Ομιλία με έντονο εκκλησιολογικό, θεσμικό και γεωπολιτικό αποτύπωμα απηύθυνε ο Ευάγγελος Βενιζέλος προς τον Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, στην εκδήλωση της Αδελφότητα Οφφικιαλίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου «Παναγία η Παμμακάριστος» που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, στο ξενοδοχείο Electra Palace Thessaloniki, το βράδυ της 31ης Ιανουαρίου 2026.
Απευθυνόμενος στον Παναγιώτατο, ο κ. Βενιζέλος ευχαρίστησε για την πρόσκληση και τα λόγια που προηγήθηκαν, σημειώνοντας: «Σας ευχαριστώ θερμά για τα γενναιόδωρα λόγια που είπατε για την ταπεινότητά μου προηγουμένως… όπως ευχαριστώ και το Διοικητικό Συμβούλιο της Αδελφότητας… για την ομόφωνη αποδοχή της πρότασης αυτής».
Ο ομιλητής ανέφερε ότι κλήθηκε να τοποθετηθεί για «τη μαρτυρία του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν μέσω των σύγχρονων γεωπολιτικών εξελίξεων και προκλήσεων», ωστόσο πρόσθεσε πως «η ομιλία μου κατέστη ήδη περιττή μετά το όσα είπε η Α.Θ.Π ο Οικουμενικός Πατριάρχης στη δική Του προσφώνηση και μετά το ψήφισμα της Αδελφότητας».
Στο ίδιο πλαίσιο έκανε μνεία και σε πρόσφατη δημόσια παρέμβαση του Πατριάρχη, λέγοντας ότι είχε προηγηθεί «μια βαρυσήμαντη συνέντευξη… στην οποία δόθηκε η απάντηση με γλαφυρό αλλά και αυστηρό τρόπο, με τον τίτλο “Σιγά μη φοβηθώ”».
Ο κ. Βενιζέλος περιέγραψε τους Άρχοντες ως «παραστάτες του Οικουμενικού Θρόνου» και χαρακτήρισε το Πατριαρχείο ως θεσμό με ιδιαίτερη αυτοσυνείδηση, χρησιμοποιώντας μια χαρακτηριστική εικόνα:
«Ο Οικουμενικός Θρόνος… είναι ένας θεσμός αποφατικός. Είναι όπως η φλεγόμενη βάτος. Φλέγεται αλλά δεν καίγεται».
Στην ίδια ενότητα υπογράμμισε τη διττή υπόσταση του Φαναρίου, ως «ταπεινό… μειονοτικό» αλλά ταυτόχρονα «λαμπρό κέντρο της Ορθοδοξίας», τονίζοντας ότι «φέρει ένα βαρύ προνόμιο, το πρωτείο της διακονίας».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην κανονική λειτουργία του θεσμού, επισημαίνοντας: «Ο Οικουμενικός Πατριάρχης… έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να είναι το ultimum remedium για την Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς ενώπιον Του ασκείται το έκκλητον».
Σκιαγραφώντας το εύρος των προκλήσεων, ο ομιλητής ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο ο Οικουμενικός Θρόνος «γνωρίζει να κινείται με θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στην αυστηρότητα και την οικονομία», ενώ έκανε ειδική μνεία στη σύγχρονη ανθρωπολογική διάσταση των εξελίξεων:
«Ιδίως τώρα που ζούμε τη μεγάλη πρόκληση της Τεχνητής Νοημοσύνης… δεν είναι μία πρόκληση μόνο τεχνολογική, αλλά είναι μία πρόκληση γεωπολιτική… και είναι ένα ολοκληρωμένο και άκρως επικίνδυνο και αποτελεσματικό οπλικό σύστημα».
Παράλληλα τόνισε ότι η μαρτυρία του Πατριαρχείου εκφράζεται έμπρακτα μέσα από πρωτοβουλίες και θεσμικές επιλογές, όπως «η οικολογική θεολογία… σε σχέση με την οικολογική ευαισθησία και την κλιματική κρίση», αλλά και μέσα από τη συνοδική εμπειρία: «Όλα αυτά γίνονται Συνοδικά, μετά διακρίσεως, με πόνο και με μνήμη».
Σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές αποστροφές του, ο κ. Βενιζέλος συνέδεσε το κριτήριο του Οικουμενικού Θρόνου για τη διεθνή πραγματικότητα με το λειτουργικό ήθος της Εκκλησίας: «Η “στρατηγική” του Οικουμενικού Πατριαρχείου… περιλαμβάνεται στο κείμενο της Θείας Λειτουργίας του Ιωάννου του Χρυσοστόμου… “υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου, ευσταθείας των αγίων του Θεού Εκκλησιών και της των πάντων ενώσεως”».
Και κατέληξε ότι η επιμονή στον διάλογο, η αντίσταση στον φονταμενταλισμό και η διάκριση μεταξύ αυτοκεφαλίας και εθνοφυλετισμού συνθέτουν «το τρίπτυχο της διεθνούς πολιτικής του Οικουμενικού Θρόνου», «θεολογικά θεμελιωμένο» και «πολιτικά… απολύτως επίκαιρο και έγκυρο».
Στο κλείσιμο της ομιλίας του, υπογράμμισε ως ιδιαίτερο πλεονέκτημα του Πατριαρχείου τη ματιά στον «μακρότατο ιστορικό χρόνο» και τη «θεολογική αίσθηση του χρόνου», σημειώνοντας ότι έτσι «θα ανταπεξέλθει με πραότητα, με ηρεμία… στις προκλήσεις αυτές που θα παρέλθουν όπως παρήλθαν και πολλές άλλες προηγουμένως».
Διαβάστε ολόκληρη την ομιλία ΕΔΩ














