Από τον ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΣΠΥΡΟΥ*
Κάθε χρόνο, στις 8 Σεπτεμβρίου, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία τιμά το Γενέθλιο της Υπεραγίας Θεοτόκου, η Ήπειρος στρέφει το βλέμμα της στην «Κυρά Τσούκα», ένα από τα σημαντικότερα και ιστορικότερα προσκυνήματα της περιοχής. Χτισμένη σε υψόμετρο περίπου 750 μέτρων, στα Κατσανοχώρια Ιωαννίνων, στην άκρη της χαράδρας του Αράχθου, η Ιερά Μονή Τσούκας αποτελεί σημείο αναφοράς πίστης, παράδοσης και ιστορικής μνήμης για ολόκληρη την Ήπειρο.
Η «Κυρά Τσούκα», όπως την αποκαλούν με αγάπη οι Ηπειρώτες, δεν είναι μόνο ένας τόπος λατρείας, αλλά ένα ζωντανό σύμβολο της πίστης και της ιστορικής διαδρομής του τόπου.
«Σύμφωνα με την παράδοση το μοναστήρι ιδρύθηκε στα 1190 από τον αυτοκράτορα Ισαάκιο Β’ Άγγελο, καταστράφηκε το 1736 και ανακαινίσθηκε το 1779, ενώ έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο» αναφέρει στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» ο Ηγούμενος της Μονής και Πρωτοσύγκελλος της Μητροπόλεως Ιωαννίνων, Αρχιμανδρίτης Θωμάς Ανδρέου και προσθέτει ότι «η παράδοση αναφέρει ότι στο βράχο Τσούκα βρέθηκε με θαυμαστό τρόπο μία εικόνα της Παναγίας. Οι Λοζετσινοί, δηλαδή οι κάτοικοι του Ελληνικού, την μετέφεραν λίγο πιο κάτω και έχτισαν ένα εκκλησάκι της Αγ. Μαρίνας, όπου και την τοποθέτησαν στο εσωτερικό του. Η εικόνα όμως κάθε βράδυ μεταφερόταν με θαυμαστό τρόπο στην Τσούκα υποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό την τοποθεσία ανέγερσης του Μοναστηριού. Αποφάσισαν, λοιπόν, να χτίσουν εκεί το μοναστήρι της Παναγίας». Ο π. Θωμάς εξηγεί ότι η Μονή πήρε το όνομά της από την κορυφή του λόφου όπου δεσπόζει, καθώς «Τσιούκα Ανάλτα» στα βλάχικα σημαίνει «υψηλή κορυφή». Χτισμένη σε ένα μοναδικό φυσικό μπαλκόνι, αγναντεύει τη χαράδρα του Αράχθου, ένα τοπίο σπάνιας ομορφιάς που έχει χαρακτηριστεί ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Η θέα από τη Μονή είναι καθηλωτική, καθώς ο επισκέπτης αντικρίζει ένα απέραντο τοπίο που συνδυάζει το μεγαλείο του βουνού και την αγριάδα του ποταμού. Δεν είναι τυχαίο ότι η ομορφιά του τόπου ενέπνευσε και τον ποιητή Κώστα Κρυστάλλη, ο οποίος έκανε ιδιαίτερη αναφορά στη φήμη του μοναστηριού για το ιαματικό του νερό.
Η Μονή της Τσούκας διατηρεί μέχρι σήμερα τον φρουριακό της χαρακτήρα, μαρτυρώντας την ιστορική της πορεία μέσα στους αιώνες. Η επιβλητική είσοδος στον υψηλό περίβολο κοσμείται με λιθανάγλυφα, ενώ τα παλαιά κελιά στις νοτιοδυτικές και βόρειες πλευρές, κυρίως κτίσματα του 18ου και 19ου αιώνα, έχουν αναστηλωθεί και διατηρούν ζωντανή την εικόνα της μοναστικής ζωής.
Ξεχωριστή θέση στο συγκρότημα κατέχει το λιθόκτιστο κωδωνοστάσιο του 1866, καθώς και το καθολικό της Μονής, το οποίο χρονολογείται πιθανότατα στα τέλη του 17ου αιώνα και ακολουθεί τον αθωνίτικο τύπο. Στο εσωτερικό του, παλαιότερη επιγραφή στο υπέρθυρο μαρτυρούσε ότι ο ναός ιστορήθηκε με δαπάνη του κτήτορα Αλεξίου Παπαϊωάννου και χρυσώθηκε το 1779 από τον ιερέα Αθανάσιο Ιωάννου από το Καπέσοβο.
