της Google, η Google ερευνά για εμάς! Και οι πολύ προσωπικές πληροφορίες που συλλέγονται από τις εφαρμογές που κατεβάζουμε δεν σταματούν στην εταιρεία που μας προμήθευσε και υποστηρίζει τις εφαρμογές, πωλούνται σε τρίτες εταιρείες, Facebook, Google κ.ο.κ. Είμαστε στον 21ο αιώνα και ο Καπιταλισμός της παρακολούθησης έχει εισαγάγει μια νέα κοινωνική ασυμμετρία στην ιστορία της ανθρωπότητας, πέρα από την ανισότητα του πλούτου. Ξέρουν τα πάντα για μας, κι εμείς δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτε γι’ αυτούς – τα σχέδιά τους, τις μεθόδους τους. Και αυτή η γνώση μετουσιώνεται σε εξουσία, η οποία χρησιμοποιείται για τη χειραγώγησή μας».
Όλες αυτές οι πλατφόρμες που συγκεντρώνονται, αποθηκεύονται σε κέντρα με δυνατή μνήμη και πωλούνται σε εταιρείες για κατασκευή διαφόρων προϊόντων. Συλλέγονται δεδομένα με εθελούσια παράδοση από εμάς που χρησιμοποιούμε τα μηχανήματα που μας δίνουν δωρεάν. Έτσι, όπως έχει γραφεί, «ο πιο πολύτιμος πόρος της ανθρωπότητας δεν είναι πλέον το πετρέλαιο, αλλά τα δεδομένα» της προσωπικής μας ζωής, τα οποία παραδίδουμε μόνοι μας ελεύθερα, χωρίς να μας το ζητήσει κανένας.
Από τον άνθρωπο στον μετάνθρωπο
Ένα μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας είναι το πώς ο άνθρωπος από την αρχική κατασκευή του, αλλά και την αναγέννησή του με την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού, οδηγήθηκε στον μετάνθρωπο, χωρίς ψυχή, χωρίς σώμα, χωρίς Άγιο Πνεύμα. Ο άνθρωπος με τη δημιουργία και την αναδημιουργία του είναι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Θεού, όμως με τα νέα δεδομένα αντί να είναι θεούμενος κυριεύθηκε από τα πάθη και έγινε δούλος αυτών.
Ο όσιος Ιουστῖνος ο νέος ομολογητής (Πόποβιτς) έχει καταγράψει τις σκέψεις του στο εξαίρετο και προφητικό βιβλίο «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος». Επίσης, σε άλλο βιβλίο του με τίτλο «Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός» κάνει σύγκριση μεταξύ του δυτικού ανθρώπου και του ανθρώπου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Ο μακαριστός π. Θεόκλητος Διονυσιάτης, προλογίζοντας το δεύτερο αυτό βιβλίο, γράφει ότι ο π. Ιουστῖνος έζησε ασκητικώς στην Ορθόδοξη Εκκλησία και θεολογία και έτσι «εκκαθάρθη και εφωτίσθη υπό του Αγίου Πνεύματος η καρδιά του, ενώθηκε εν αγάπη μετά του Χριστού και του ανθρώπου, ο νους του, ελλαμπόμενος, εκινήθη εις όλας τας διαστάσεις των “επιγείων, επουρανίων και καταχθονίων” και ήδη κενώνει, εν ταπεινώσει, τας πνευματικάς του εμπειρίας, εντός των οποίων έχει ανακραθή η προσληφθείσα κατ’ αίσθησιν Ορθόδοξος θεολογική γνώσις».
Συγχρόνως γράφει ότι «πρέπει να δούμε τον π. Ιουστῖνο όχι ως δογματικό διδάσκαλο μόνον, αλλά και ως όσιος και ως προφήτης, διότι ζει μέσα στο φως του Θεού την τραγωδία των ανθρώπων, προς τους οποίους εξαγγέλλει την μοναδικότητα του Θεανθρώπου, την μοναδικότητα της Εκκλησίας και την εκτροπή του Ευρωπαίου ανθρώπου από της Αληθείας».
