Του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου
Με ερωτούν διάφοροι ποιά είναι η «επίσημη» απόφαση της Εκκλησίας της Ελλάδος για την αποτέφρωση των σωμάτων. Βεβαίως μερικοί Κληρικοί έχουν διατυπώσει τις απόψεις τους για το θέμα αυτό και έχουν κατατεθεί στα Μέσα Ενημέρωσης και στα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά έχει σημασία ποιά είναι η απόφαση της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως προς τη θεολογία και ως προς τις ποιμαντικές συνέπειες.
1. Η Ιερά Σύνοδος ασχολήθηκε επανειλημμένα με το επίκαιρο αυτό θέμα. Την 3η Μαρτίου 1999 διοργάνωσε Ημερίδα στο Ξενοδοχείο Καράβελ, με θέμα «Η καύσις των νεκρών, διαπιστώσεις-προοπτικαί διά μίαν καλυτέραν ποιμαντικήν αντιμετώπισιν του θέματος». Διοργανώθηκε από τη Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Προσφώνησε ο Μητροπολίτης Πατρών κ. Νικόδημος, Πρόεδρος Συνοδικής Επιτροπής Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων. Εισαγωγική ομιλία έγινε από τον Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κυρό Χριστόδουλο. Ακολούθησαν: ομιλία από τον Υφυπουργό Εσωτερικών κ. Γ. Φλωρίδη και εισηγήσεις από τους: Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο με θέμα «Η θεολογική άποψις και οι εκκλησιολογικές συνέπειες της καύσεως των νεκρών». Αναστάσιο Μαρίνο, Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, με θέμα «Η καύσις των νεκρών και το Σύνταγμα». Παναγιώτη Χριστινάκη, Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα «Η καύσις των νεκρών. Νομοκανονική θεώρησις». Αρχιμ. Νικόλαο Χατζηνικολάου, Πρόεδρο της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Βιοηθικής με θέμα «Το σήμερα, το χθες και το για πάντα της ταφής και της καύσεως των νεκρών». Πρωτοπρ. Στυλιανό Καρπαθίου, Θεολόγο – Ψυχίατρο με θέμα «Η καύσις των νεκρών. Αναφορά στην ψυχολογία του φαινομένου». Γεώργιο Μαντζαρίδη, Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με θέμα «Η καύσις των νεκρών από άποψη της Χριστιανικής ανθρωπολογίας και ηθικής».
Έγινε συζήτηση και εξεδόθηκαν πορίσματα. Το Δελτίο Τύπου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, μεταξύ άλλων, ανέφερε: «Με ισχυρά θεολογικά, ιστορικά, κοινωνικά και άλλα επιχειρήματα η Εκκλησία απορρίπτει την καύση των νεκρών και οριοθετεί την πίστη της και τον σεβασμό της στο ανθρώπινο πρόσωπο και κατ’ επέκτασιν στο σώμα του ανθρώπου».
2. Σε πολλά κείμενά μου ανέπτυξα το θέμα για την καύση των νεκρών, μάλλον καλύτερα, την αποτέφρωση των σωμάτων (άλλο είναι η καύση και άλλο είναι η αποτέφρωση), ως προς τη θεολογική προσέγγιση της αποτέφρωσης των σωμάτων και τις εκκλησιολογικές επιπτώσεις, ως προς τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η αποτέφρωση, και ως προς την επίπτωσή της στο περιβάλλον κ.ά. Αυτό δείχνει ότι αυτό το θέμα είναι πολύ σοβαρό από θεολογικής, εκκλησιαστικής και οικολογικής πλευράς.
