Από τον ΓΙΑΝΝΗ ΖΑΝΝΗ*
Διακόσια χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τότε που γράφτηκε η πιο ένδοξη και ηρωική σελίδα στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως και μία από τις ενδοξότερες σε όλη τη διαδρομή της Ιστορίας μας. Ο λόγος, για την Εξοδο του Μεσολογγίου, ένα γεγονός που επρόκειτο να συγκλονίσει τους λαούς της Ευρώπης και της Αμερικής και να οδηγήσει στην επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων και εν τέλει στην ανεξαρτησία της Ελλάδος.
Οπως είχε επισημάνει ο Γ. Αθανασιάδης-Νόβας σε πανηγυρικό λόγο του το 1976, για τα 150 χρόνια (τότε) από την επέτειο της Εξόδου, ανώτατο χαρακτηριστικό της ιστορικής μας δράσης και της καθολικής μορφής των εθνικών μας πεπρωμένων, είναι το γεγονός ότι, υπεράνω του ιστορικού στίβου υψώνονται ως μέγιστο επίτευγμα, όχι επιθετικές ενέργειες ή κατακτήσεις, αλλά σταθερές και αποφασιστικές άμυνες για την Πατρίδα, τους τάφους των προγόνων, την Ελευθερία. Και επιπλέον, υπενθυμίζει ότι οι κορυφαίες στιγμές της Ιστορικής μας διαδρομής, που η μνήμη τους δονεί τις συνειδήσεις των Ελλήνων, δεν είναι οι στιγμές της Νίκης, αλλά της θυσίας, «πτώσεις», όχι εκπορθήσεις. Αλλά «πτώσεις» που εν τέλει υπερέχουν σε δέος, σε δίδαγμα, σε αίσθηση του χρέους, από κάθε εξορμητική προσταγή, από κάθε νικητήρια ιαχή: Θερμοπύλες, Κωνσταντινούπολη, Μεσολόγγι. Και, θα προσθέταμε ως συνέχεια στη «χρυσή ατελεύτητη γραμμή», το ΟΧΙ του ’40, την εποποιΐα των οχυρών, τον ηρωικό θάνατο του Αυξεντίου στα Σπήλια, τον Σολωμού στην Κύπρο που έπεσε το 1996 προσπαθώντας να ξηλώσει το σύμβολο των κατακτητών…
Οταν ο Ιμπραήμ Πασάς ζήτησε από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους να του παραδώσουν την πόλη και τα όπλα τους, η γραπτή τους απάντηση ήταν: «Δὲν ἐλπίζαμε ποτὲ νὰ σᾶς ἀπεράση μιὰ τέτοια φαντασία ὁποὺ ὀκτὼ χιλιάδες ἅρματα αἱματωμένα νὰ τὰ ζητήσετε νὰ σᾶς τὰ δώσωμε μὲ τὰ χέρια μας, τὰ ὁποῖα ἅρματα συμφωνοῦν μὲ τὴν ζωήν. Ὅθεν, καθὼς βλέπομεν τὸν σκοπόν σας καὶ τὴν ἀπόφασιν ὁποὺ ἔχομεν ἡμεῖς, θὰ γίνη ὅ,τι ἀποφάσισεν ὁ Θεός, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ ἠξεύρετε οὔτε ἡ Ὑψηλότης σας οὔτε ἡμεῖς καὶ ἂς γίνη τὸ θέλημα, τοῦ Θεοῦ».
Μια απάντηση που είναι η ο επόμενος κρίκος στην αλυσίδα, η ιστορική συνέχεια του «Μολὼν Λαβέ!» του Λεωνίδα και του «τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὐτ’ ἐμὸν ἐστίν, οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ. Κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καί, οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν», του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.
ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ
Γνωρίζοντας καλά η Πύλη τη στρατηγική θέση του Μεσολογγίου, της «πύλης της Χερσονήσου», όπως ονομαζόταν εκείνη την εποχή, έστειλε πρώτα τον Ομέρ Βρυώνη να την καταλάβει, το 1822. Η προσπάθεια εκείνη ναυάγησε, αλλά το 1825 ακολούθησε δεύτερη και πολύ καλύτερα οργανωμένη πολιορκία της πόλεως, με επικεφαλής τον Μεχμέτ Ρεσίτ Πασά (γνωστότερο ως Κιουταχή).