Ο άγιος Ιουστῖνος Πόποβιτς γνώρισε τον Ευρωπαίο άνθρωπο στην αρχή του 20ού αιώνα, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Αγγλία, και έκρινε με προφητικό τρόπο τα δεδομένα της εποχής του. Έγραφε, μεταξύ των άλλων:
«Εις την ουσίαν του ο ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι βρυκολακιασμένος φετιχισμός, φετιχισμός κατά την ευρωπαϊκήν έκδοσιν, δηλαδή με το ευρωπαϊκόν ένδυμα. Το κύριον χαρακτηριστικόν του Ευρωπαίου ανθρώπου είναι η λαιμαργία του έναντι των πραγμάτων. Η δε φετιχιστική μεταφυσική του Ευρωπαίου ανθρώπου εκδηλούται εμπράκτως διά της φετιχιστικής ηθικής. Ο παλαιός ειδωλολατρικός φετιχισμός είχε ως χαρακτηριστικόν την ανθρωποφαγίαν. Μήπως η ανθρωποφαγία δεν είναι το χαρακτηριστικό και του νέου ευρωπαϊκού φετιχισμού; Με τη διαφορά ότι πρόκειται περί ανθρωποφαγίας, η οποία φέρει το προσωπείον του πολιτισμού».
Και συνεχίζει με προφητικό λόγο:
«Ο φανερός ή κρυφός πόθος πολλών εκ των δημιουργών του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι η απελευθέρωσις του ανθρώπου από τον Θεόν. Ούτοι εργάζονται διά την επίτευξιν τούτου και διά του ανθρωπισμού και της Αναγεννήσεως, και διά του νατουραλισμού του Ρουσώ και του νεφελώδους ρομαντισμού, και διά του θετικισμού και αγνωστικισμού, και διά του ορθολογισμού και της θελησιαρχίας και διά του κοινοβουλευτισμού, των διδακτοριών και των επαναστάσεων. Οι τολμηρότεροι πάλιν μεταξύ των έρριψαν το σύνθημα: Ο Θεός πρέπει να εξοντωθεί. Και τελικά, ο πλέον συνεπής αρχιτέκτων και πλέον ειλικρινής ομολογητής της ευρωπαϊκής κουλτούρας και πολιτισμού, ο Νίτσε από την κορυφή της ανθρωπομανoῦς πυραμίδος του εγωϊσμού, διεκήρυξε το μήνυμα: “Ο Θεός απέθανε”. Όταν δεν υπάρχει ο αιώνιος Θεός, ούτε αθανασία της ψυχής, τότε δεν υπάρχει τίποτε το απόλυτον, τίποτε το πανάξιον, τότε το παν είναι σχετικόν, εφήμερον, θνητόν».
Αυτή είναι η θεωρία του Νίτσε ότι «ο Θεός απέθανε» και γι’ αυτό κήρυττε τον υπεράνθρωπο. Ο Γερμανός Φρίντριχ Νίτσε (1844-1900), στην αρχή σπούδασε θεολογία και στη συνέχεια απέρριψε τη θρησκευτική πίστη, και στη συνέχεια επηρέασε σημαντικά τον Σοπενχάουερ (1788-1860) που ήταν Γερμανός ιδεαλιστής φιλόσοφος, και κέντρο της φιλοσοφίας του ήταν η βούληση ως μεταφυσική αρχή κατανόησης του κόσμου και του ανθρώπου, δηλαδή εξέφρασε την βουλησιοκρατία. Ο Σοπενχάουερ πίστευε ότι όλες οι σωματικές και σεξουαλικές επιθυμίες δεν μπορούν να εκπληρωθούν ολοκληρωτικά. Και η φιλοσοφία του Νίτσε διακρίνεται από την αρχή «θέληση για δύναμη». Μέσα σε αυτήν την προοπτική έγραψε το βιβλίο με τίτλο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» και υπότιτλο «ο υπεράνθρωπος».