Στο εσωτερικό του Καθολικού, οι τοιχογραφίες έχουν υποστεί τη φθορά του χρόνου και έχουν καλυφθεί σε μεγάλο βαθμό από την αιθάλη, ωστόσο διακρίνονται ακόμη τα ανάγλυφα φωτοστέφανα των μορφών, μαρτυρώντας την παλαιότητα και την καλλιτεχνική αξία του ναού. Ξεχωριστό στοιχείο αποτελεί το αξιόλογο ξυλόγλυπτο τέμπλο του 18ου αιώνα, με τον πλούσιο φυτικό διάκοσμο, που κοσμεί το εσωτερικό της Μονής.
Τα τελευταία χρόνια η Μονή έχει ανακαινιστεί και αναδειχθεί, στο πλαίσιο της ευρύτερης προσπάθειας της Ιεράς Μητροπόλεως Ιωαννίνων για τη διάσωση και αναστήλωση των ιστορικών μοναστηριών της περιοχής. Στόχος του Μητροπολίτη Ιωαννίνων κ. Μαξίμου είναι τα αρχαία μοναστήρια να παραμείνουν ζωντανές εστίες πίστης, με αδελφότητες που θα διατηρούν αναμμένο το καντήλι της Παναγίας και θα προσφέρουν στους πιστούς χώρο προσευχής και πνευματικής ενίσχυσης.
Στη νότια πλευρά της Μονής, κοντά στην ανατολική είσοδο, βρίσκεται το παρεκκλήσι της Παναγίας, το οποίο υπέστη σημαντικές ζημιές από πυρκαγιά, αλλά παραμένει ένα ακόμη σημαντικό σημείο αναφοράς του ιστορικού μοναστηριακού συγκροτήματος.
Μιλώντας για την προσφορά του μοναστηριού ανά τους αιώνες ο π. Θωμάς σημειώνει ότι «στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας επιτέλεσε σημαντικό κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο αφού, μεταξύ άλλων, συντηρούσε ελληνικό σχολείο στο κοντινότερο χωριό, στο ελληνικό, ενώ βοήθησε πολύ -αξιοποιώντας την ακίνητη περιουσία του- τους ανθρώπους ολόκληρης της ευρύτερης περιοχής». Ακόμη, κάνει γνωστό ότι «ο θρυλικός Αλή πασάς των Ιωαννίνων είχε ιδιαίτερη αγάπη στο μοναστήρι της Παναγίας. Ο σεβασμός και η αγάπη του αποδεικνύονται από τις ιστορικές επιστολές που υπάρχουν στο αρχείο της Μητροπόλεως Ιωαννίνων, στις οποίες -απευθυνόμενος προς τους κατοίκους των γειτονικών περιοχών- έκανε σαφές ότι το μοναστήρι είναι υπό την προστασία του και, μάλιστα, τους απαγόρευε να το πειράξουν, διότι θα τον έβρισκαν απέναντί τους».
Επιπροσθέτως, ο π. Θωμάς υπογραμμίζει ότι η «Κυρά Τσούκα» αποτελεί ένα από τα πιο αγαπημένα προσκυνήματα των Ηπειρωτών, με την ευλάβεια των πιστών να παραμένει ζωντανή μέσα στους αιώνες. Στην πανήγυρη της Μονής, στις 8 Σεπτεμβρίου, χιλιάδες προσκυνητές ανηφορίζουν για να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας και τα ιερά λείψανα του Αγίου Παντελεήμονος, τα οποία φυλάσσονται σε ειδική προθήκη στην είσοδο της Μονής και αποτελούν πηγή ευλογίας και παρηγοριάς.
Χαρακτηριστική της βαθιάς σχέσης των κατοίκων με τη Μονή είναι η παλαιά συνήθεια, που διατηρείται ακόμη και σήμερα, πολλοί να κάνουν τον σταυρό τους κάθε πρωί κοιτάζοντας προς την Τσούκα και να ψιθυρίζουν: «Βοήθα με, Κυρά Τσούκα». Παράλληλα, χιλιάδες είναι οι μαρτυρίες πιστών για θαυμαστές παρεμβάσεις της Παναγίας.
Στο Καθολικό της Μονής διακρίνονται ακόμη οι λεγόμενες «ζώστρες», κερωμένα σχοινιά που τοποθετούν οι πιστοί ως τάματα. Σύμφωνα με την παράδοση, όσοι ζητούν τη βοήθεια της Παναγίας περιζώνουν συμβολικά τον ναό, εκφράζοντας την πίστη και την προσδοκία τους για την εκπλήρωση της δέησής τους. Η Μονή παραμένει καθημερινά ανοιχτή στους προσκυνητές, από την ανατολή έως τη δύση του ηλίου, προσφέροντας σε όλους την ευλογία και την πνευματική ανάπαυση της Παναγίας.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”















