Τη Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2026, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων εόρτασε τη γιορτή της Σύναξης των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων, δηλαδή τη συγκέντρωση των πιστών που τιμούν τη μνήμη και των δώδεκα Αγίων Αποστόλων.
Ο αριθμός δώδεκα είναι συμβολικός και παραπέμπει στις δώδεκα φυλές, οι οποίες συγκροτούσαν το Ισραήλ· δηλαδή στα έθνη στα οποία κήρυξαν οι Απόστολοι και από τα οποία σχηματίστηκε το γένος των Χριστιανών, το βασίλειο ιεράτευμα, ενωμένο στην ενότητα της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού.
Η μνήμη τους εορτάστηκε από το Πατριαρχείο στην Ιερά Μονή των Αγίων Αποστόλων στην Τιβεριάδα, με Εσπερινό από το προηγούμενο βράδυ και Θεία Λειτουργία το πρωί. Προεξήρχε ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ. Θεόφιλος, συλλειτουργούντων του Μητροπολίτη Ναζαρέτ κ. Κυριακού, του Γέροντος Αρχιγραμματέα, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντίνης κ. Αρίσταρχου, του Πατριαρχικού Επιτρόπου Άκκρης – Πτολεμαΐδος, Μητροπολίτη κ. Μακαρίου, Αγιοταφιτών Ιερομονάχων, μεταξύ των οποίων πρώτος ήταν ο Γέρων Δραγουμάνος Αρχιμανδρίτης π. Ματθαίος, του Γραμματέα της Αγίας και Ιεράς Συνόδου Αρχιμανδρίτη π. Χριστοδούλου, του Αρχιμανδρίτη π. Αρτεμίου, Ηγουμένου Χάιφας, αραβόφωνων Πρεσβυτέρων των γειτονικών περιοχών της Γαλιλαίας, του Αρχιδιακόνου Μάρκου και του Ιεροδιακόνου π. Προδρόμου. Η χορωδία έψαλλε υπό τη διεύθυνση του Αρχιεπισκόπου Καττάρων κ. Αριστόβουλου στα ελληνικά, αραβικά και ρωσικά. Παρέστησαν επίσης η Πρέσβειρα της Ελλάδας στο Ισραήλ κ. Μάγια Σολωμού και ο κ. Μαυροειδής, ενώ συμμετείχαν στην προσευχή μοναχοί, μοναχές, πιστοί της περιοχής της Τιβεριάδας και προσκυνητές.
Προς το ευλαβές αυτό εκκλησίασμα κήρυξε τον θείο λόγο ο Πατριάρχης, ως εξής:
«Εγένετο δε εν ταις ημέραις ταύταις εξήλθεν εις το όρος προσεύξασθαι και ην διανυκτερεύων εν τη προσευχή του Θεού. Και ότε εγένετο ημέρα, προσεφώνησε τους μαθητάς αυτού, και εκλεξάμενος απ’ αυτών δώδεκα, ους και αποστόλους ωνόμασε» (Λουκ. 6,12-13), ιστορεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,
Ευλαβείς Χριστιανοί και προσκυνητές,
Η Χάρη του Αγίου Πνεύματος συγκέντρωσε όλους εμάς σε αυτόν τον ιερό τόπο της θάλασσας της Τιβεριάδας, όπου ο Ιησούς «φανερώθηκε πάλι στους μαθητές Του μετά την Ανάστασή Του» (πρβλ. Ιωάν. 21,1), για να εορτάσουμε τη Σύναξη των αγίων ενδόξων και πανευφήμων μαθητών και Αποστόλων Του, των Δώδεκα, στην επώνυμη ιερά Μονή τους.
Σε αυτούς τους δώδεκα μαθητές Του ο Ιησούς ανέθεσε την αποστολή του κηρύγματος του Ευαγγελίου, λέγοντάς τους: «Πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα, κηρύξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μάρκ. 16,15). Και τους έδωσε εξουσία κατά των ακάθαρτων πνευμάτων, καθώς «προσκαλεσάμενος τους δώδεκα μαθητάς αυτού έδωκεν αυτοίς εξουσίαν πνευμάτων ακαθάρτων, ώστε εκβάλλειν αυτά και θεραπεύειν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» (Ματθ. 10,1), κατά τον Ευαγγελιστή Ματθαίο.
Ερμηνεύοντας τα λόγια αυτά, ο Θεοφύλακτος λέει: «Βλέπε την εντολή του Κυρίου: κηρύξατε σε όλη την κτίση. Δεν είπε να κηρύξετε μόνο σε όσους πείθονται, αλλά σε όλη την κτίση, είτε πείθονται είτε όχι». Ο δε Ιερός Χρυσόστομος επισημαίνει: «Πρόσεξε και την κατάλληλη στιγμή της αποστολής· δεν τους έστειλε από την αρχή, αλλά όταν είχαν ήδη ωφεληθεί αρκετά από τη μαθητεία και είχαν δει νεκρό να ανασταίνεται, θάλασσα να ησυχάζει, δαιμόνια να εκδιώκονται, παραλυτικό να θεραπεύεται, αμαρτίες να συγχωρούνται και λεπρό να καθαρίζεται. Αφού έλαβαν επαρκή απόδειξη της δύναμής Του με έργα και λόγια, τότε τους απέστειλε».
