Του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου
Ευχαριστώ θερμότατα τον Σεβ. Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης κ. Αλέξιο για την πρόσκλησή του να έλθω μετά από πολλά χρόνια στην Κόνιτσα, και μάλιστα αυτήν τη σημαντική ημέρα της εορτής του αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου, που δόξασε την Εκκλησία με τη ζωή του, τους λόγους του, τα θαύματά του, την προσευχή του. Πρέπει εισαγωγικά να υπογραμμίσω ότι οφείλω πολλά στον άγιο Παΐσιο, αφού οι λόγοι του με κράτησαν σε περίοδο μεγάλων πειρασμών, και να ομολογήσω δημοσίως, χωρίς να το εξηγήσω, ότι το ότι είμαι Μητροπολίτης το οφείλω σε αυτόν, διότι μου έδωσε σοφές συμβουλές.
Γι’ αυτό και από το έτος 2004, δηλαδή δέκα χρόνια από την κοίμησή του, πριν 22 χρόνια, υπέβαλα αίτηση αγιοκατατάξεώς του στον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, και από τότε μέχρι την ανακοίνωση της αγιοκατατάξεώς του έστειλα επανειλημμένως γράμματα, προκειμένου να επιβεβαιωθεί αυτό που όλοι το γνωρίζουμε ότι ήταν άγιος, δηλαδή ήταν δοχείο του Αγίου Πνεύματος, φορέας της Χάριτος του Θεού.
Μέσα σε αυτήν την προοπτική θα ήθελα να σας παρουσιάσω, σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα, τις εντυπώσεις μου από τις συναντήσεις που είχα μαζί του.
1. Η γνωριμία μας
Άκουσα γι’ αυτόν από τα μαθητικά μου χρόνια στα Γιάννενα, γιατί ως Γιαννιώτης δεχόμουν μερικές πληροφορίες από την ασκητική του ζωή στην Κόνιτσα. Έπειτα, η μητέρα μου ήταν φίλη με την Καίτη Πατέρα, μια ευλαβέστατη κυρία, συμμαθήτρια του αγίου Παϊσίου εδώ στην Κόνιτσα, που ήταν πάντοτε προσευχόμενη, και κυρίως λειτουργική ύπαρξη, και μιλούσε γι’ αυτόν.
Αλλά οι βασικές μου πληροφορίες προέρχονται από την Κόνιτσα, και, μάλιστα, από τον αδελφό του Λουκά Εζνεπίδη, όταν ήλθα εδώ, μετά την εκλογή του πνευματικού μου πατέρα στα Γιάννενα π. Σεβαστιανού σε Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης. Έμεινα μαζί με τον Σεβασμιώτατο την πρώτη εβδομάδα στην Κόνιτσα στο Επισκοπείο, μετά την ενθρόνισή του, αλλά και ερχόμουν επανειλημμένως, ως φοιτητής της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, και άκουγα για τον ασκητή π. Παΐσιο που ασκείτο, πριν λίγα χρόνια, στην Ιερά Μονή Στομίου Κονίτσης με τα πολλά περιστατικά, κυρίως για τη συνάντησή του με τις αρκούδες, και έπειτα έφυγε για την Ιερά Μονή του Σινά, και στη συνέχεια πήγε στο Άγιον Όρος. Ήταν τότε το έτος 1967, όταν επισκέφθηκα την Ιερά Μονή Στομίου, από την οποία είχε αναχωρήσει, το έτος 1962, ο π. Παΐσιος.
Έπειτα, όταν το έτος 1971 χειροτονήθηκα διάκονος και το επόμενο έτος 1972 Πρεσβύτερος, είχα την πρώτη συνάντηση στο Άγιον Όρος. Τον αγάπησα και με αγάπησε· έπαιξε ρόλο και το ότι ήμουν Ηπειρώτης, το ότι γνώριζα τον αδελφό του Λουκά, ότι είχα επισκεφθεί από τότε την Ιερά Μονή Στομίου, και επί πλέον το ότι έμενα μαζί στη Μητρόπολη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας με τον άγιο Καλλίνικο, με τον οποίο είχαν αλληλοσεβασμό, ως δύο νεοφανείς Άγιοι. Μάλιστα, για τον άγιο Καλλίνικο έλεγε ότι δεν είχε γνωρίσει έως τότε αγιότερο Επίσκοπο.
