Από τον ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΣΠΥΡΟΥ*
Η Κέρκυρα της παράδοσης απέναντι στην «τουριστική βιομηχανία», τα προβλήματα υποδομών του νησιού, οι θεσμικές κρίσεις του παρελθόντος, αλλά και η αγωνία για το μέλλον της νέας γενιάς. Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη, ο Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος απαντά με τη χαρακτηριστική του ευθύτητα για τον ρόλο της Εκκλησίας σήμερα. Εξηγεί πότε η σιωπή κινδυνεύει να εκληφθεί ως ανοχή, ξεκαθαρίζει τα όρια μεταξύ εκκλησιαστικού και ιδεολογικού λόγου και καταθέτει τη δική του βαθιά ελπίδα για την Ελλάδα του αύριο, μακριά από την αλλοίωση της ιστορικής μνήμης.
Σεβασμιώτατε, η Κέρκυρα είναι ένας παγκόσμιος τουριστικός προορισμός, γεγονός που φέρνει πλούτο αλλά και μια ραγδαία αλλαγή στον τρόπο ζωής των ντόπιων. Πώς μπορεί ένας ποιμενάρχης να κρατήσει ζωντανή την πνευματική ταυτότητα και τη μοναδική θρησκευτική παράδοση του νησιού (όπως οι λιτανείες του Αγίου Σπυρίδωνος), όταν η καθημερινότητα των πιστών μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε μια «βιομηχανία τουρισμού»;
Η Κέρκυρα είναι πράγματι ένας τόπος με παγκόσμια ακτινοβολία. Ο τουρισμός φέρνει οικονομική άνθιση, εργασία και εξωστρέφεια, αλλά συγχρόνως δημιουργεί τον κίνδυνο να μεταβληθεί ο τόπος σε σκηνικό κατανάλωσης, όπου όλα μετρώνται με όρους αγοράς, ταχύτητας και εντυπώσεων. Η αποστολή της Εκκλησίας είναι να θυμίζει ότι η Κέρκυρα δεν είναι μόνο προορισμός, αλλά ένας ιδιαίτερος και ευλογημένος τόπος με έντονη θρησκευτική ζωή. Οι λιτανείες του Αγίου Σπυρίδωνος δεν είναι φολκλορικό θέαμα ούτε τουριστικό γεγονός. Είναι ζωντανή ομολογία πίστεως ενός λαού που μέσα στους αιώνες έμαθε να προστρέχει στον Αγιό του με ευγνωμοσύνη, δάκρυ, ελπίδα και μετάνοια. Ο Επίσκοπος οφείλει να προστατεύει αυτόν τον χαρακτήρα, όχι με φόβο απέναντι στον σύγχρονο κόσμο, αλλά με σαφήνεια, προσπάθεια διαρκούς ευαγγελισμού, λειτουργική ζωή και διαρκή υπενθύμιση ότι η παράδοση μένει ζωντανή όταν βιώνεται και δεν μετατρέπεται σε εικόνα προς κατανάλωση.
Το νησί αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υποδομών, από τη διαχείριση των απορριμμάτων μέχρι το οδικό δίκτυο και την ύδρευση. Πιστεύετε ότι ο ρόλος του Μητροπολίτη περιορίζεται στα πνευματικά καθήκοντα ή οφείλει να παρεμβαίνει δημόσια και να ασκεί πίεση στις τοπικές αρχές για την ποιότητα ζωής των πολιτών;
Ο ρόλος του Μητροπολίτη είναι πρωτίστως πνευματικός και ποιμαντικός. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία αδιαφορεί για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Η ύδρευση, τα απορρίμματα, το οδικό δίκτυο, η καθαριότητα, η αξιοπρέπεια της κατοικίας και της εργασίας δεν είναι ζητήματα ξένα προς την ποιμαντική μέριμνα, διότι αφορούν τον άνθρωπο. Η Εκκλησία δεν υποκαθιστά την αυτοδιοίκηση ούτε επιδιώκει να διοικήσει τον τόπο. Μπορεί όμως, με διακριτικότητα και υπευθυνότητα, να συνεργάζεται με τους θεσμούς, να επισημαίνει προβλήματα, να μεταφέρει την αγωνία των πολιτών και να ενθαρρύνει τη συνεννόηση. Εκεί όπου υπάρχει συνεργασία, σεβασμός των ρόλων και κοινή αγάπη για τον τόπο, μπορούν να βρεθούν λύσεις. Η δημόσια παρουσία της Εκκλησίας δεν πρέπει να είναι θορυβώδης ούτε κομματική, αλλά διακριτική, μαρτυρία ευθύνης, κοινωνικής ευαισθησίας και έμπρακτης αγάπης.
Ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει μια βαθύτερη πνευματική φτώχεια παρά υλική;
Νομίζω ότι ο σύγχρονος άνθρωπος υποφέρει συχνά από μια φτώχεια βαθύτερη από την υλική. Η υλική στέρηση είναι οδυνηρή και η Εκκλησία δεν έχει δικαίωμα να την υποτιμήσει. Όμως υπάρχει και μια άλλη στέρηση, πιο αθόρυβη, που είναι η απώλεια νοήματος, η μοναξιά, η απουσία προσευχής, η διάλυση των σχέσεων, η αδυναμία του ανθρώπου να συγχωρήσει και να αγαπηθεί. Πολλοί έχουν περισσότερα μέσα από παλαιότερα, αλλά λιγότερη εσωτερική γαλήνη. Έχουν περισσότερη πληροφορία, αλλά λιγότερη γνώση. Έχουν περισσότερες επιλογές, αλλά δυσκολεύονται να βρουν προσανατολισμό. Η Εκκλησία δεν προσφέρει μια ψυχολογική παρηγοριά επιφανειακή. Προσφέρει τον Χριστό, δηλαδή την αλήθεια ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο παραγωγός, καταναλωτής ή χρήστης της τεχνολογίας, αλλά πρόσωπο πλασμένο για κοινωνία με τον Θεό και τους ανθρώπους.
Η Εκκλησία συχνά καλείται να μιλήσει για ζητήματα που διχάζουν την κοινωνία. Πώς μπορεί να διατηρήσει τον προφητικό της λόγο χωρίς να εγκλωβιστεί σε ιδεολογικές αντιπαραθέσεις;
Η Εκκλησία οφείλει να έχει λόγο εκκλησιαστικό και θεολογικό, αλλά όχι ιδεολογικό. Ο εκκλησιαστικός λόγος δεν είναι κραυγή, δεν είναι θυμός, δεν είναι ένταξη σε παρατάξεις. Είναι λόγος αλήθειας που γεννιέται από το Ευαγγέλιο, από την προσευχή και από την αγάπη για τον άνθρωπο. Όταν η Εκκλησία μιλά, πρέπει να μιλά για να φωτίζει και όχι για να διχάζει. Να ελέγχει την αδικία, αλλά να μην καλλιεργεί μίσος. Να υπερασπίζεται την αλήθεια, αλλά να μη χάνει την ευγένεια της αγάπης. Να στέκεται απέναντι σε κάθε μορφή περιφρόνησης του ανθρώπου, είτε αυτή προέρχεται από την αγορά, είτε από την εξουσία, είτε από ιδεολογίες που υπόσχονται απελευθέρωση αλλά τελικά εγκλωβίζουν τον άνθρωπο σε νέα δεσμά. Η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη να γίνει μέρος του πολιτικού θορύβου. Έχει χρέος να παραμένει συνείδηση, παρουσία και μαρτυρία.