Όσον αφορά τον αριθμό «δώδεκα», αυτός ήταν συμβολικός και αντιστοιχούσε στις δώδεκα φυλές. «Δώδεκα μαθητές εκλέγει κατά τον αριθμό των δώδεκα φυλών», λέει ο Θεοφύλακτος. Για αυτές τις δώδεκα φυλές μίλησε ο Ιησούς στους μαθητές Του, λέγοντάς τους: «Αμήν λέγω υμίν ότι υμείς οι ακολουθήσαντές μοι, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο Υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης Αυτού, καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους, κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ» (Ματθ. 19,28).
Αξιοσημείωτη είναι και η αναφορά του Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστή στην επουράνια πόλη και στο τείχος της: «Και το τείχος της πόλεως έχον θεμελίους δώδεκα και επ’ αυτών δώδεκα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του αρνίου» (Αποκ. 21,14). Και πάλι στο Βιβλίο της Αποκάλυψης ο Άγιος Ιωάννης λέει: «Και είδον ουρανόν καινόν και γην καινήν… και την πόλιν την αγίαν Ιερουσαλήμ καινήν είδον καταβαίνουσαν εκ του ουρανού από του Θεού, ητοιμασμένην ως νύμφην κεκοσμημένην τω ανδρί αυτής· και ήκουσα φωνής μεγάλης εκ του ουρανού λεγούσης· ιδού η σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων, και σκηνώσει μετ’ αυτών, και αυτοί λαός αυτού έσονται, και αυτός ο Θεός μετ’ αυτών έσται» (Αποκ. 21,1-3).
Κατά τον θείο Παύλο, η πόλη του Θεού που κατεβαίνει από τον ουρανό είναι η Εκκλησία, την οποία ο Χριστός αγάπησε «και εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αυτής, ίνα η αγία και άμωμος… ουδείς γαρ ποτέ την εαυτού σάρκα εμίσησεν, αλλ’ εκτρέφει και θάλπει αυτήν καθώς και ο Κύριος την Εκκλησίαν· ότι μέλη εσμέν του σώματος αυτού εκ της σαρκός αυτού και εκ των οστέων αυτού» (πρβλ. Εφ. 5,25-30). Τέτοια μέλη του σώματος και της σαρκός του Χριστού αναδείχθηκαν πρωτίστως οι μαθητές και Απόστολοί Του, οι οποίοι έγιναν σύσκηνοι της «σκηνής της αληθινής, την οποία έπηξε ο Κύριος και όχι άνθρωπος» (Εβρ. 8,2). Γι’ αυτό και ο υμνωδός αναφωνεί: «Υιοθετήσας τους μαθητάς σου, πριν ο φύσει Υιός, θέσει κληρονόμους έδειξας πατρικής κληρουχίας, Υπεράγαθε, και συνεδρεύειν σοι, τω Θεώ και Δεσπότη ευδόκησας».
Ο σοφός Παύλος, απευθυνόμενος προς τους Εφεσίους σχετικά με το γεγονός ότι ο Θεός ένωσε εν Χριστώ Ιησού τους εθνικούς, δηλαδή τους ειδωλολάτρες, και τους Ιουδαίους σε μία και μόνη Εκκλησία, λέει: «Ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού, εποικοδομηθέντες επί τω θεμελίω των αποστόλων και προφητών, όντος ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού, εν ω πάσα η οικοδομή συναρμολογουμένη αύξει εις ναόν άγιον εν Κυρίω· εν ω και υμείς συνοικοδομείσθε εις κατοικητήριον του Θεού εν Πνεύματι» (Εφ. 2,19-22).
Εδώ οι οικείοι του Θεού παρουσιάζονται ως ζωντανοί λίθοι που οικοδομούνται πάνω στο πνευματικό οικοδόμημα της Εκκλησίας, της οποίας ο Χριστός είναι ο ακρογωνιαίος λίθος: «Προς όν προσερχόμενοι λίθον ζώντα, υπό ανθρώπων μεν αποδεδοκιμασμένον, παρά δε Θεώ εκλεκτόν, έντιμον… διότι περιέχει εν τη Γραφή· ιδού τίθημι εν Σιών λίθον ακρογωνιαίον εκλεκτόν, έντιμον, και ο πιστεύων επ’ αυτώ ου μη καταισχυνθή» (Α΄ Πέτρ. 2,4-6), λέει ο Απόστολος Πέτρος. Κατά δε τον Ζυγαβηνό, τα θεμέλια είναι οι Απόστολοι, ως οι πρώτοι που πίστεψαν και τέθηκαν πριν από όλους στην οικοδομή της Εκκλησίας, ή το κήρυγμά τους, που είναι βάση και θεμέλιο της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και ο υμνωδός λέει: «Ο πριν φύσει Υιός, δηλαδή ο Ιησούς Χριστός, ανέδειξε κατά χάρη κληρονόμους τους μαθητές και Αποστόλους της πατρικής Του κληρονομίας».