Μάλιστα, ύστερα από μια επιστολή που του έστειλα, ήλθε ο άγιος Παΐσιος στην Έδεσσα, και η συνάντηση με τον Μητροπολίτη άγιο Καλλίνικο ήταν συγκλονιστική. Ο άγιος Παΐσιος έπεσε κάτω για να του ασπαστεί τα πόδια του και ο άγιος Καλλίνικος υποχώρησε και έσκυψε χαμηλά για να τον σηκώσει και να τον ασπαστεί. Εκτυλίχθηκε μπροστά μου μια εικόνα συναντήσεως ενός αγίου Επισκόπου και ενός αγίου Μοναχού, παρόμοια συνάντηση, τηρουμένων των αναλογιών, μεταξύ του Μεγάλου Αθανασίου και του Μεγάλου Αντωνίου.
Έτσι, έμενα στο Επισκοπείο με έναν άγιο Μητροπολίτη, τον άγιο Καλλίνικο, και με δική του ευλογία επισκεπτόμουν αγίους ιερομονάχους και μοναχούς, όπως τον άγιο Παΐσιο, τον άγιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη και τον άγιο Σωφρόνιο του Έσσεξ. Ήμουν ένα μπαλάκι πινγκ-πονγκ μεταξύ τριών μεγάλων συγχρόνων Αγίων! Απορώ πώς δεν συνετρίβηκα! Αλλά οι Άγιοι δεν συντρίβουν· ομοιάζουν σαν τα ηλεκτροφόρα σύρματα, μέσα από τα οποία περνά υψηλή τάση ρεύματος που μπορεί να κινήσει τεράστιες μηχανές εργοστασίων, αλλά που δεν πειράζει ένα μικρό πουλάκι που κάθεται επάνω τους! Οι άγιοι έχουν τόση μεγάλη ενέργεια του Θεού μέσα τους και είναι πολύ ευαίσθητοι στους πιο τρομαγμένους ανθρώπους και τους μεγαλύτερους αμαρτωλούς.
Και το σπουδαίο είναι ότι όταν επέστρεφα στην Έδεσσα από τη συνάντηση με τους αγίους αυτούς, ο άγιος Καλλίνικος με περίμενε και με παρακαλούσε να του διηγηθώ τι μου είπαν, ώστε και αυτός να ωφεληθεί. Τι μεγάλη ταπείνωση, ευαισθησία και εκκλησιαστικό φρόνημα μεταξύ μεγάλων αγίων που είχαν διαφορετικά χαρίσματα μέσα στην Εκκλησία, αλλά την ίδια αγιασμένη ζωή. Έτσι, η γνωριμία μου με τον άγιο Παΐσιο έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή μου και ακόμη μέχρι σήμερα θυμάμαι λόγους του που μου είπε, και οι οποίοι με στήριξαν στη ζωή μου, μέχρι τώρα.
2. Συνεχείς συναντήσεις μας
Θυμάμαι όταν έγινα μοναχός και πήγα στην Ιερά Νέα Σκήτη, για να προετοιμασθώ για τη χειροτονία μου σε διάκονο, συνάντησα έναν Σέρβο μοναχό, τον π. Γεώργιο Βίτκοβιτς και τον ρώτησα τι πρέπει να κάνω για να σωθώ, ενώ θα εργάζομαι στον κόσμο. Εκείνος μου είπε να μάθω την ευχή, το «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με» και να πηγαίνω 2-3 φορές τον χρόνο στο Άγιον Όρος, προφανώς για να συναντώ αγίους ασκητές και να με καθοδηγούν στην πνευματική μου ζωή. Αυτό προσπάθησα να το τηρήσω.