Και πάλι η ηρωική αντίσταση των πολιορκημένων, συνεπικουρούμενη και από τις γεωμορφολογικές ιδιομορφίες της περιοχής (τα ρηχά νερά της λιμνοθάλασσας) και τον ανεφοδιασμό τους από τον Μιαούλη, δυσχέραινε τις προσπάθειες των Τούρκων και καθιστούσε αδύνατη την κατάληψή του. Ολα όμως άλλαξαν όταν οι δυνάμεις των πολιορκητών ενισχύθηκαν με τα στρατεύματα του Ιμπραήμ.
Οι νέες προσπάθειες ανεφοδιασμού απέτυχαν, στρατηγικές νησίδες της λιμνοθάλασσας, όπως ο Ντολμάς και το Βασιλάδι, καταλήφθηκαν από τους Τούρκους, η πείνα και η έλλειψη νερού μαστίζουν το Μεσολόγγι. Γράφει ο ιστορικός της Εξόδου Νικόλαος Κασομούλης, διεκτραγωδώντας τη κατάσταση που επικρατούσε: «…Μετά τα αρμυρίκια, τους σκύλους, τις γάτες και τα ποντίκια σειρά έχουν οι ίδιοι οι άνθρωποι».
ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ
Η κοινή γνώμη στην Ευρώπη και την Αμερική, παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τον υπεράνθρωπο και άνισο αγώνα των υπερασπιστών του Μεσολογγιού:
Στὴν πεισμωμένη μάχη
σφόδρα σκιρτοῦν μακριὰ πολὺ τὰ πέλαγα κι οἱ βράχοι,
καὶ τὰ γλυκοχαράματα, καὶ μὲς στὰ μεσημέρια,
κι ὅταν θολώσουν τὰ νερά, κι ὅταν ἐβγοῦν τ᾿ ἀστέρια.
Φοβοῦνται γύρου τὰ νησιά, παρακαλοῦν καὶ κλαῖνε,
κι οἱ ξένοι ναύκληροι μακριὰ πικραίνονται καὶ λένε:
«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, σπαθὶ Τουρκιᾶς, μολύβι,
πέλαγο μέγα βράζ᾿ ὁ ἐχθρὸς πρὸς τὸ φτωχὸ καλύβι,
θα γράψει με συγκίνηση ο Διονύσιος Σολωμός στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του.
Κι εκείνοι, συνεχίζουν να αντιστέκονται ανυποχώρητα, όπως περιγράφει ο στίχος του ποιητή Ν. Ορφανίδη:
«Ὅλου τοῦ κόσμου τὰ δεινὰ ἐν μέσῳ τῶν αἰώνων,
τὴν πόλιν νέμονται, θυμός,
γυμνότης, νόσημα, λιμός,
ὁ φόβος λείπει μόνον».
Ακόμη πιο παραστατικός βέβαια είναι ο εθνικός μας ποιητής, περιγράφοντας τα δεινά «Ελεύθερων Πολιορκημένων»: Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπὴ στὸν κάμπο βασιλεύει· Λαλεῖ πουλί, παίρνει σπειρί, κ᾿ ἡ μάνα τὸ ζηλεύει. Τὰ μάτια ἡ πείνα ἐμαύρισε· στὰ μάτια ἡ μάνα μνέει· Στέκει ὁ Σουλιώτης ὁ καλὸς παράμερα, καὶ κλαίει: «Ἔρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ᾿ ἔχω ῾γὼ στὸ χέρι; Ὁποῦ σὺ μοῦ ’γινες βαρὺ κι ὁ Ἀγαρηνὸς τὸ ξέρει.»
