υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών
Ο όρος ευθανασία ετυμολογικά θεωρούμενος εκφράζει ένα οξύμωρο σχήμα και εμπεριέχει μία «αντίφαση εν τοις όροις». Οι χρήστες του όρου προσπαθούν να συνθέσουν τον εξ ορισμού εκτός λογικής θάνατο με το κατ’ εξοχήν λογικό καλόν(ευ). Για την Εκκλησία όμως και την πατερική ανθρωπολογία δεν υπάρχει «καλός» ή «κακός» θάνατος. Ο θάνατος προσεγγίζεται ως γεγονός, το οποίο συνεπάγεται την αναίρεση της ζωής, γι’ αυτό και τον απορρίπτουν, όπως και κάθετι το οποίο τον προκαλεί, παθητικά ή ενεργητικά, ακούσια ή εκούσια.
Αφετηριακό θέμα λοιπόν είναι ότι ο θάνατος, ως γεγονός, για την Εκκλησία δεν είναι ποτέ καλός (ευ) ούτε αποδεκτός, όταν μάλιστα τίποτε δεν θεωρείται πιο σπουδαίο από την νίκη κατά του θανάτου και όταν χαρακτηρίζεται ο θάνατος ως ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου (Α’ Κορ. 15, 26). Για τον λόγο αυτό η απόρριψή του δεν χωρεί κανένα συμβιβασμό.
Επίσης δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει και μία άλλη πτυχή του όλου θέματος. Ο θάνατος, αν και είναι στον άνθρωπο «εγγενής» (πρβλ. Μ. Αθανασίου, Προς Σεραπίωνα Β΄3, PG 26, 612Β), δηλαδή αναπόφευκτος, εντούτοις δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η επιτάχυνσή του, γιατί κάθε φορά που έχουμε πρόκληση του θανάτου, έχουμε και παραβίαση της ίδιας της ιερότητας της ζωής (Σοφ. Σολομ. 2, 23).
Η πρώτη βασική λοιπόν αρχή, στην οποία στηρίζεται η απόρριψη κάθε μορφής ευθανασίας από την Εκκλησία, είναι ο σεβασμός στην ιερότητα της ζωής, η οποία σημαίνει ότι κάθε ανθρώπινη ύπαρξη προέρχεται από τον Θεό και ανήκει σ’ Αυτόν (Σοφ. Σολ. 1,13), ενώ δεν ανήκει ούτε καθορίζεται από τους ανθρώπους. Η ιερότητα αυτή καταργείται και απορρίπτεται όταν ο άνθρωπος «μερίζεται» και «διαλύεται» κατά την διάρκεια πραγματοποιήσεως του λεγομένου «(ευ) καλού θανάτου», αφού κάθε μορφή διακοπής της ζωής αποτελεί βίαιη διάσπαση της ψυχοσωματικής ενότητας και ολότητας του ανθρώπου («πως ψυχή εκ σώματος βιαίως χωρίζεται εκ της αρμονίας και της συμφυίας ο φυσικώτατος δεσμός»).
Η δεύτερη αρχή είναι, ότι ο άνθρωπος, για την Εκκλησία και την Θεολογία, είναι «εικόνα του Θεού». Αυτή η έννοια της «εικόνας» οριοθετεί το περιεχόμενο της έννοιας άνθρωπος ως σχέσης αφενός με τον Θεό, ως δημιουργό του, και αφετέρου με τους λοιπούς ανθρώπους και το περιβάλλον του (Σοφ. Σολομ. 1, 14), γι’ αυτό και ως άνθρωπος λογίζεται εκείνος, ο οποίος κοινωνεί με το Θεό, ζη με τους άλλους, συνυπάρχει με αυτούς και δεν υφίσταται μόνος, ατομικιστικά.
Η τρίτη αρχή προσδιορίζεται από τον τρόπο με τον οποίο υφίσταται (υπάρχει) ζη ο άνθρωπος. Ο καθορισμός της ζωής ως σχέσης, και όχι ως κατάσταση ατομικής επιβίωσης, επιβεβαιώνει όχι μόνο την ιερότητα της ανθρώπινης ζωής αλλά και την μοναδικότητα του ανθρώπου, ως προς τον τρόπο ύπαρξής του, αφού ο άνθρωπος είναι η κορωνίδα της δημιουργίας (Γεν. 1, 26-27). Υπ’ αυτήν την προοπτική η ζωή του ανθρώπου είναι όχι μόνο ιερή και μοναδική αλλά και ανεπανάληπτη γιαυτό και δεν αξιολογείται ως ζήτημα ηθικής συμπεριφοράς αλλά ως ερώτημα: «ζωή ή θάνατος;». Για την Εκκλησία και την Θεολογία το συγκεκριμένο ερώτημα είναι ένα ψευδο-δίλημμα ενώ η απάντηση δεν είναι άλλη, μονοσήμαντα είναι: «ζωή!!!».
Όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι το ερώτημα περί της ευθανασίας, για την Εκκλησία, είναι απόλυτα υπαρξιακό, η δε παρέμβαση του ανθρώπου για την επίσπευση του θανάτου εκφράζει την βούληση του ανθρώπου να γίνει ως «ο κυριεύων της ζωής και του θανάτου», υποκαθιστώντας με τον τρόπο αυτό απόλυτα και Αυτόν τον Ίδιο τον Θεό ως δημιουργό, γι’ αυτό και η ζωή των (συν)-ανθρώπων μας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο μιάς αποκλειστικά ατομικής κυριότητας ή διαχείρισή της ως επιλογή θεσμικά ανεκτής.