Έτσι, τουλάχιστον τρεις φορές τον χρόνο πήγαινα στο Άγιον Όρος, όχι για να επισκεφθώ τις Βιβλιοθήκες των Ιερών Μονών, ούτε για να θαυμάσω την οργιάζουσα φύση του Αγίου Όρους, ούτε να ξεκουρασθώ από την ποιμαντική διακονία, αλλά για να συναντώ αγίους ασκητές και ερημίτες, που ζούσαν την προφητική ζωή μέσα στην απλότητά τους, και να τους υποβάλλω το ερώτημα: «Αββά, ειπέ ρήμα πώς σωθώ». Δεν ρωτούσα τίποτε άλλο, ούτε για τα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα, ούτε για τους αιρετικούς, ούτε για την εκκλησιαστική ζωή, ούτε για τον Αντίχριστο, αλλά για το τι πρέπει να κάνω για να συναντήσω τον Θεό. Και αυτοί άνοιγαν τη θεοφιλή καρδιά τους και με έτρεφαν με την τροφή της ψυχής τους, άκουγα λόγο προφορικό.
Έτσι προήλθε το πρώτο βιβλίο «Μια βραδιά στην έρημο του Αγίου Όρους», που έγινε best seller σε επανειλημμένες εκδόσεις και μεταφράσεις σε 28 γλώσσες.
Μεταξύ αυτών των ασκητών που συναντούσα ήταν και ο άγιος Παΐσιος, από το 1974 μέχρι την κοίμησή του, περίπου είκοσι χρόνια. Τον συναντούσα στην Καλύβη του Τιμίου Σταυρού, αργότερα στην Καλύβη της Παναγούδας, στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα, σε άλλες Μονές όπου τον αναζητούσα, ήτοι την Ιερά Μονή του Αγίου Γρηγορίου (όπου διασώζεται και η σχετική φωτογραφία), την Ιερά Μονή της Σίμωνος Πέτρας, περπάτησα μαζί του για τέσσερις ώρες, από την Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας μέχρι την Παναγούδα στις Καρυές, και άκουγα τις θεόσοφες διδαχές του, μια φορά με κράτησε στην Παναγούδα να κοιμηθώ το βράδυ, και τον άκουγα όλη τη νύκτα να μπαίνει και να βγαίνει από την Καλύβη και το πρωί στις 3 ώρα μου κτύπησε το δωμάτιο για να κάνουμε κομποσχοίνι σε διαφορετικά κελλιά. Αυτές ήταν ώρες αλησμόνητες. Και μια φορά με περίμενε σε ένα ξέφωτο, παρακολουθώντας την πορεία μου και με φώναξε με τη λεπτή του φωνή, να ακολουθήσω ένα μονοπάτι που ήταν μπροστά μου για να τον συναντήσω, όπου παρέμεινε για πολλές ώρες κάτω από τα μεγάλα δένδρα για να με καθοδηγεί, σε δύσκολη περίοδο της ζωής μου, μετά την κοίμηση του Γέροντός μου αγίου Καλλινίκου. Και εκείνη η συνάντηση ήταν προφητική για τη μετέπειτα εξέλιξη στη ζωή μου.
Θα αναφέρω ενδεικτικά μερικά περιστατικά από τις συναντήσεις μας.
Η πρώτη συνάντηση δεν έγινε σωματικά αλλά ήταν συνάντηση με τον έξυπνο, ταπεινό και πυρφόρο λόγο του, που έδειχνε τον τρόπο με τον οποίο ζούσε. Πήγαμε με μια συντροφιά παιδιών του κατηχητικού Σχολείου. Έξω από την πόρτα του φράκτη είδαμε τη γνωστή επιγραφή με την οποία μας προέτρεπε να γράψουμε τα ονόματά μας και θα προσευχόταν για μας και θα μας ωφελούσε περισσότερο από ό,τι με τις «πολυλογίες» του, απολαύσαμε το λουκούμι που μας είχε αφήσει, και κυρίως για ώρα πολλή συζητήσαμε πάνω σε μια φράση που ήταν γραμμένη με κιμωλία σε ένα βραχάκι. Έγραφε περίπου τα εξής, όπως διασώζονται στη μνήμη μου: «Με συγχωρείτε που απουσιάζω, αλλ’ υπάγω ίνα ημερέψω και ύστερα να επιστρέψω στον ζωολογικό μου κήπο». Καταλήξαμε με τη συζήτηση ότι οι περισσότεροι που τον επισκέπτονταν το έκαναν από περιέργεια, όπως το κάνουν οι επισκέπτες του ζωολογικού κήπου. Πιθανόν να υπήρχε και η έννοια της αυτομεμψίας, που είναι η μεγάλη αρετή των αγίων. Από όλο το προσκύνημά μας στο Άγιον Όρος, αυτό μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση.
