του π. Ηλία Μάκου
Επίτιμος δημότης της Αυλώνας, απ’ όπου καταγόταν και στα χρόνια του αθεϊστικού διωγμού τελούσε μυστικά ακολουθίες και μυστήρια, ανακηρύχθηκε ο αείμνηστος Επίσκοπος Κοσμάς Κίριο, την Κυριακή 10 Αυγούστου.
25 χρόνια από την κοίμησή του τελέστηκε στο ναό του αγίου Θεοδώρου Αυλώνας, προς το τέλος της θείας Λειτουργίας, επιμνημόσυνη δέηση, προεξάρχοντος του Αρχιεπισκόπου Ιωάννου και συγχοροστατούντων των Μητροπολιτών Φίερι Νικολάου, Αυλώνος Άστιου, καθώς και του Επισκόπου Κρούγιας Αναστασίου.
Όπως ανέφερε ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης ο αείμνηστος Κοσμάς Κίριο “υπηρέτησε την Εκκλησία και τις διαχρονικές αξίες του Ευαγγελίου στις πιο δύσκολες στιγμές της άθεης δικτατορίας”.
Και πρόσθεσε: “Η ζωή του είναι μια ζωντανή απόδειξη ότι η πίστη και η αγάπη μπορούν να κρατήσουν την ελπίδα ζωντανή ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές άρνησης και δυσπιστίας”.
Σε ειδική τελετή το Δημοτικό Συμβούλιο ανακήρυξε “Επίτιμο Δημότη” της πόλης τον αείμνηστο Επίσκοπο Κοσμά Κίριο και την διάκριση παρέλαβε συγκινημένος ο γιος του ιερέας π. Ηλίας Κίριο.
Τελέστηκε και τρισάγιο επί του τάφου του στο χωριό του Μπίστροβα Αυλώνας.
25 χρόνια συμπληρώθηκαν από την κοίμηση (11-8-2020) του αλησμόνητου Επισκόπου Απολλωνίας Κοσμά Κίριο, που ως ιερέας τα χρόνια του διωγμού της πίστης στην Αλβανία υπήρξε μια εμβληματική φυσιογνωμία, καθώς με δύναμη καρδιάς και με κίνδυνο της ζωής του στήριζε τους Ορθοδόξους.
Την εποχή του αθεϊσμού ήταν ιερέας “εν κρυπτώ”. Μετά την εργασία του ως αμπελουργός, κυρίως βραδινές ώρες, τελούσε μυστικά βαφτίσεις και γάμους.
Μάλιστα, λέγεται, ότι οι βαπτίσεις, που έκανε, όλη την περίοδο του αθεϊστικού καθεστώτος, ανέρχονται σε εκατοντάδες ή και σε χιλιάδες
Να αναφερθεί ότι το Σάββατο 18 Ιουλίου 1998, δύο έτη πριν την κοίμησή του, ήταν μια ημέρα-σταθμός στη ζωή του π. Κοσμά Κίριο.
Αφού, προηγουμένως, η πρεσβυτέρα του έλυσε τον γάμο της μαζί του, για να αποσυρθεί στη μοναχική πολιτεία, και το ίδιο έπραξε και εκείνος, εξελέγη Επίσκοπος Απολλωνίας, Βοηθός του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου.
Νωρίτερα, βέβαια, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 είχε αξιωθεί να ζήσει την επάνοδο της θρησκευτικής ελευθερίας, που τόσο λυσσαλέα είχε πολεμηθεί στην Αλβανία, αλλά και τις πρώτες προσπάθειες αναδιοργάνωσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας από τον Πατριαρχικό Έξαρχο και στη συνέχεια Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο.
Πέντε ημέρες αργότερα, στις 23 Ιουλίου του 1998, χειροτονήθηκε στο ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Τιράνων.
Έγγαμος κληρικός, με επτά παιδιά, τρεις γιους, ένας από τους οποίους χειροτονήθηκε ιερέας και τέσσερις κόρες, δεν φοβήθηκε τη σκιά θανάτου, που σκόρπιζε το ολοκληρωτικό καθεστώς, γιατί η ιερατική του πορεία ήταν ήταν η περίφημη πορεία εκείνων της Αποκάλυψης “των ερχομένων εκ της θλίψεως της μεγάλης”, αλλά με υπομονή και δοξολογία. Έτσι δεν λύγισε μπροστά στους διώκτες του Θεού.
Η πίστη του συνδυαζόταν πάντοτε με την ψυχή του. Γι’ αυτό δεν καμπτόταν και απέναντι στις αντιξοότητες εμφανιζόταν ήρεμος και σταθερός τόσο, που φαινόταν, ότι ήταν ο Θεός μαζί του όταν πάλευε με τους τρομερούς κινδύνους, που κρέμονταν πάνω από το κεφάλι του.
Πίστευε ότι θα ξανανοίξουν οι ναοί, παρόλο, που τα χρόνια κυριαρχίας της αθεΐας, μια τέτοια εξέλιξη φάνταζε στα ανθρώπινα μάτια ακατόρθωτη.
Και παρακαλούσε το Θεό να αξιωθεί να μην πεθάνει προτού ανοίξουν. Όπως και έγινε…