Ο Ζαρατούστρα είναι ζωροάστρης, θρησκευτικός προφήτης των Περσών και ιδρυτής του Ζωροαστρισμού. Δεν είναι ακριβής ο χρόνος που έζησε, αλλά τοποθετείται μέσα στο πέπλο του μυστηρίου και θεωρείται ότι έζησε σε μια μεγάλη χρονική περίοδο από τον 18ο αιώνα π.Χ. μέχρι τον 6ο αιώνα π.Χ. Πίστευε σε ένα όν που ήταν ένα και μοναδικό και όλοι οι άλλοι θεοί είναι δαίμονες. Ο Νίτσε στο βιβλίο του «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» παρουσιάζει την βασική του αρχή ότι «ο Θεός απέθανε» και ο άνθρωπος είναι «υπεράνθρωπος».
Στο βιβλίο αυτό, και μάλιστα στον πρόλογο, δίδεται η βάση του θέματος που θα επεξεργασθεί στη συνέχεια. Γράφει ότι ο Ζαρατούστρα σε ηλικία τριάντα χρόνων άφησε την πατρίδα του και ανέβηκε στο βουνό, όπου έζησε δέκα χρόνια μέσα στη μοναξιά και στο τέλος άλλαξε η καρδιά του και κάποια αυγή πορεύθηκε στον ήλιο. Στη συνέχεια παρουσιάζεται ο λόγος του προς τον ήλιο και ζήτησε από αυτόν την ευλογία για να μεταδώσει αυτήν τη σοφία που απέκτησε, και να δύσει και αυτός, όπως ο ήλιος κουβαλάει το φως του όταν δύει στον κάτω κόσμο.
Και καθώς ο Ζαρατούστρα κατέβαινε από το βουνό για να μεταφέρει το φως του, τη σοφία του στον κάτω κόσμο, συνάντησε στο βουνό έναν γέρο ασκητή. Ο Νίτσε περιγράφει με τρόπο δυνατό τη συνάντηση του Ζαρατούστρα με τον γέρο ασκητή. Ο γέρος ασκητής τον προέτρεψε να μη κατέβει στον κόσμο και ο Ζαρατούστρα αποκρίθηκε ότι θέλει να κατέβει γιατί αγαπά τους ανθρώπους. Ο ασκητής του αποκρίθηκε ότι δεν αγαπά τους ανθρώπους, αλλά αγαπά τον Θεό, γιατί η αγάπη στον άνθρωπο θα τον σκότωνε. Και τον προέτρεψε να μη πάει στους ανθρώπους, αλλά να μείνει στο «ρουμάνι», στα δάση και να είναι «μια αρκούδα μέσα στις αρκούδες, ένα πουλί μέσα στα πουλιά».
Ο γέρος ασκητής είπε στον Ζαρατούστρα για το πώς να ζει στο βουνό: «Τραγούδια πλαστουργώ και τα τραγουδάω, κι όταν τραγούδια πλαστουργώ, γελάω, κλαίω και μουρμουρίζω: μ’ αυτό τον τρόπο τον Θεό δοξάζω. Με τραγούδι, με κλάμα, με γέλιο, με μουρμουρητά, τον Θεό εγώ υμνώ, που είναι ο Θεός μου. Όμως εσύ ποιο δώρο μας φέρνεις;». Ο Ζαρατούστρα χαιρέτησε τον ασκητή και του είπε: «Τι θά’ χα εγώ για να σου δώσω! Παράτα με και φύγε. Λοιπόν, γρήγορα, για να μη σου πάρω και τίποτα!», και χωριάτικα γελώντας, όπως γελούν δύο παιδιά. Και όταν ο Ζαρατούστρα έμεινε μόνος του είπε στην καρδιά του: «Είναι ποτέ αυτό δυνατό! Ο άγιος αυτός γέρος δεν αγροίκησε τίποτα μέσα στο ρουμάνι του: ότι ο Θεός πέθανε!». Έπειτα ο Ζαρατούστρα έφθασε στην πιο πλησιόχωρη πολιτεία, «έσμιξε πλήθος πολύ μπουλουκιασμένο στην πλατεία» και μίλησε στον λαό:
«Σας ευαγγελίζομαι τον υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεράσουμε… Και ο μεγαλύτερος σοφός σας δεν είναι παρά μια σύνδεση αλλοπρόσαλλη, μπάσταρδη, από φυτό ή φάντασμα. Κι όμως μήπως εγώ σας λέγω να γίνεστε φυτό ή φάντασμα; Εγώ σας ευαγγελίζομαι τον υπεράνθρωπο. Ο υπεράνθρωπος είναι η καταξίωση της γης. Η θέλησή σας ας πει, ο υπεράνθρωπος ας καταξιώσει τη γης.