Οι αγωνιστές, μη έχοντας άλλη λύση, αποφασίζουν την ηρωική Έξοδο. Είχε καταστρωθεί πλήρες σχέδιο για το πώς θα ενεργούσε η κάθε μια από τις φάλαγγες που θα εξέρχονταν, με αρχηγούς τους Νότη Μπότσαρη, Κίτσο Τζαβέλλα και Δημήτριο Μακρή, ενώ αναμένονταν και ενισχύσεις από τη Δερβέκιτσα και τον Αη Συμιό. Οι πολεμιστές, μεταξύ των οποίων και γυναίκες με αντρικά ρούχα, που κρατούσαν στην αγκαλιά τους τα ναρκωμένα με όπιο παιδιά τους, αποφασίζουν να επιχειρήσουν την Εξοδο στις 10 Απριλίου 1826, το Σάββατο του Λαζάρου, ξημερώματα της Κυριακής των Βαΐων.
Απαράμιλλα εξυμνεί τις συγκλονιστικές εκείνες στιγμές ο Διονύσιος Σολωμός: Στὰ μάτια καὶ στὸ πρόσωπο φαίνονται οἱ στοχασμοί τους· Τοὺς λέει μεγάλα καὶ πολλὰ ἡ τρίσβαθη ψυχή τους. Ἀγάπη κι ἔρωτας καλοῦ τὰ σπλάχνα τους τινάζουν. Τὰ σπλάχνα τους κι ἡ θάλασσα ποτὲ δὲν ἡσυχάζουν·/ Γλυκιὰ κι ἐλεύθερ᾿ ἡ ψυχὴ σὰ νά῾τανε βγαλμένη, Κι ὑψῶναν μὲ χαμόγελο τὴν ὄψη τὴ φθαρμένη.
Η ΘΥΣΙΑ
Οι αναμενόμενες ενισχύσεις δεν έφτασαν ποτέ. Οι Τούρκοι δεν αιφνιδιάστηκαν. Το σχέδιο είχε προδοθεί, μάλλον από κάποιον αιχμάλωτο που δραπέτευσε. Και όταν οι φάλαγγες των πολιορκημένων όρμησαν καταπάνω στις δυνάμεις των πολιορκητών, τη στιγμή που «Εἶν᾿ ἕτοιμα στὴν ἄσπονδη πλημύρα τῶν ἁρμάτων δρόμο νὰ σχίσουν τὰ σπαθιά, κι ἐλεύθεροι νὰ μείνουν ἐκεῖθε μὲ τοὺς ἀδελφούς, ἐδῶθε μὲ τὸ χάρο», ακούστηκε μια κραυγή άγνωστης προέλευσης: «Πίσω, στις ντάπιες σας!». Στη σύγχυση που ακολούθησε, η μάχη πήρε τη μορφή μιας ανελέητης σφαγής.
Η Κυριακή των Βαΐων, που ξημέρωνε, λέει ο Αθανασιάδης – Νόβας, βρήκε τα Βάγια της Εισόδου του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα να συσσωρεύονται στις νεκρόσπαρτες παρυφές του Μεσολογγιού.
ΔΥΟ ΑΝΑΤΙΝΑΞΕΙΣ
Ο επίλογος γράφτηκε με τις δυο ανατινάξεις των πυρομαχικών, η μία στο σπίτι του δημογέροντα Χρήστου Καψάλη, μέσα στην πόλη, αμέσως μετά την είσοδο των Τούρκων. Η δεύτερη, την επομένη, ξημερώματα της Μ. Δευτέρας, στον ανεμόμυλο με πρωταγωνιστή τον επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ. Τις τελευταίες αυτές πράξεις του δράματος, εξυμνεί η γραφίδα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη: Στὸν τάφο του κλεισμένο τὸ Μισολόγγι σκέλεθρο, γυμνό, ξεσαρκωμένο, δὲν παραδίδει τ’ ἄρματα, δὲ γέρνει τὸ κεφάλι… Κρατεῖ γιὰ νεκροθάφτη του τὸν Χρήστο τὸν Καψάλη, τὸ ράσο τοῦ Δεσπότη του φορεῖ γιὰ σάβανό του, καὶ φλογερὸ μετέωρο πετᾶ στὸν οὐρανό του καὶ θάφτεται ὁλοζώντανο… Στὸ διάβα του τρομάζουν τ’ ἀστέρια ποὺ τὸ κύτταζαν, καὶ ταπεινά μεριάζουν.