Κατά δε τον Κλήμεντα Ρώμης, «Οι Απόστολοι μάς ευαγγελίστηκαν από τον Κύριο Ιησού Χριστό· ο Ιησούς Χριστός απεστάλη από τον Θεό. Ο Χριστός λοιπόν είναι από τον Θεό και οι Απόστολοι από τον Χριστό· και τα δύο έγιναν με τάξη, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού».
Με άλλα λόγια, αγαπητοί μου αδελφοί, οι Απόστολοι είναι η φωνή και η σφραγίδα του Κυρίου. Και αυτό διότι από τους Αποστόλους χειροτονήθηκαν οι πρώτοι Επίσκοποι, μαθητές τους, και από αυτούς οι κατά τόπους εγκατεστημένοι Επίσκοποι και Πρεσβύτεροι, και έπειτα οι κατά διαδοχή χειροτονούμενοι επίσκοποι σε συνεχή και αδιάσπαστη σειρά, ώστε όλα να γίνονται «με τάξη, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού».
Πολύ ενδιαφέρουσα στο σημείο αυτό είναι και η αναφορά στον Ιωάννη τον Απόστολο και Ευαγγελιστή, όπως μνημονεύεται από τον Ευσέβιο Καισαρείας και τον Κλήμεντα Αλεξανδρείας: «Όταν πέθανε ο τύραννος, ο Ιωάννης επέστρεψε από την Πάτμο στην Έφεσο και, κατόπιν παρακλήσεων, πήγαινε και στα γειτονικά έθνη, άλλοτε για να εγκαταστήσει επισκόπους, άλλοτε για να τακτοποιήσει ολόκληρες Εκκλησίες και άλλοτε για να διορίσει με κλήρο κάποιον από εκείνους που υποδεικνύονταν από το Πνεύμα».
Από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά ότι η πνευματική εξουσία, δηλαδή η εκκλησιαστική ιεραρχία με την αποστολική διαδοχή της, προέρχεται από τον ενανθρωπήσαντα, σταυρωθέντα και αναστάντα Χριστό. Σε Αυτόν οι Απόστολοι εγκατέστησαν άμεσα στην Εκκλησία επισκόπους και πρεσβυτέρους, οι οποίοι έλαβαν έτσι το ιερατικό «χάρισμα του Θεού διά της επιθέσεως των χειρών των Αποστόλων», όπως παραγγέλλει ο Απόστολος Παύλος στον μαθητή του Τιμόθεο: «Αναμιμνήσκω σε αναζωπυρείν το χάρισμα του Θεού, ο εστίν εν σοί διά της επιθέσεως των χειρών μου» (Β΄ Τιμ. 1,6).
Να λοιπόν γιατί οι θεοφόροι Πατέρες που συνήλθαν στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια το 325 μ.Χ. και συνέταξαν το «Σύμβολο της Πίστεως» ονόμασαν την Εκκλησία «Αποστολική».
Εμείς δε, που τιμούμε την πάνσεπτη μνήμη τους, ας πούμε μαζί με τον υμνωδό: «Εσείς, οι μαθητές του Σωτήρος, φωτίζοντας όλη την κτίση, κατακαύσατε με τα διδάγματά σας την πλάνη των ειδώλων σαν ύλη, και τα έθνη από το βάθος της αγνωσίας τα οδηγήσατε στη θεία γνώση και τα σώσατε· και τώρα πρεσβεύστε στον Χριστό, ώστε να γίνει ελεήμων προς εμάς κατά την ημέρα της κρίσεως». Αμήν. Έτη πολλά και ειρηνικά!»
Τη Θεία Λειτουργία ακολούθησε δεξίωση και πλούσια εόρτια και παραδοσιακή τράπεζα σε εστιατόριο της Τιβεριάδας, που παρέθεσε ο Ηγούμενος και Επιστάτης π. Κωνσταντίνος.
Εσπερινός από το προηγούμενο βράδυ και Θεία Λειτουργία τελέστηκαν επίσης στο Ιερό Παρεκκλήσιο των Αγίων Αποστόλων στη Γεθσημανή, από τον Ηγούμενο του Προσκυνήματος, Μητροπολίτη Ελενουπόλεως κ. Ιωακείμ, συλλειτουργούντος του Αρχιμανδρίτη π. Θαδδαίου, με τη συμμετοχή μοναχών, μοναζουσών και Ιεροσολυμιτών πιστών.
Πηγή: Πατριαρχείο Ιεροσολύμων