Μια σημαντική συνάντηση μαζί του έγινε το έτος 1977.
Στην αρχή μου μίλησε για την αρχοντική αγάπη του Θεού προς τους ανθρώπους και προς όλη την κτίση. Μάλιστα μου είπε ότι «ο Θεός είναι άρχοντας ακόμη και στον διάβολο, αλλά εκείνος δεν μπορεί να το καταλάβη. Τελικά, ο Θεός στριμώχνει τον διάβολο».
Τον ρώτησα για την ουσία της μοναχικής ζωής. Μου είπε ότι «ο μοναχός δεν έχει δικαιώματα, γιατί αυτά ανήκουν στον Θεό». Μου είπε ότι πρέπει να αναπτύξουμε την εσωτερική ζωή και να μη στεκόμαστε στην επιφάνεια. Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στο να ζούμε τη δικαιοσύνη του Θεού: «Δεν φθάνει μόνον η καθαρότητα του σώματος, αλλά και η βίωση της δικαιοσύνης. Ο δίκαιος, αλλά και όσοι αδικούνται είναι πραγματικά παιδιά του Θεού». Ο Μοναχισμός έχει κέντρο τον Θεό και τη σχέση μαζί Του. Είπε: «Αν πάω σε ένα στρατόπεδο και τους πω τι είναι ο μοναχισμός, τότε όλοι θα θέλουν να γίνουν μοναχοί. Αλλά, εάν έρθουν εδώ στο Άγιον Όρος, στην αρχή θα τους ενθουσιάσουν οι πολυέλαιοι που ψάλλονται στον Ναό, έπειτα όμως θα θεωρούν ως καλύτερα τα μπουζούκια. Έτσι, στην καρδιά βρίσκεται η ουσία του Μοναχισμού. Έχουμε ευθύνη για τη νέα γενιά να τους διδάξουμε τον αληθινό Μοναχισμό». Επειδή γνώριζε την αξία της υπακοής είπε: «Ο κάθε Γέροντας θα δώση λόγο στον Θεό ανάλογα με την υπακοή που του κάνουν τα πνευματικά του παιδιά». Φυσικά, η υπακοή δεν είναι μια τυραννική επιβολή του Γέροντα στους υποτακτικούς του, αλλά πρέπει να γίνεται με ελευθερία, γι’ αυτό τόνισε: «Οι μοναχοί, όταν έχουν Γέροντα που τους δίνει ελευθερία, έχουν μεγάλη ευθύνη». Ανέφερε και το ότι μερικοί μοναχοί δεν ενδιαφέρονται για την πνευματική τους προκοπή, αλλά επιδίδονται σε κτίσματα. Όμως «οι μοναχοί δεν πρέπει να κτίζουν πολλά, αλλά απλώς να διορθώνουν τα υπάρχοντα για τις ανάγκες τους». Είπε: «Σήμερα έχουμε κελλιά και κοιλιά»!
Ο λόγος, κατά φυσικό τρόπο, στράφηκε στη νοερά προσευχή που είναι η ουσία της μοναχικής ζωής. Διατύπωσε τη διδασκαλία ότι η προσευχή βγαίνει ως πηγή από καρδιά η οποία αγαπά τον Θεό ή πονάει. «Ευχή δεν είναι να εύχεται κανείς απλώς, ούτε μόνον να έχουμε καθαρό νου και να μη δεχόμαστε λογισμούς, αλλά κυρίως να αρχίση να λειτουργή η καρδιά». Να αισθάνεται κανείς να λειτουργή αυτό το «μηχανάκι της καρδιάς». Όμως, «άλλο είναι η καρδιά και άλλο το θέλημα».
Για το τι είναι η καρδιά, μου ανέφερε ένα χαριτωμένο περιστατικό, σύμφωνα με το οποίο ένας Άγγλος, χωρίς να ξέρη ελληνικά και κυρίως από περιέργεια, τον επισκέφθηκε για να τον ρωτήση για το τι είναι η καρδιά για την οποία γράφουν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Ο π. Παΐσιος, βλέποντας ότι δεν είχε πραγματικές αναζητήσεις, του είπε: «Με τα αγγλικά που ξέρω εγώ και τα ελληνικά που ξέρεις εσύ δεν μπορούμε να βρούμε ούτε το μέρος της σαρκικής καρδιάς»!