Η αρνητική θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας έναντι της ευθανασίας σημαίνει την μη αποδοχή της, ως το αποτύπωμα κάποιας αυτοδιάθεσης ή αποτέλεσμα μιάς ατομικής διεκδίκησης για έναν «αξιοπρεπή θάνατο». Γι’ αυτό υπ’ αυτή την προοπτική στην κανονική παράδοση της Εκκλησίας δεν θεμελιώνεται κανένα «ατομικό» δικαίωμα (πρβλ. Σύνταγμα, άρθρο 25 παραγ. 1, 2, 3, 4), ούτε και επί της ίδιας της ζωής του κάθε ανθρώπου (αυτοκτονία), αφού κάθε πράξη, η οποία αποβλέπει ευθέως στην επίσπευση ή στην πραγμάτωση του θανάτου, ως επιδιωκόμενου σκοπού ή αποτελέσματος, δεν μπορεί να προσλαμβάνεται αποκλειστικά και μόνο υπό το δικαίωμα της ατομικής επιλογής ή ευθύνης.
Αυτό σημαίνει ότι για την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ακόμη και ο θάνατος δεν είναι μία υπόθεση ατομική αλλά άπτεται όλων των διανθρωπίνων και διαπροσωπικών σχέσεων, γι’ αυτό και η εξόδιος ακολουθία (κηδεία) δεν αφορά μόνο τον θανόντα αλλά και τους συγγενείς, τους ανθρώπους οι οποίοι συνδέονται μαζί του, και οι οποίοι τον αγαπούν αλλά και του γενικότερου περιβάλλοντός του. Η ενέργεια λοιπόν αυτή της ευθανασίας δεν αφορά μόνο το πρόσωπο, το οποίο υφίσταται ή πρόκειται να υποστεί τον θάνατο, αλλά και εκείνους που τον συνοδεύουν ή του συμπαρίστανται στην πορεία προς το τέλος της ζωής του, όπως είναι οι ιατροί, οι νοσοκόμοι, οι συγγενείς κ. α.
Χρειάζεται όμως να προσεγγίσουμε δύο ακόμη ερωτήματα, τα οποία σχετίζονται άμεσα με το ερώτημα για την ευθανασία.
Πρώτο ερώτημα: Υπάρχει δικαίωμα ως προς τον θάνατο;
Κάθε δικαίωμα σχετίζεται με την ζωή γι’ αυτό και η ζωή θεωρείται ως δικαίωμα και όχι ως προνόμιο και δεν μπορεί να προσεγγίζεται υπό την προοπτική του απόλυτου ατομικού δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, άλλως θεμελιώνεται ένας τύπος δικαιώματος χωρίς αναφορικότητα προς τον άλλον, το οποίο εκφυλίζεται σε ασυδοσία και οδηγεί με βεβαιότητα στον θάνατο. Κάθε ατομική και φίλαυτη ικανοποίηση για τον άνθρωπο είναι θανατηφόρα (βλ. Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια Αγάπης ΙΙ, η΄-θ΄, PG 90, 985C-D. Πρβλ. Μ. Φωτίου, Βιβλιοθήκη Κώδιξ 192, PG 103, 637). Το πραγματικό και ουσιαστικό δικαίωμα ή είναι δικαίωμα προς ζωή ή για ζωή, διαφορετικά δεν υφίσταται ως δικαίωμα ούτε ακόμη και ως ατομικό, «μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου έκαστος» (Α΄ Κορ. 10, 23-24).
Δεύτερο ερώτημα: Μπορεί μία έννομη τάξη να νομοθετεί τον θάνατο και να τον προσφέρει ως έγκυρη και θετική πράξη;
Η ιπποκρατική αρχή «ωφελίειν ή μη βλάπτειν», αν και δεν δημιουργεί νομική θέση, εντούτοις είναι συμβατή προς το «θετικό δίκαιο», επειδή ακριβώς εκφράζει μία βαθιά διανθρώπινη θέση. Το «θετικό δίκαιο» ως γνωστόν έχει ως σκοπό την αυτοσυντήρηση της κοινωνίας, στο ορισμένο κάθε φορά ιστορικό σχήμα γιαυτό και υπ’ αυτήν την προοπτική το λεγόμενο «δικαίωμα προς τον θάνατο» δεν μπορεί να υιοθετηθεί ούτε να νομοθετηθεί από το «θετικό δίκαιο» και να ρυθμιστεί ως διαδικασία από νομικές διατάξεις, γιατί προέχει το δικαίωμα στην «αξία» της ανθρώπινης ζωής (πρβλ. Σύνταγμα, άρθρο 2 παραγ. 1. Βλ. «Aide à mourir: quand l’ONU s’inquiète, à juste titre, d’éventuelles derives», par Nicolas Bauer FIGARO VOX, Le 5 septembre 2025).
Η όλη θεώρηση λοιπόν του ερωτήματος περί της ευθανασίας, αγγίζει τα βαθύτερα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν είναι απλά μία νομική απόφαση ή μεταβολή αλλά μία βαθειά ανθρωπολογική τομή γι’ αυτό και οφείλουμε να προσεγγίζουμε το ζήτημα με νηφαλιότητα και υπευθυνότητα λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τον ασθενή που επιζητεί τον θάνατο αλλά και όλους εκείνους που τον συνοδεύουν ή του συμπαρίστανται στην πορεία προς το τέλος της ζωής του, οι οποίοι και αυτοί στέκονται μαζί με τον (συν)-άνθρωπό τους μεταξύ ζωής και θανάτου.














