Η Μονή Αναβάλλου στην Αργολίδα, αφιερωμένη στον Τίμιο Σταυρό, γιορτάζει την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για ένα σημαντικό θρησκευτικό και ιστορικό μνημείο της περιοχής, το οποίο αξίζει ιδιαίτερης προσοχής και διατήρησης.
Πανηγυρικά εορτάστηκε η εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στην Αργολίδα. Από νωρίς το πρωί της παραμονής, σε όλες τις εκκλησίες του Ναυπλίου και του Άργους, οι πιστοί πηγαίνουν τα βασιλικά, τα οποία ο ιερέας μοιράζει μετά την ακολουθία της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Το ματσάκι του βασιλικού που παίρνουν ως ευλογία από το χέρι του ιερέα συμβολίζει την εύρεση του Τιμίου Ξύλου από την Αγία Ελένη στα Ιεροσόλυμα. Ιδιαιτέρως εορτάζει την ημέρα αυτή και η Ιερά Μονή Αγίας Μακρίνας στο Κιβέρι Αργολίδος, ένα μοναστήρι στα σύνορα Αργολίδας – Αρκαδίας, πολύ αγαπητό τόσο στους κατοίκους της Αργολίδας όσο και στους Αρκάδες.
Τον Εσπερινό τέλεσε ο Μητροπολίτης Άρτης Καλλίνικος, παρουσία ιερέων της Μητροπόλεως Αργολίδος.
Ιστορικό της Εορτής
Ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν ο πρώτος από τους βασιλείς της Ρώμης που δέχτηκε τον χριστιανισμό. Όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τα πολυάριθμα στρατεύματα του Μαξεντίου έξω από τη Ρώμη, στον ποταμό Τίβερη, αισθάνθηκε φόβο και αμηχανία, διότι τα δικά του στρατεύματα ήταν πολύ λιγότερα.
Ένα μεσημέρι, καθώς περπατούσε με τους αρχιστρατήγους του και ήταν προβληματισμένος για την έκβαση του πολέμου, εμφανίστηκε ξαφνικά ψηλά στον ουρανό ένας Σταυρός σχηματισμένος από αστέρια, γύρω από τον οποίο υπήρχε η φράση: «Κωνσταντίνε, ἐν τούτῳ νίκα». Δηλαδή: «Κωνσταντίνε, με τη δύναμη αυτού του σημείου (του Σταυρού) θα νικήσεις».
Την ίδια νύχτα, ο Μέγας Κωνσταντίνος είδε όραμα τον Ιησού Χριστό, που τον πρόσταζε να κατασκευάσει μία σημαία με το σχήμα του Σταυρού και να την κρατούν μπροστά από τα στρατεύματά του. Ο Κωνσταντίνος υπάκουσε και, με τον Σταυρό ως σημείο, νίκησε τον Μαξέντιο. Έτσι γνώρισε τη δύναμη του Σταυρωθέντος Χριστού και πίστεψε σε Αυτόν.
Έπειτα, έστειλε τη μητέρα του, την Αγία Ελένη, στα Ιεροσόλυμα για να ανακαλύψει τον Τάφο του Κυρίου και τον Τίμιο Σταυρό, που οι Ιουδαίοι είχαν θάψει για να εξαφανίσουν κάθε ίχνος της ιστορίας του Χριστού.
Μετά από έρευνα και δέηση, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Μακάριος πληροφορήθηκε με θεία αποκάλυψη ότι ο Σταυρός βρισκόταν κάτω από ναό της Αφροδίτης. Η Αγία Ελένη έσκαψε εκεί και βρήκε τον Πανάγιο Τάφο, τους τρεις σταυρούς και τα καρφιά.
Για να αναγνωρίσουν ποιος ήταν ο Σταυρός του Κυρίου, έφεραν μια βαριά άρρωστη γυναίκα. Όταν ακούμπησαν επάνω της τους σταυρούς των ληστών, δεν έγινε τίποτα. Όταν όμως πλησίασαν τον Σταυρό του Κυρίου, η γυναίκα θεραπεύτηκε αμέσως. Έτσι αναγνωρίστηκε το Τίμιο Ξύλο.
Ο λαός ζητούσε να προσκυνήσει, αλλά λόγω του μεγάλου πλήθους αυτό ήταν αδύνατο. Γι’ αυτό ο Πατριάρχης Μακάριος ανέβηκε σε άμβωνα και ύψωσε τον Σταυρό, ώστε όλοι να τον βλέπουν και να αναφωνούν «Κύριε, ἐλέησον». Από τότε καθιερώθηκε στην Εκκλησία μας η εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Η Αγία Ελένη μετέφερε τον Σταυρό στην Κωνσταντινούπολη, αφήνοντας όμως τμήμα του στα Ιεροσόλυμα.
Ο Σταυρός είχε ύψος 4,50 μ. και πλάτος 2,40 μ. Σύμφωνα με τον Παυλίνο, αν και διαμοιραζόταν σε πιστούς σε μικρά τεμάχια, δεν ελαττωνόταν ποτέ. Τα καρφιά του Κυρίου ξεχώριζαν από εκείνα των ληστών, καθώς δεν είχαν σκουριάσει, ενώ των ληστών ήταν φθαρμένα.
Όσο για τον βασιλικό: χρησιμοποιείται στον αγιασμό επειδή, σύμφωνα με την παράδοση, στον τόπο του Γολγοθά, εκεί όπου βρέθηκε ο Τίμιος Σταυρός, φύτρωνε πάντοτε βασιλικός, ακόμη κι όταν οι ειδωλολάτρες προσπαθούσαν να τον ξεριζώσουν.