Τον ρώτησα για τη διάκριση μεταξύ νου και λογικής. Μου το εξήγησε με ένα απλό παράδειγμα: «Η λογική ομοιάζει σαν τον μούστο και το κρασί, ενώ ο καθαρός νους σαν το αποσταγμένο τσίπουρο». Τον ρώτησα για τον πονοκέφαλο που έρχεται από την προσπάθεια αυτοσυγκέντρωσης για την ευχή. Μου είπε ότι, όταν κανείς προσπαθή να συγκεντρωθή στην ευχή και έρχεται πονοκέφαλος, τότε «αυτός ο πονοκέφαλος στην προσευχή δείχνει το φιλότιμο, οπότε ο Θεός βλέπει την προσπάθεια του φιλότιμου παιδιού και το ευλογεί. Του λέει “μη κουράζεσαι, στο δίνω αυτό που ζητάς”». Επίσης, είπε ότι πρέπει κανείς να ξέρη ότι, «όταν οι άλλοι γογγύζουν δίκαια εναντίον μας, αυτό δεν βοηθάει στην προσευχή».
Μου είπε πολλά και σοφά λόγια για την πνευματική ζωή, διότι η προσευχή αναπτύσσεται στο εύκρατο κλίμα της εκκλησιαστικής πνευματικής ζωής. Για παράδειγμα είπε: «Η αριθμητική του Θεού είναι διαφορετική από την αριθμητική των ανθρώπων. Το 4 για τον Θεό είναι άριστα, ενώ το 9 δεν είναι άριστα». Και στην ερώτησή μου πώς εξηγείται αυτό, είπε: «Όταν κανείς παίρνη 2 χαρίσματα από τον Θεό και τα διπλασιάζη (4) παίρνει άριστα, ενώ εκείνος που έλαβε 5 χαρίσματα και αντί να τα διπλασιάση (10) τα έκανε 9 δεν πήρε το άριστα». Επίσης, μου είπε ότι μερικές φορές «οι λογισμοί απιστίας προέρχονται από υπερβολική άσκηση», καθώς επίσης «όπου χρησιμοποιεί κανείς τη φαντασία μπορεί να πέση και σε αίρεση και να βλάψη όλη την Εκκλησία».
Τον ρώτησα για την κατά Χριστό σαλότητα. Μου ανέφερε την περίπτωση του π. Ευθυμίου που ζούσε στην περιοχή της Μεγίστης Λαύρας, τον οποίο εκτιμούσε και θαύμαζε πολύ και ήταν σε «υψηλό επίπεδο πνευματικής ζωής», ότι όταν πήγε στη Μονή Μεγίστης Λαύρας, προκειμένου να κρύψη την «αρετή του» προφασίσθηκε με φωνές και διαμαρτυρίες ότι το φαγητό που του έβαλαν δεν ήταν καλό, για να μη φάγη, και επίσης πετούσε τα καθαρά σεντόνια από το κρεββάτι, έως ότου τον έβαλαν σε ένα υποδεέστερο δωμάτιο. Και συμπλήρωσε με χιούμορ: «Σήμερα αφού είμαστε σαλοί (στα μυαλά), γιατί να γίνουμε (κατά Χριστόν) σαλοί;».
Για να με βοηθήση πνευματικά σε σχετικές ερωτήσεις που του έκανα μου είπε πολλά περιστατικά από τη μοναχική του ζωή στην Ιερά Μονή Στομίου Κονίτσης, πώς ο διάβολος ήθελε να τον γκρεμίση, τη συνάντησή του με τις αρκούδες, το πώς αντιμετώπισε τον πειρασμό του σώματος, αλλά και διάφορες ιστορίες από την άσκησή του στο Σινά, τα οποία έχουν καταγραφεί σε βιβλίο που έγραψε ο αείμνηστος Ιερομόναχος Ισαάκ για τον π. Παΐσιο.