Τη Μεγάλη Τετάρτη η είδηση έφτασε στο Ναύπλιο. Κάποιοι από τα μέλη της Εθνικής Συνελεύσεως πρότειναν να απευθυνθούν στον εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβη της Αγγλίας προκριμένου να διαμεσολαβήσει για συμβιβαστική λύση. Στην ηττοπαθή εκείνη απόφαση αντιτάχτηκαν και εν τέλει ματαίωσαν οι Στρατιωτικοί, προεξαρχόντων του Κολοκοτρώνη και του Δημητρίου Υψηλάντη. Ο Υψηλάντης κατέθεσε εγγράφως την αντίθεσή του. Το κείμενό του κατέληγε ως εξής: «Σᾶς φοβίζει ἡ πτῶσις τοῦ Μεσολογγίου; Ἀφιερωθεῖτε, ὡς εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἀγῶνος, εἰς τὴν χαρακτηριστικὴν ἐνέργειαν καὶ τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Τὸ στῆθος κάθε Ἕλληνος ἂς γίνη δεύτερον Μεσολόγγι!» Και πραγματικά, αυτό έγινε. «Τὸ χάσμα π’ ἄνοιξε ὁ σεισμός, εὐθὺς ἐγέμισε ἄνθη». Ρίγη συγκινήσεως διέτρεξαν τους Έλληνες, όταν έφτασαν στο Ναύπλιο οι εναπομείναντες της Φρουράς του Μεσολογγίου. Το Γένος στάθηκε και πάλι όρθιο.
ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ
Αλλά και ο αντίκτυπος στην Ευρώπη και την Αμερική ήταν τεράστιος. Αρκεί να αναφέρουμε μόνο δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις: Στο Παρίσι, μεσάνυχτα συγκεντρώθηκε πλήθος φοιτητών έξω από τα ανάκτορα, καλώντας τον βασιλιά Κάρολο Ι΄ να πάρει θέση. Κι εκείνος, βγήκε στο μπαλκόνι των Ανακτόρων και αναφώνησε: «Ζήτω οι Έλληνες! Θα τους ακολουθήσουμε στην Κωνσταντινούπολη!» Ακόμα και ο φιλότουρκος Καγκελάριος Μέττερνιχ, όταν λίγο αργότερα του ζητήθηκε να συνδράμει η Ιερά Συμμαχία στρατιωτικά την Τουρκία, απάντησε: «Μετά το Μεσολόγγι, κάτι τέτοιο είναι αδύνατον».
ΘΕΛΕΙ ΑΡΕΤΗΝ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗΝ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Η Εξοδος του Μεσολογγίου, ήταν αναμφισβήτητα το απαύγασμα του ηρωικού αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία τους, φωτεινό παράδειγμα για τις μελλούμενες γενιές, όχι μόνο των Ελλήνων, αλλά και όλων των ελευθέρων ανθρώπων. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, σε κάποια ομιλία του, καλούσε όλους τους Ελληνες να «διατηρήσουν ηθική συγγένεια με τους Μεσολογγίτες» και να «συνδιαλλαγούν» μαζί τους. Οι Μεσολογγίτες δεν δραπέτευσαν. Θυσιάστηκαν αυτοπροαιρέτως, με πλήρη συνείδηση των πεπραγμένων τους. Πέθαναν «για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδας την Ελευθερία». Εδειξαν σε ολόκληρο τον κόσμο εμπράκτως τι σημαίνει ο στίχος του Κάλβου «θέλει ἀρετὴν καὶ τόλμην ἡ ἐλευθερία», «τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δὲ ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον κρίναντες», κατά τον λόγο του μεγάλου Αθηναίου πολιτικού ηγέτη στον «Επιτάφιό» του, όπως μας τον διασώζει ο Θουκυδίδης. Στην αλληλοδιαδοχή των αιώνων, στο πέρασμα της Ιστορίας, η Εξοδος του Μεσολογγίου θα παραμένει εσαεί υπόδειγμα φιλοπατρίας, αυτοθυσίας, αντίστασης σε κάθε μορφή υποδούλωσης, αξιοπρέπειας και παλληκαριάς.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”