Σας εξορκίζω αδελφοί μου, μείνετε πιστοί στη γης, και μη πιστεύετε όσους μιλούν για υπεργήινες ελπίδες. Αυτοί είναι δηλητηριαστές, το ξέρουν, δεν το ξέρουν. Περιφρονητές της ζωής είναι, έτοιμοθάνατοι και φαρμακωμένοι κι η γης τους βαρέθηκε πια: ας εξαφανιστούν λοιπόν. Αλλά το έγκλημα κατά του Θεού είναι το πιο φρικτό, μα πέθανε ο Θεός και πεθάναν μαζί κι όσοι εναντίον του εγκληματούσαν».
Αυτή είναι η φιλοσοφία του «θανάτου του Θεού» και του «υπερανθρώπου», αλλά και η φιλοσοφία του τρόπου της ζωής χωρίς Θεό και με υπεράνθρωπο που καταλήγει στον μετάνθρωπο.
Ποιμαντική αντιμετώπιση
Από όλα όσα προηγήθηκαν είναι ευνόητο ότι η Εκκλησία πρέπει να αντιμετωπίσει το θέμα της ψηφιακής τεχνολογίας και περισσότερο της «τεχνητής ευφυΐας» και των ρομπότ, μέσα από τη θεολογία της. Η Εκκλησία εργάζεται με δύο βασικούς τρόπους: ο ένας είναι να ομολογεί την αποκαλυφθείσα πίστη του Θεού στον άνθρωπο και ο άλλος να ποιμαίνει τον άνθρωπο κάθε εποχής.
Βεβαίως, μια βασική αρχή είναι να συστήσει στους ανθρώπους να κάνουν καλή χρήση των εφευρέσεων της επιστήμης και όχι παράχρησή της. Αυτός είναι ένας γενικός κανόνας, αλλά στην προκειμένη περίπτωση που διά της ψηφιακής τεχνολογίας υποδουλώνεται ο άνθρωπος στα διάφορα κέντρα καθοδήγησης, πρέπει να αγωνισθεί για την πνευματική του ελευθερία. Και μάλιστα, αυτό πρέπει να γίνει όταν πρόκειται για την «τεχνητή ευφυΐα», που μέσα της κρύβει τον ιό της αυτοθέωσης, την ύβρη του ανθρώπου στο να προχωρήσει στον μετάνθρωπο, που δεν θα έχει ούτε ψυχή, ούτε σώμα, αλλά νευρωτικά δίκτυα και μηχανική μάθηση, ή «μηχανή Τιούρινγκ», την αυτόματη μηχανή που ομοιάζει με την «λογική ενός αλγορίθμου», που ήταν «ο πρώτος υποδοχέας» της «τεχνητής νοημοσύνης».