3. Πώς είδα τον άγιο Παΐσιο
Από τις συναντήσεις μου με τον άγιο Παΐσιο είδα τη φανέρωση του Θεού επάνω του, συνάντησα τη συνύπαρξη του Προφήτου, του Αποστόλου και του οσίου της ερήμου. Είχε μεγάλα φυσικά προσόντα και χαρίσματα, όπως εξαιρετική ευφυΐα, αρχοντικό τρόπο έκφρασης, ήταν άρχοντας της πνευματικής ζωής, είχε απέραντη φιλοτιμία, ευγένεια ψυχής και σώματος και πολλά άλλα.
Διέκρινα, όμως, μεταξύ των άλλων, τρία θαυμάσια γνωρίσματα, ήτοι θεόπτης, με ορμή και πόθο για τον Θεό, μικρό παιδί με την καθαρότητα και απλότητα της καρδιάς, και μαγνήτης έλξεως των ανθρώπων.
Η μορφή του αγίου Παϊσίου και η επικοινωνία μαζί του, μαζί και με άλλους θεουμένους πατέρες που με αξίωσε ο Θεός να γνωρίσω στη ζωή μου, ήταν και είναι μια σημαντική παρουσία στη ζωή μου. Ήταν ένας φωτισμένος από τον Θεό άνθρωπος, ένας ασκητής-αναχωρητής του 4ου αιώνος που έζησε στον δικό μας αιώνα. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν ένας πατέρας και αδελφός, με διάκριση, σύνεση και χιούμορ. Έλεγε υψηλές αλήθειες με πολύ έξυπνο και χαριτωμένο τρόπο και έλεγε απλά παραδείγματα με πολύ βαθύ περιεχόμενο. Δεν έκανε ούτε τον δάσκαλο ούτε τον μοναχό, ενώ ήταν και αληθινός δάσκαλος και πραγματικός μοναχός, ένας αληθινός άνθρωπος, άνθρωπος του Θεού, που δίδασκε με την προσευχή, τη σιωπή, το χιούμορ, την αγάπη, την αυτομεμψία και τη διακριτική και έξυπνη συμβουλή.
Θα μου επιτρέψετε να σας αναφέρω σε μεταγλώττιση, μερικά από όσα έγραψα στην αίτηση που απέστειλα στον Οικουμενικό Πατριάρχη για την αγιοκατάταξή του. Αφού έγραψα τα γνωρίσματα των αγίων, έπειτα είπα:
«Τέτοιον άγιο έχουμε γνωρίσει στις μέρες μας, κατά τις οποίες πολλοί ψευδοπροφήτες εμφανίστηκαν από Ανατολή και Δύση και πλανούν πολλούς, και μάλιστα εκλεκτούς, σύμφωνα με τα μέτρα αυτού του κόσμου “και διά το πληθυνθήναι την ανομίαν”, εψύγη “η αγάπη των πολλών”, όπως είπε και ο Κύριος Ιησούς (Ματθ. κδ΄ 11-12). Και έτσι καταθέτουμε τη μαρτυρία μας γι’ αυτόν.
Αναφερόμαστε σε αυτόν που ευλογήθηκε εκ κοιλίας της μητρός του από μακάριο άνδρα, τον όσιο πατέρα μας Αρσένιο, τον Καππαδόκη, και που προσφέρθηκε με τα τίμια και άγια χέρια του στον Θεό από τη βρεφική ηλικία, και επί πλέον έλαβε το όνομα και τη χάρη του και ο οποίος από τη νεότητά του έστρεψε όλον τον πόθο του προς τον Θεό και έτσι έζησε με αγιότητα, αλλά και με μαρτύριο εκοιμήθη, αναφερόμαστε στον πατέρα Παΐσιο τον Αγιορείτη, που ασκήτεψε στην Κόνιτσα, στο αγιώνυμο Όρος, στο θεοβάδιστο όρος Σινά και πάλιν στο Άγιον Όρος. Αυτός έζησε κοινοβιακή, ιδιόρρυθμη, ησυχαστική, ερημική και σκητιώτικη ζωή σ’ όλο το πλάτος και το βάθος αυτών των τρόπων ζωής και ανήλθε σε ύψος θεοπτίας και έτσι έλαβε μεγάλη πείρα, καθοδηγώντας με διακριτικό και απλανή τρόπο όλους, και τους εγγάμους και τους αγάμους, και τους νέους και τους μεσήλικες και τους γέροντες και τους αναρχικούς και τους ευλαβείς στη μοναχική πολιτεία και στη ζωή, σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού.
