Από τον ΣΩΤΗΡΗ ΛΕΤΣΙΟ*
Με τις φλόγες του πολέμου να εξαπλώνονται διαρκώς πάνω από τα πεδία των μαχών στη Μέση Ανατολή θέτοντας σε κίνδυνο ακόμη και την παγκόσμια ειρήνη, έρχεται στην επικαιρότητα ένα γεγονός που συνδέεται με την ελληνική ιστορία και διαδραματίστηκε στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Ήταν Μάρτιος του 1826 και η Ελληνική Επανάσταση διερχόταν μέσα από μια κρίσιμη καμπή, αφού οι τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις με επικεφαλής τον Ιμπραήμ σημείωναν τη μια νίκη μετά την άλλη. Εκείνες τις τόσο αγωνιώδεις για την πατρίδα μας στιγμές παρουσιάστηκε απρόσμενα μια ευκαιρία, που έκανε πολλούς να πιστέψουν πως θα ήταν δυνατόν να ανατρέψει τη δυσμενή έως τότε πορεία της Ελληνικής Επανάστασης.
Στα τέλη του 1824 τα μέλη του νομοθετικού σώματος (Βουλευτικό) στο Ναύπλιο είχαν γίνει αποδέκτες της πρότασης εκ μέρους του εμίρη του Λιβάνου Μπεσίρ Σεχάμπε σχετικά με την ανάληψη από κοινού δράσης κατά των Οθωμανών, καθώς ο ίδιος δήλωνε διατεθειμένος να εξεγερθεί εναντίον της Υψηλής Πύλης. Στις αρχές του 19ου αιώνα παρότι ο Λίβανος τελούσε υπό οθωμανική κυριαρχία, απολάμβανε ένα καθεστώς σχετικής αυτονομίας υπό την ηγεμονία της οικογένειας Σεχάμπε. Το εμιράτο του Μπεσίρ Σεχάμπε -ο οποίος εκπροσωπούσε την κοινότητα των Δρούζων στη «Χώρα των Κέδρων»- συμπεριελάμβανε τον σημερινό Λίβανο και ένα μεγάλο μέρος της Συρίας. Το όλο σχέδιο έκανε λόγο για αποβίβαση ελληνικών δυνάμεων στις ακτές του Λιβάνου, ενώ συγχρόνως θα αναλάμβαναν δράση και τα ελληνικά πλοία που θα βομβάρδιζαν τα παράκτια οχυρά. Ο εμίρης του Λιβάνου δεσμευόταν για την αποστολή στην Πελοπόννησο ενός αξιόμαχου εκστρατευτικού σώματος αποτελούμενου από 200.000 άνδρες προς ενίσχυση των Ελλήνων. Παρόλο ότι αρχικά διατυπώθηκαν επιφυλάξεις από πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα, τα μέλη του Βουλευτικού αντιμετώπισαν θετικά το όλο σχέδιο αφού διέβλεπαν ότι προσφερόταν η δυνατότητα δημιουργίας ενός νέου μετώπου -γεγονός που θα υποχρέωνε την Τουρκία να κρατά εκεί απασχολημένες αρκετές από τις δυνάμεις της. Με απόφαση λοιπόν του Βουλευτικού συγκροτήθηκε μια ομάδα, η οποία εστάλη στο Λίβανο προκειμένου να διαπραγματευθεί απευθείας με τον Μπεσίρ. Η συνάντηση αυτή δεν απέφερε κάποιο θετικό αποτέλεσμα και το σχέδιο προσωρινά εγκαταλείφθηκε.
Το θέμα όμως ήρθε και πάλι στο προσκήνιο όταν οι οπλαρχηγοί Νικόλαος Κριεζώτης, Χατζημιχάλης Νταλιάνης και Βάσος Μαυροβουνιώτης-στους οποίους είχε γίνει γνωστή η πρωτοβουλία του εμίρη του Λιβάνου-αποφάσισαν να δράσουν αυτοβούλως και να οργανώσουν από μόνοι τους στρατιωτική επιχείρηση παρακάμπτοντας το νομοθετικό σώμα. Τον Ιανουάριο του 1826 ο πρόεδρος της Κυβέρνησης Γεώργιος Κουντουριώτης (σ.σ επικεφαλής του λεγόμενου Εκτελεστικού) διαβλέποντας ότι το εγχείρημα ήταν απολύτως ριψοκίνδυνο και θα έθετε σε άμεσο κίνδυνο τις ζωές των χριστιανών του Λιβάνου και της Συρίας, απευθύνθηκε προς τους προκρίτους της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών συμβουλεύοντάς τους να μην στηρίξουν και να μην συμβάλλουν στη μεταφορά στρατιωτικού σώματος με δικά τους πλοία.