3. Την 12 Μαΐου 2010 σε Έκτακτη Συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο Ανώτατο Όργανο της Εκκλησίας, υπό την Προεδρεία του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικόλαος εισηγήθηκε το θέμα «Αποτέφρωση νεκρών. Πρόκληση Ποιμαντικής ευθύνης και μαρτυρίας». Στη συζήτηση έλαβαν μέρος πολλοί Αρχιερείς και η Ιεραρχία αποφάσισε ότι εμμένει στην προηγούμενη απόφασή της που έχει ως εξής:
«1. Για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς η Εκκλησία γνωρίζει και συνιστά ως μοναδικό τρόπο αποσυνθέσεως του νεκρού σώματος την ταφή σύμφωνα με την αγία διδασκαλία Της και την από αιώνων παράδοσή Της.
2. Η Εκκλησία μας δεν έχει αντίρρηση για την καύση των νεκρών για τους ετεροδόξους και ετεροθρήσκους».
Επί πλέον συμπλήρωσε ότι «για ειδικές περιπτώσεις του προβλήματος της καύσης των νεκρών αποφασίσθηκε όπως έκαστος των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών κρίνει και αποφασίζει κατά την ποιμαντική κρίση του, στην Επαρχία του. Για να διευκολύνει δε τους Αρχιερείς αποφάσισε όπως ειδική ολιγομελής Επιτροπή Ιεραρχών καθορίσει τα βασικά κριτήρια, που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη, κατά την αντιμετώπιση των ειδικών περιπτώσεων, τα οποία θα συζητηθούν στην επόμενη Ιεραρχία».
Η Επιτροπή αυτή αποτελούνταν από τους Μητροπολίτες Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεο, Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαο και Κορίνθου Διονύσιο.
Η Επιτροπή συνήλθε και έχοντας υπ’ όψη τόσο την εισήγηση του Μητροπολίτου Μεσογαίας κ. Νικολάου, όσο και το Πρακτικό της Ιεραρχίας στο οποίο αποτυπώθηκαν οι απόψεις των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών, συζητήσαμε για πολλές ώρες και καταρτίσαμε ένα εξειδικευμένο κείμενο με τίτλο «Αντιμετώπιση (κατ’ ακρίβειαν και κατ’ οικονομίαν) περιπτώσεων Χριστιανών που θέλησαν να αποτεφρωθούν τα σώματά τους».
Στο κείμενο αυτό, για την κατ’ ακρίβειαν και κατ’ οικονομίαν αντιμετώπιση του θέματος αυτού, καταγράφηκαν τα κριτήρια που θα λάβουν υπ’ όψη οι Αρχιερείς οι οποίοι θα επιλέξουν να ασκήσουν κάποια οικονομία. Τα κριτήρια χωρίσθηκαν σε δύο κατηγορίες, ήτοι σε εκείνα βάσει των οποίων μπορεί να επιτραπεί η τέλεση κάποιας ακολουθίας και σε εκείνα που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο θα τελεσθεί η ακολουθία.
Πρόκειται για κείμενο διεξοδικό, που περιλαμβάνει και την ακρίβεια και την οικονομία, με λεπτομερειακό τρόπο, για την αντιμετώπιση του θέματος αυτού.
Ως Πρόεδρος της Τριμερούς αυτής Επιτροπής διάβασα το καταρτισθέν κείμενο σε Συνεδρίαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος τον Οκτώβριο του 2010 και δεν ελήφθη κάποια απόφαση επί του κειμένου, αν γίνεται αποδεκτό ή όχι, ή αν πρέπει να τροποποιηθεί, αλλά αποφασίσθηκε να τεθεί υπ’ όψη των Ιεραρχών για να γνωρίζουν τα συγκεκριμένα κριτήρια προκειμένου να αποφασίσουν στην εξάσκηση της οικονομίας.
Είναι ευνόητο ότι συνέχισε να ισχύει η απόφαση της Ιεραρχίας της 12 Μαΐου 2010 την οποία ανέφερα προηγουμένως.