Αυτός, όπως όλοι διαβεβαιώνουν με γραπτές και προφορικές μαρτυρίες, ήταν φίλος του Χριστού, τέκνον του Θεού, κατοικητήριο ιερό και τίμιο του Παντάνακτος Βασιλέως της δόξης, φίλος και θεατής των αγίων, έχοντας χρισθεί από το Άγιο Πνεύμα, έχοντας βιώσει τον σταυρό της άσκησης και του μαρτυρίου της συνειδήσεως και της αγάπης, αφιερωμένος ολοκληρωτικά στον Θεό, καθώς και υιός του φωτός και θεοδίδακτος θεατής των μυστηρίων και εκφραστής τους, βυθισμένος στην ταπείνωση και τη μετάνοια, με μεγάλη αγάπη για την άσκηση πέρα από τις ανθρώπινες δυνάμεις, θεατής του κάλλους του Θεού, κρατώντας τα αρώματα του θείου Πνεύματος μέσα στο εύθραυστο σώμα του και, εν ολίγοις, “καταφρονητής των κάτω και κάτοικος προσωρινός ως σε ξένον τόπο, αγαπώντας με πάθος τα άνω και θεωμένος αυτά, και πολίτης της ερήμου”».
«Έπαθε τα θεία, δηλαδή έφθασε στη θέωση, ο ευλογημένος αυτός άνθρωπος και έμαθε τα θεία. Είχε εμπειρία και αυτός, όπως και όλος ο χορός των αγίων και οσίων Πατέρων, της αναβάσεως με την κατά Θεόν ησυχαστική νηπτική μέθοδο, δηλαδή την “πρακτικήν φιλοσοφίαν”, τη “φυσικήν θεωρίαν” και τη “μυστικήν θεολογίαν”, και έφθασε κατ’ αυτόν τον τρόπο σε μεγάλη τελειότητα, όπως ορίζει με τρόπο σοφό την πορεία αυτή των θεουμένων ο θείος Μάξιμος ο Ομολογητής. Έμαθε επίσης τι σημαίνει αυτό το οποίο έγραψε ο όσιος πατήρ ημών Νικόδημος ο Αγιορείτης σχετικά με τη Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών, ότι δηλαδή “με την ηθική φιλοσοφία στην πράξη και στη θεωρία ο νους καθαρίζεται, φωτίζεται και τελειώνεται”. Διότι αυτή η ησυχαστική μέθοδος είναι απόδειξη της υπάρξεως μέσα σε αυτόν της ακτίστου Χάριτος, η οποία διακρίνεται καθαρά από κάθε ενέργεια άλλης φύσεως. Και κατ’ αυτόν τον τρόπο ο ιερός αυτός Πατέρας, με τη μέθεξη της καθαρτικής, φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού, είδε με τρόπο αόρατο, άκουσε με τρόπο ανήκουστο, μετέσχε με τρόπο αμέθεκτο του αγίου Τριαδικού Θεού. Πράγματι, η απλανής αυτή μέθοδος τον κατέστησε, όπως και όλους αυτούς που αγωνίζονται, φίλο Χριστού. Ο όσιος αυτός μοναχός είναι πραγματικός ησυχαστής και νηπτικός, ο οποίος πάλεψε ως άλλος Ιακώβ με τον Θεό, με την τήρηση των εντολών, γι’ αυτό και “αληθώς Ισραηλίτης, εν ω δόλος ουκ έστι” (Ιω. α΄ 48), είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί, επειδή με τη βοήθεια του Θεού υπερίσχυσε, επειδή έβλεπε τον Θεό και εθεάτο υπό του Θεού, διά της θεωρίας, “γιατί η πράξη είναι πράγματι η βάση της αληθινής θεωρίας ή όρασης του ακτίστου φωτός, για να το πούμε ακριβέστερα, η οποία αποτελεί το μοναδικό δείγμα της αληθινά εύρωστης ψυχής”, κατά τον αγιορείτη άγιο Γρηγόριο Παλαμά».