Η «τεχνητή ευφυΐα», κυρίως τα ρομπότ, κατασκευασμένη από τον άνθρωπο, ο οποίος ομοιάζει ή αποβλέπει στον μετάνθρωπο, σκοπεύει στην «ψηφιακή αθανασία», στην «Αποκαλυπτική τεχνητή νοημοσύνη» που θα χρησιμοποιείται στη λατρεία για να αντικαταστήσει τη θεία Λειτουργία, τη θεία Κοινωνία, το κήρυγμα και βέβαια αποβλέπει στα «εικονικά σώματα» που ζουν «στην αιώνια ευδαιμονία». Αυτό δεν είναι μια φοβία έναντι της επιστήμης και της προόδου, αλλά είναι υπευθυνότητα έναντι του ανθρώπου και, μάλιστα, του ανθρώπου του Θεού. Δεν πρόκειται για μια εξυπηρέτηση των αναγκών μας, τις οποίες μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, αλλά για μια νέα δουλεία της ελευθερίας και της άρνησης και αυτού του ανθρώπου.
Ο Θεόδωρος Καρούνος, ερευνητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Ανοιχτών Τεχνολογιών, σε άρθρο του με το σαφές ερώτημα: «Πόσο ευφυείς είναι πράγματι οι μηχανές;», παρουσιάζει τη διαφορά μεταξύ ανθρώπου και μηχανών. Στο άρθρο αυτό κάνει διάκριση μεταξύ της ανθρώπινης ευφυίας και της «τεχνητής ευφυίας» σε τέσσερα ιδιαίτερα σημεία:
Πρώτον, οι άνθρωποι μαθαίνουμε τον κόσμο από την πρώτη στιγμή της γεννήσεώς μας «μέσα από εμπειρίες, αισθήσεις και αλληλεπίδραση με τον κόσμο γύρω μας», από τους γονείς και τα περιβάλλοντά μας. Αντίθετα, «η τεχνητή νοημοσύνη» εκπαιδεύεται από «τεράστιες ποσότητες κειμένων» με «χρήση στατιστικών δεδομένων», της λείπει η «άμεση επαφή» με ανθρώπους.
Δεύτερον, ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανθρώπινης νοημοσύνης-ευφυίας είναι «η συνείδηση και η αυτοαντίληψη-η επίγνωση του εαυτού», ότι γνωρίζει τον εαυτό της. Αντίθετα, η «τεχνητή νοημοσύνη» «δεν έχει συνείδηση ούτε αυτογνωσία», δεν έχει δικές της εμπειρίες και βιώματα, αλλά απλώς λαμβάνει πληροφορίες από έξω, δέχεται εξωτερικά δεδομένα.
Τρίτον, «η ανθρώπινη ευφυία περιλαμβάνει την ικανότητα για κρίση και λογική σκέψη». Ο άνθρωπος από τη μικρή του ηλικία, καθώς αναπτύσσεται ο εγκέφαλός του και μαθαίνει τη γλώσσα, αναπτύσσει και τη λεκτική σκέψη (συνδυασμός γράμματος και ακοής) και κριτική κρίση. Αντίθετα, η «τεχνητή νοημοσύνη» «δεν έχει πραγματική κατανόηση ή κρίση, αλλά απαντά από αυτά που έμαθε από τα «δεδομένα» που της έδωσαν, χωρίς να καταλαβαίνει το νόημά τους».
Τέταρτον, ο άνθρωπος έχει δημιουργικότητα που «είναι μοναδική, γιατί πηγάζει από τη φαντασία, τα συναισθήματα και τις εμπειρίες του». Αντίθετα, η «τεχνητή νοημοσύνη» «δημιουργεί» απαντήσεις με τον συνδυασμό στοιχείων που της έχουν δοθεί «χωρίς πραγματική φαντασία ή συναισθήματα», δηλαδή δεν πρωτοτυπεί.