4. Μετά από τέσσερα χρόνια (29 Οκτωβρίου 2014) η Διαρκής Ιερά Σύνοδος υπό την Προεδρεία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου με αφορμή το νέο νομοθετικό καθεστώς για την αποτέφρωση των νεκρών, σύμφωνα με τα άρθρα 48 και 49 του Νόμου 4277/2014 «Νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας-Αττική και άλλες διατάξεις» (Φ.Ε.Κ. 156/1-8-2014, τ. Α΄) κατά τη Συνεδρία της της 14ης Οκτωβρίου 2014 επελήφθη του θέματος και απεφάσισε με Εγκύκλιό της (2959) να ενημερώσει τους Σεβ. Μητροπολίτες «περί των κανονικών συνεπειών της καύσεως των νεκρών».
Στην Εγκύκλιο αυτή αναφέρεται:
«Με τα άρθρα 48 και 49 του Νόμου 4277/2014 ο νομοθέτης δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του νεκρού. Εάν ο θανών δεν είχε εκφρασθεί εν ζωή περί της μετά θάνατον επιθυμίας ταφής ή αποτεφρώσεως του σώματός του, η αποτέφρωση δύναται να λάβει χώρα με μόνη τη δήλωση του/της συζύγου ή “συντρόφου”, μετά του/της οποίου/ας έχει συνάψει “σύμφωνο συμβίωσης”, ή τη δήλωση των συγγενών πρώτου ή δευτέρου βαθμού.
Τούτο, κύημα του συγχρόνου μηδενιστικού τρόπου ζωής και της τάσεως προς αποθρησκευτικοποίηση κάθε πτυχής και εκφάνσεως της ζωής του ανθρώπου, αποτελεί εκ προοιμίου καταστρατήγηση των θρησκευτικών πεποιθήσεων του κεκοιμημένου μέλους της Εκκλησίας, έλλειψη σεβασμού και φροντίδος προς το ανθρώπινο σώμα.
Η Εκκλησία δεν δέχεται για τα μέλη Της την αποτέφρωση του σώματος, διότι τούτο είναι ναός του Αγίου Πνεύματος (Α΄ Κορ. 6, 19), στοιχείο της υποστάσεως του κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού πλασθέντος ανθρώπου (Γεν. 1, 24), και περιβάλλει αυτό με σεβασμό και τιμή ως έκφραση αγάπης προς το κεκοιμημένο μέλος Της και ως εκδήλωση πίστεως στην κοινή πάντων ανάσταση.
Κατόπιν τούτου, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος απεφάσισε να ενημερώσει, στο πλαίσιο της αγρύπνου ποιμαντικής φροντίδος Της, το ευσεβές Αυτής πλήρωμα, κληρικούς και λαϊκούς, για τις ακόλουθες κανονικές συνέπειες της αποτεφρώσεως του σώματος:
- Η αποτέφρωση του σώματος δεν είναι σύμφωνη προς την πράξη και παράδοση της Εκκλησίας για θεολογικούς, κανονικούς και ανθρωπολογικούς λόγους.
- Προς αποφυγήν οιασδήποτε θεολογικής, κανονικής και ανθρωπολογικής εκτροπής, απαραίτητος είναι ο σεβασμός των θρησκευτικών πεποιθήσεων και η διακρίβωση της οικείας βουλήσεως του κεκοιμημένου και όχι η βούληση ή η δήλωση των οικείων του.
- Εκείνος ο οποίος αποδεδειγμένως οικειοθελώς εδήλωσε την επιθυμία περί καύσεως του σώματός του, δηλώνει την αυτονόμησή του και ως εκ τούτου δεν τελείται Νεκρώσιμος Ακολουθία και Ιερό Μνημόσυνο υπέρ αυτού.
Παρά ταύτα, επαφίεται στην ποιμαντική σύνεση και τη διακριτική ευχέρεια του οικείου Μητροπολίτου η τέλεση απλώς Τρισαγίου».
Από ό,τι γνωρίζω αυτή είναι η τελευταία απόφαση της Εκκλησίας από το Συνοδικό της Όργανο. Όλα τα υπόλοιπα που γράφονται για το θέμα αυτό είναι ατομικές απόψεις.