«Ο βίος του μακαρίου αυτού μοναχού, ο οποίος αποτυπώθηκε όσο είναι δυνατόν σε αυτό το βιβλίο, είναι μάθημα ζωντανής Θεολογίας, Χριστολογίας, Εκκλησιολογίας και Εσχατολογίας. Ο ευλογημένος αυτός άνθρωπος πολέμησε “προς τας μεθοδείας του διαβόλου… προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις” (Εφ. στ΄ 11-12), απονέκρωσε τελείως τα πάθη της σαρκός με προσευχές και νηστείες και αγρυπνίες πολλές, είδε τον Χριστό μέσα στη δόξα Του, είδε τη Θεοτόκο και τους αγίους, συνομίλησε μαζί τους και γεύθηκε τα δώρα τα οποία του χάρισαν, είδε αγγέλους και τον φύλακά του άγγελο και δέχθηκε από αυτούς φιλάνθρωπη διακονία, επειδή αυτοί οι άγγελοι είναι πνεύματα διακονικά που διακονούν τους ανθρώπους με σκοπό τη σωτηρία τους, γνώρισε τα έσχατα από αυτήν τη ζωή, είχε εμπειρία της εις τους ουρανούς Εκκλησίας με το μεταμορφωμένο σώμα του, ακόμα από την κοίμησή του, η οποία είναι συγχρόνως μαρτυρική και οσιακή, μακάρια πράγματι τελείωση, διότι “δεν υπάρχει, βέβαια, για τους δούλους του Θεού θάνατος, όταν αποδημούν από το σώμα τους και διαμένουν κοντά στον Θεό, αλλά μετακίνηση από τα πιο λυπηρά προς τα πιο ευχάριστα και ευάρεστα, και ανάπαυση και χαρά”. Γιατί αυτός αφιερώθηκε σε μεγάλο βαθμό στη διακονία των αδελφών του, εφ’ όσον, “όποιος αγαπά τον Θεό αγαπά και τον κόπο”, κατά τον όσιο Μάρκο τον Ασκητή, αλλά είναι και “φιλάνθρωπος”, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ασκώντας, αν και μοναχός, ποιμαντική διακονία, με πλήρη σεβασμό προς τον ιερό θεσμό της Εκκλησίας, απαλλάσσοντας τους ασθενείς από τις δαιμονικές επιδράσεις που ενεργούν μέσα στους λογισμούς, στις επιθυμίες και στα σώματά τους· καθιστώντας ευθείς τους δρόμους διέλευσης του Κυρίου στις καρδιές των ανθρώπων, επιτελώντας κάθε είδους ιάσεις και διδάσκοντας τα μυστήρια του Πνεύματος σε αυτούς που επιθυμούν να μετάσχουν σε αυτά. Ο θεοδίδακτος λόγος του οσίου αυτού ασκητού, ο οποίος έχει εκδοθεί σε τέσσερις τόμους από το Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή, είναι μνημείο ανθρώπου που μεταμορφώθηκε από το άκτιστο θείο Φως».
«Αυτός είναι για όλους, από αγάπη προς τον Θεό και με τρόπο ένθεο και σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και αποσκοπώντας στην ένωσή του με τον Θεό, αδελφός, πατέρας, μαργαρίτης, ζύμη, ύδωρ, άρτος, πόμα ζωής, πηγή ζωντανή και παλλόμενη που κυλάει (που αναβρύζει), ποταμός που ρέει πνευματικά λόγια και λόγια θείας ζωής, λαμπάδα, κλίνη, παστάδα, νυμφώνας, διότι είχε μέσα στην καρδιά του και σε όλο το σώμα του τον Δεσπότη των όλων».
Σεβασμιώτατοι και αγαπητοί παρόντες
Ο άγιος Παΐσιος είναι το καύχημα της οικουμένης, βλαστός της Καππαδοκίας, δένδρο αγλαόκαρπο της Κόνιτσας, είναι η χαρά και η παρηγοριά μας, ο αδελφός και πατέρας μας, αλλά και γενναίος πολεμιστής στη Ναυπακτία, ο επίγειος και ουράνιος, ο άνθρωπος και ο άγγελος, το καρποφόρο δένδρο και το ευώδες άνθος, ο αλείπτης και παρηγορητής μας, ο πιστός μάρτυς και ουράνιος πρεσβευτής μας.
Να έχουμε τις πρεσβείες του.














