Στην ύπαιθρο παρουσιάζονται τόσο η αγριέλαιος όσο και η καλλιέλαιος. Και την μεν αγριέλαιο την κόβουμε ένεκεν της άγριας καταστάσεώς της και ως μη αποδίδουσα καρπούς, την δε καλλιέλαιο την φροντίζουμε και καλλιεργούμε, όσο το δυνατόν περισσότερον, προκειμένου να φέρει πολύν καρπόν και καλόν. Αυτή είναι μία εικόνα από την φύση.
Ο Απ. Παύλος αυτή την εικόνα έρχεται και την χρησιμοποιεί στην προς Ρωμαίους επιστολή του, στο 11ο κεφάλαιο, όταν θέλει να μιλήσει για την απιστία, την απείθεια και ανυπακοή στο Θεό και στις εντολές Του από το ένα μέρος και για την πίστη, τον φόβο του Θεού και την ευσέβεια από το άλλο μέρος. Παρομοίασε τους Ισραηλίτες με την καλλιελαιο, που, όμως, μερικοί κλάδοι της, ένεκα της απιστίας τους, κόπηκαν από τον καλό κορμό και αποσπάστηκαν και πετάχτηκαν. Έπειτα, παρομοίασε τους ειδωλολάτρες, που δεν είχαν γνώση περί του αληθινού Θεού, με την αγριελαιο. Όμως, όταν αυτοί γνώρισαν τον Ένα και αληθινό Θεό, εγκεντρίστηκαν στη θέση των αποκοπέντων κλάδων και συνδέθηκαν με την καλλιελαιο και έφεραν καλούς καρπούς. Τονίζει δε ο Απόστολος ότι πάντοτε υπάρχει αυτή η δυνατότητα εγκεντρισμού, δηλαδή η δυνατότητα της επανόδου από την απιστία στην πίστη, η δυνατότητα να καταστεί η αγριελαιος καλλιελαιος, να παύσει η αγριότητα της αμαρτίας και να επέλθει το ήμερο της αρετής. Ο Θεός, ένεκα του πλούτου της σοφίας και της γνώσεώς Του, έχει πολλούς τρόπους να επαναφέρει και πάλι τον παρεκτραπέντα άνθρωπο στην οδό της σωτηρίας. Και θαυμάσια κλείνει το κεφάλαιο αυτό ο Απ. Παύλος, υπογραμμίζοντας: «τις γαρ έγνω νουν Κυρίου; η τις σύμβουλος αυτού εγένετο;… ότι εξ αυτού και δι’ αυτού και εις αυτόν τα πάντα» (Ρωμ. 11, 34-35).
Στους δυσχειμερους, εξ απόψεως πνευματικής, καιρούς, όπου ζούμε και υπό την επήρεια φθοροποιών ιδεολογιών και εξαγριωμένων ανθρώπινων παθών, αισθανόμαστε ότι υπάρχει και η αγριελαιος και η καλλιελαιος. Πρόκειται για μία πραγματικότητα. Σκληρή πραγματικότητα. Παρατηρούμε το πνεύμα να σβήνεται, τα πάθη της ατιμίας να προβάλλονται, το φρόνημα της σαρκός να επικρατεί, η κατάργηση του πνευματικού νόμου να επιβάλλεται, το μίσος να αντικαθιστά την αγάπη. Οι μηνυτήριες αναφορές αλλεπάλληλες. Η κάθε είδους φαυλότητα στο προσκήνιο και η αιδώς στο περιθώριο. Έρχονται ο φθόνος ως πυρ μη σβεννύμενον και η ευτραπελία ως δεινόν κακόν. Και ο άνθρωπος συνεχώς καθίσταται ψεύστης. Αλλά συνάμα διαπιστώνουμε ότι καταφθάνει και η βάσανος, με νομοτελειακό αποτέλεσμα, τούτο: «Τα οψώνια (=οι καρποί) της αμαρτίας θάνατος» (Ρωμ. 6, 23).