Παράλληλα, βλέπουμε την επικαιρότητα να κυριαρχείται από κρίσιμα θεσμικά και γεωπολιτικά ζητήματα που διχάζουν τη χώρα και την Ορθοδοξία. Ως ένας Ιεράρχης που τοποθετείται πάντα με ευθύτητα, πότε θεωρείτε ότι η δημόσια παρέμβαση της Εκκλησίας αποτελεί πνευματικό καθήκον και πότε η σιωπή της κινδυνεύει να εκληφθεί ως ανοχή;
Η Εκκλησία δεν μπορεί να μιλά για όλα με τον ίδιο τρόπο ούτε να σιωπά μπροστά σε όλα. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η δημόσια παρέμβασή της αποτελεί πνευματικό καθήκον. Οταν θίγεται η πίστη, η ελευθερία της λατρείας, η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, η οικογένεια, η παιδεία, η ιστορική μνήμη, η ειρήνη, η ενότητα των λαών και των Εκκλησιών, τότε η σιωπή μπορεί να παρερμηνευθεί ως αδυναμία ή ανοχή. Από την άλλη πλευρά, η Εκκλησία πρέπει να προσέχει να μη μεταβάλλεται σε σχολιαστή της καθημερινής επικαιρότητας. Δεν είναι αυτός ο ρόλος της. Η παρέμβασή της πρέπει να γίνεται όταν υπάρχει ουσιαστικός πνευματικός λόγος, με μέτρο, ευθύτητα, καθαρή συνείδηση και προσευχή. Η αλήθεια δεν χρειάζεται εμπάθεια για να ακουστεί. Χρειάζεται θάρρος, διάκριση και ταπείνωση.
Στο παρελθόν φτάσατε μέχρι τις δικαστικές αίθουσες για να υπερασπιστείτε τη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Κοιτάζοντας πίσω, θεωρείτε ότι εκείνη η θεσμική κρίση ξεπεράστηκε, ή άφησε μια μόνιμη καχυποψία για τα όρια της κρατικής παρέμβασης στα του οίκου σας;
Εκείνη η περίοδος υπήρξε για όλους μας μια βαθιά δοκιμασία. Δεν ήταν μόνο προσωπική εμπειρία. Ήταν μια θεσμική και πνευματική κρίση, κατά την οποία τέθηκαν ερωτήματα για τα όρια της κρατικής παρέμβασης στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Κοιτάζοντας πίσω, δεν κρατώ πικρία. Κρατώ όμως τη βεβαιότητα ότι η ελευθερία της λατρείας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον δικαίωμα ή ως διοικητική λεπτομέρεια. Η Εκκλησία πάντοτε σεβάστηκε την ανθρώπινη ζωή, την υγεία και την ευθύνη απέναντι στον πλησίον. Συγχρόνως, όμως, η Θεία Λειτουργία, η προσευχή, η συμμετοχή του πιστού στη λατρεία δεν είναι απλή κοινωνική δραστηριότητα, αλλά η ουσία της εκκλησιαστικής υπάρξεως. Η κρίση ίσως ξεπεράστηκε πρακτικά, αλλά άφησε ένα ερώτημα που πρέπει να το θυμόμαστε με νηφαλιότητα, ώστε σε ανάλογες στιγμές να μη χαθεί ξανά το μέτρο.
Η έλλειψη νέων κληρικών εξελίσσεται σε μείζον πρόβλημα για την περιφέρεια, με πολλές ενορίες να μένουν χωρίς ιερέα. Με ποιους συγκεκριμένους τρόπους μπορεί η Εκκλησία να αναστρέψει αυτή την πορεία και να εμπνεύσει ξανά τους νέους;
Η έλλειψη νέων κληρικών είναι ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Εκκλησία, ιδίως στην περιφέρεια. Δεν λύνεται μόνο με διοικητικά μέτρα. Χρειάζονται ασφαλώς στήριξη των ιερέων, μέριμνα για τις οικογένειές τους, καλή εκκλησιαστική παιδεία και ουσιαστική παρουσία στις ενορίες. Όμως η βαθύτερη απάντηση είναι η αγιότητα του βίου. Οι νέοι δεν πείθονται από λόγια, τίτλους ή σχήματα. Βλέπουν τη ζωή μας. Αν ο επίσκοπος και οι κληρικοί δεν ζουν με προσευχή, ταπείνωση, καθαρότητα, θυσιαστική αγάπη και γνήσια πατρότητα, τότε δεν εμπνέουν. Η ιερωσύνη δεν είναι επάγγελμα ούτε κοινωνική θέση. Είναι σταυρός, διακονία και φωτιά μέσα στην καρδιά. Όταν ένας νέος συναντήσει έναν αληθινό ιερέα, έναν άνθρωπο του Θεού, μπορεί να συγκινηθεί βαθιά. Και βεβαίως, πάνω από όλα, ενεργεί η χάρις του Θεού, που καλεί, φωτίζει και ενισχύει.