Και ο αρθρογράφος καταλήγει ότι η «ευφυία» της «τεχνητής νοημοσύνης» είναι «ποιοτικά διαφορετική από την ανθρώπινη». «Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα λειτουργούν χωρίς επίγνωση και παραμένουν μηχανές χωρίς προσωπική σκέψη». Έτσι, «η ανθρώπινη νοημοσύνη παραμένει μοναδική, επειδή συνδυάζει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά με έναν τρόπο που καμία τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να αναπαραγάγει. Ίσως γι’ αυτό, όσο εξελιγμένες κι αν γίνουν οι μηχανές, ο άνθρωπος παραμένει το μέτρο της νοημοσύνης». Έτσι, η σύγχρονη τεχνολογία δεν έχει μόνον μέσα της τον ιό της αυτοθέωσης, αλλά μολύνει και τον άνθρωπο με την αναζήτηση της δικής του αυτοθέωσης, που ήταν το πρόβλημα του προπατορικού αμαρτήματος.
Η Εκκλησία θα διδάσκει τα παιδιά της αφ’ ενός να κάνουν καλή χρήση όλου του κόσμου, αφ’ ετέρου δε θα συνιστά τον κίνδυνο της αυτοθέωσης από τους ιούς του αντιθεϊσμού και απανθρωπισμού, δηλαδή με τη χρήση δεν μπορούν να καταφάσκουν έναν αυτοθεοποιημένο πολιτισμό. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να θέτει ορθόδοξες θεολογικές προοπτικές, αφού η θεολογία είναι η ζωή και η φωνή της Εκκλησίας.
Ένα βασικό σημείο είναι ότι ο άνθρωπος είναι θεολογικό ον, είναι «θεοδιψασμένος», πεινά και διψά τον Θεό, από τη δημιουργία του έχει την ορμή να πορευθεί από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση, και αυτό γίνεται εν Χριστώ εν τη Εκκλησία με ορθόδοξες προϋποθέσεις, δηλαδή την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση, έχει σκοπό να γίνει θεούμενος. Ο θεούμενος άνθρωπος μπορεί να διακρίνει τα όρια μεταξύ Θεού και κόσμου, θεώσεως κατά Χάριν και αυτοθέωσης παρά φύσιν, μεταξύ χρήσεως, αλλά και μη χρήσεως. Επειδή η χριστιανική ζωή έχει θετικό και αρνητικό χαρακτήρα, δηλαδή την Χριστολογία και τη δαιμονολογία, ο άνθρωπος αγωνίζεται κατά των δυνάμεων της αντιθεΐας και μετέχει της Χάριτος του Θεού. Έτσι πρέπει να αγωνισθεί εναντίον του σύγχρονου Νιτσεϊσμού που εκφράζεται με την προτροπή «θέληση για δύναμη» και να την καθορίζει ως «θέληση για νόημα ζωής».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο βλέπω όλη τη νοοτροπία του σύγχρονου ορθοδόξου Χριστιανού, το να αγωνίζεται εναντίον της αυτοθεώσεως και να πορεύεται την οδό της θεώσεως εν Χριστώ Ιησού. Οπωσδήποτε απαιτείται αντίσταση στον σύγχρονο φετιχισμό που οριοθετείται ως η τάση θεοποίησης μερικών αντικειμένων, η απόδοση σε αυτά μιας μυστικιστικής δύναμης, όπως συμβαίνει με το ρομπότ. Στην αρχαία εποχή οι πρωτόγονες θρησκείες, τα φετίχ, ήταν ένα αντικείμενο λατρείας για τους ανθρώπους. Στη σημερινή «κοινωνία της εμπορευματοποίησης» υπάρχει ο όρος «φετιχισμός του εμπορεύματος», «που σημαίνει τη θεοποίηση του εμπορεύματος και της κατανάλωσης».
Αν η σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία, ιδίως η «τεχνητή νοημοσύνη» και τα ρομπότ, τείνουν να γίνουν φετίχ, τότε απαιτείται άσκηση, ψηφιακή νηστεία και εγκράτεια, ησυχαστικός αγώνας, τον οποίο θα κάνουν κυρίως οι μοναχοί, και όσοι είναι εραστές αυτής της προϋπόθεσης για τη θέωση και όχι για την αυτοθέωση, όπως, δυστυχώς, έκαναν οι Πρωτόπλαστοι.