Έτσι γινόμαστε καθημερινώς στην εποχή μας μάρτυρες της ύπαρξης πολλής έντασης, σύγχυσης, νευρικότητας, ανησυχίας και ανασφάλειας, εσωτερικής ταραχής και καχυποψίας των συνανθρώπων μας. Σταματά ο χαιρετισμός, παύει το «καλημέρα», χάνεται η αρχοντιά, εξαφανίζεται ο πολιτισμός της ψυχής. Και, βεβαίως, αναφύονται πολλά ψυχολογικά προβλήματα. Έτσι είναι. Όταν διώξουμε στην εξορία τον Θεό και απεμπολήσουμε τις εντολές Του, τι περιμένουμε; Η κάθε είδους παραβατικότητα θα έλθει στο προσκήνιο, ακόμη και σε αυτή την άωρη νεανική ηλικία. Όταν το φως του Χριστού, τουτέστιν η θεία Διδασκαλία Του, δεν τίθεται «επί την λυχνίαν», αλλά κρύπτεται, εξαφανίζεται και αφήνουμε επιτηδείως να σβήνει και δεν θέλουμε αυτό το ιλαρό φως να φωτίζει την προσωπική μας ζωή, την οικογένεια, το σχολείο, τον δημόσιο βίο, τότε, δικαίως, η βιοτή μας καταντά ανυπόφορη, προβληματική, αληθώς αγριελαιος. Μιλάμε πλέον για πνευματική παρακμή, για αποϊεροποίηση της ζωής, για ασέβεια, για λησμοσύνη του θεϊκού παράγοντα. Και αυτή η κατάσταση επιφέρει πίκρα και θλίψη.
Ωστόσο, ο Κύριος ήδη προείπε: «Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε» (Ιω. 16, 33). συνάμα, όμως, διεκήρυξε και τον παρήγορο και ελπιδοφόρο λόγο: «αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιω. 16, 33) και «δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. 11, 28). Ακριβώς μέσα στη ψυχική μας ταλαιπωρία είναι απόλυτη ανάγκη να φυλάξουμε το χαριτόβρυτο δώρο της πνευματικής ενότητος μαζί Του. Και το δώρο αυτό το ανακαλύπτουμε και το βιώνουμε στον χώρο της Εκκλησίας, στο μυστήριο της Εκκλησίας, στο «Γεώργιον» (Α΄ Κορ. 3, 6-9), στον «Αμπελώνα» (Ματθ. 20, 1-16), στο «Πανδοχείο» (Λουκ. 10, 34), στον «Οίκο του Θεού» (Εβρ. 3, 5-6) και στο «Μεγάλο Δείπνο» (Λουκ. 14, 6-24). Και ο λόγος της Εκκλησίας δεν είναι αναχρονιστικός, σκοταδιστικός και μισαλλόδοξος. Είναι λόγος αλήθειας, αγάπης και ελπίδας. Άλλωστε δεν έχει νόημα λέγειν τα τέρποντα αλλά τα ωφελούντα. Ενώ δε η Εκκλησία είναι σαφέστατα Χριστοκεντρική, ταυτόχρονα είναι γνήσια ανθρωποκεντρική. Βλέπει τον όλο άνθρωπο και αντιμετωπίζει την αφροσύνη της αμαρτίας, την τραγικότητα της οντολογικά φθαρμένης ύπαρξης και προσφέρει την πληρότητα της ζωής. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μεταμορφώνει και σώζει τους ανθρώπους, συνεπής με τον λόγο της. Προ πάντων όμως δεν πρέπει να λησμονείται ότι η Κεφαλή της Εκκλησίας, ο Χριστός είπε, μετά την Ανάστασή Του, στις Μυροφόρες, κοντά στο κενό τάφο, το: «Χαίρετε» (Ματθ. 28, 9), στους Μαθητές στο υπερώο το: «Ειρήνη υμίν» (Ιω. 20, 19) και στον Πέτρο στη Τιβεριάδα το: «Συ ακολούθει μοι» (Ιω. 21, 22). Και, το υπεροχότερο, στη Γαλιλαία το: «Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν» (Ματθ. 28, 20). Τα τέσσερα αυτά σημεία, κενός τάφος, υπερώο, Τιβεριάδα και Γαλιλαία συναντούν την αληθή θεογνωσία, το φως που διαλύει το σκότος, την κατάλυση του άδου, τη νίκη κατά του θανάτου, τη ζώσα παρουσία του Χριστού.
Γι’ αυτό, με όσα προαναφέρθηκαν, άξιοι ιδιαίτερης μνείας είναι, εν προκειμένω, οι προφητικοί λόγοι: «Κύριε, εν θλίψει εμνήσθην σου» (Ησ. 26, 16) και «Κύριος εμοί βοηθός και ου φοβηθήσομαι» (Ψαλ. 117, 6) και, τελικά: «Ευλογημένος ο άνθρωπος, ος πέποιθεν επί τω Κυρίω» (Ιερ. 17, 7). Τότε ακριβώς παραμένουμε «ρίζα αγία», ήτοι, καλλιελαιος.