Η προτροπή Κουντουριώτη δεν έπιασε τόπο και οι πρόκριτοι -κρίνοντας κυρίως με βάση τα συμφέροντά τους- δέχτηκαν να διαθέσουν τα πλοία τους. Το ημερολόγιο έγραφε 14 Μαρτίου 1826 όταν απέπλευσε από την Τζιά και την Ανδρο στόλος αποτελούμενος από 15 πλοία, στα οποία επέβαινε δύναμη 2.000 ανδρών. Στα αμπάρια των πλοίων είχαν αποθηκευτεί μεγάλες ποσότητες τροφίμων και πολεμοφοδίων, ενώ οι επικεφαλής είχαν συντάξει ένα συμφωνητικό μεταξύ αυτών και των πλοιοκτητών στο οποίο γινόταν λόγος για μια σειρά από διαδικαστικού τύπου θέματα όπως ήταν π.χ η κάλυψη των ζημιών στα πλοία, ο καταμερισμός των λαφύρων μετά το πέρας της αποστολής κ.α.
Η αρμάδα έφθασε στα ανοιχτά της Βηρυτού στις 17 Μαρτίου και αμέσως τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο για την κατάληψη του λιμανιού. Επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά σε δύο παραλιακούς πύργους και τους κατέλαβαν χωρίς να δεχτούν μεγάλη αντίσταση από την φρουρά. Οι δυνάμεις όμως των Οθωμανών κατάφεραν να ανασυνταχθούν γρήγορα και να αντεπιτεθούν. Το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα έχοντας μικρές απώλειες υποχρεώθηκε να συμπτυχθεί προς τις ακτές της Βηρυτού και να βρεθεί σε θέση άμυνας. Και σαν να μην έφτανε αυτό ξέσπασε μια δυνατή καταιγίδα με αποτέλεσμα τα ελληνικά πλοία -έχοντας απωλέσει τις άγκυρες- να παρασυρθούν μακριά από τις ακτές.
ΧΩΡΙΣ ΑΔΕΙΑ
Οταν μετά από τρεις ημέρες κόπασε η καταιγίδα και εμφανίστηκε ο Εμίρης Μπεσίρ με την φρουρά του, οι Ελληνες μαχητές επιχείρησαν να τον πείσουν ότι ενεργούσαν έχοντας την άδεια της ελληνικής κυβέρνησης. Ο Εμίρης ζήτησε να δει τα επίσημα έγγραφα, που θα πιστοποιούσαν την έγκριση αυτής της αποστολής. Οι επικεφαλής όμως δεν είχαν να επιδείξουν το παραμικρό. Σφόδρα ενοχλημένος ο Μπεσίρ τους διέταξε να αποχωρήσουν αμέσως από την Βηρυτό. Διαφορετικά θα τους άφηνε στο έλεος των Τούρκων και των Αράβων, ενώ θα ξεσπούσαν και διωγμοί εναντίον των χριστιανών της περιοχής. Το ελληνικό στρατιωτικό σώμα αφού επιβιβάσθηκε στα πλοία αναχώρησε από την Βηρυτό ανήμερα της 25ης Μαρτίου 1826. Η δύναμη του στόλου κατέπλευσε μετά από μια εβδομάδα στη Σύρο και αφού είχε προηγηθεί επιδρομή και πλιατσικολόγημα στα παράλια της Κύπρου, ενώ συγχρόνως είχαν επιτεθεί και σε ένα πλοίο υπό αυστριακή σημαία.
Βασισμένη σε πρόχειρους υπολογισμούς -και πιθανόν σε προσωπικές φιλοδοξίες ορισμένων προσώπων- η εκστρατεία του Λιβάνου δεν απέφερε το παραμικρό όφελος για τον Αγώνα των Ελλήνων. Το στρατιωτικό σώμα που εστάλη στα μέρη του Λεβάντε θα μπορούσε κάλλιστα να ενισχύσει εκείνη την περίοδο την άμυνα του Μεσολογγίου ενισχύοντας το ηθικό των πολιορκημένων. Το θάρρος και η λεβεντιά δεν έλειπαν από το στρατόπεδο των Ελλήνων. Δυστυχώς όμως οι αρετές αυτές επισκιάζονταν για άλλη μια φορά από το κλίμα του διχασμού και την αδυναμία συνεννόησης -στοιχεία που καταδυναστεύουν το έθνος μας ακόμη και σήμερα.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”