Σεβασμιώτατε, ύστερα από τόσα χρόνια αρχιερατικής διακονίας, ποια είναι η μεγαλύτερη αγωνία που κουβαλάτε για την Ελλάδα του αύριο και ποια η μεγαλύτερη ελπίδα που δεν σας αφήνει να απογοητευθείτε;
Η μεγαλύτερη αγωνία μου είναι μήπως παραδώσουμε στα παιδιά μας μια πατρίδα χειρότερη από εκείνη που παραλάβαμε. Οι πρόγονοί μας κράτησαν την πίστη, τη γλώσσα, την αυτοσυνειδησία και την ελευθερία με θυσίες, πολέμους, αίμα, φτώχεια και αντοχή. Η Εκκλησία, με φτωχούς -και πολλές φορές αγράμματους- κληρικούς, με ταπεινούς δασκάλους, με το κρυφό σχολειό, με μανάδες που προσεύχονταν, διατήρησε τον Ελληνισμό σε χρόνια δύσκολα. Σήμερα φοβούμαι την αλλοίωση της ιστορικής μνήμης, την αποδυνάμωση της παιδείας, την αδιαφορία απέναντι σε όσα μας συγκρότησαν ως λαό. Φοβούμαι μήπως οι νέοι ακούνε κάποτε τραγούδια, ονόματα, σύμβολα και γεγονότα, όπως το «Μακεδονία ξακουστή», χωρίς να γνωρίζουν τι σημαίνουν. Η ελπίδα μου όμως είναι βαθύτερη από την αγωνία μου γιατί πιστεύω ότι ο Θεός δεν εγκαταλείπει τον λαό Του. Όπως είπε ο Κολοκοτρώνης, ο Θεός έβαλε την υπογραφή Του για την ελευθερία της Ελλάδος. Αυτή η υπογραφή δεν σβήνει, όταν εμείς μετανοούμε, αγωνιζόμαστε και μένουμε πιστοί.
Εχετε επενδύσει ιδιαίτερα στη νεότητα και στις κατασκηνώσεις της Μητροπόλεως. Τι αναζητούν σήμερα οι νέοι από την Εκκλησία και ποιο είναι το μεγαλύτερο υπαρξιακό τους άγχος;
Οι νέοι σήμερα αναζητούν πάνω απ’ όλα αλήθεια, αυθεντικότητα και πρόσωπα που να τους αγαπούν χωρίς όρους. Ζουν σε μια εποχή με πολλές δυνατότητες, αλλά και με έντονη μοναξιά, ανασφάλεια και αβεβαιότητα για το μέλλον. Το μεγαλύτερο υπαρξιακό τους άγχος είναι η αναζήτηση νοήματος και η ανάγκη να αισθανθούν ότι η ζωή τους έχει αξία και προορισμό. Η Εκκλησία δεν έρχεται να επιβάλει, αλλά να προσφέρει τη χαρά της σχέσης με τον Χριστό και την εμπειρία της εκκλησιαστικής κοινότητας. Μέσα από τις κατασκηνώσεις και τις νεανικές συντροφιές, οι νέοι έχουν τη δυνατότητα να βιώσουν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής από εκείνον που προβάλλει η σύγχρονη κοινωνία, η οποία συχνά καλλιεργεί τον ατομισμό, τον ανταγωνισμό και την αυτάρκεια. Γεύονται το πνεύμα της αγάπης, της προσφοράς, της συνύπαρξης και της κοινωνίας των προσώπων. Σκοπός μας δεν είναι απλώς να οργανώσουμε δραστηριότητες, αλλά να δώσουμε στους νέους την ευκαιρία να ζήσουν το ήθος της Εκκλησίας ως τρόπο ζωής και να ανακαλύψουν ότι η αληθινή ελευθερία και η πληρότητα βρίσκονται στην κοινωνία με τον Θεό και με τον συνάνθρωπο. Αυτό το βίωμα αποτελεί την πιο ουσιαστική απάντηση στις αγωνίες της εποχής μας και πηγή ελπίδας για το μέλλον.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”














