«Πέρασε» από τη Βουλή της Εσθονίας (Riigikogu) το νομοσχέδιο που εισηγήθηκε η κυβέρνηση, και στόχο έχει να αποκόψει την Εσθονική Ορθόδοξη Εκκλησία από το Πατριαρχείο Μόσχας.
Συγκεκριμένα, το νομοσχέδιο αφορά στην «πρόληψη της εργαλειοποίησης θρησκευτικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στην Εσθονία για την υποκίνηση μίσους ή βίας».
Υπέρ του νομοσχεδίου ψήφισαν 60 μέλη του Riigikogu, ενώ 13 ψήφισαν κατά.
Στην επεξηγηματική σημείωση αναφέρεται ότι η Εσθονία υποστηρίζει τη θρησκευτική ελευθερία, αλλά το κράτος πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τις προκλήσεις που απειλούν την ασφάλεια του κράτους και της κοινωνίας.
Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, θα απαγορευτεί σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που βρίσκονται στο εξωτερικό και έχουν σημαντική επιρροή να διοικούν εσθονικές θρησκευτικές ενώσεις, εάν αποτελούν απειλή για την ασφάλεια, τη συνταγματική τάξη ή τη δημόσια τάξη, καθώς και εάν υποστηρίζουν στρατιωτική επιθετικότητα ή καλούν σε πόλεμο.
Αφού τεθεί σε ισχύ ο νόμος, οι θρησκευτικές οργανώσεις θα πρέπει να τροποποιήσουν τα καταστατικά τους και να αλλάξουν τη σύνθεση των διοικητικών τους συμβουλίων εντός δύο μηνών.
Αυτό σημαίνει ότι η Εσθονική Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία θα πρέπει να διακόψει τους δεσμούς της με το Πατριαρχείο της Μόσχας.
«Θα διασφαλίσουμε περαιτέρω τη θρησκευτική ελευθερία, καθώς και το γεγονός ότι στο μέλλον δεν θα υπάρχει δυνατότητα χρήσης της θρησκείας εναντίον του κράτους και του λαού μας. Στην αλλαγμένη κατάσταση ασφαλείας, οι δομές που λειτουργούν στην Εσθονία δεν έχουν άλλη επιλογή από το να διακόψουν τους δεσμούς με το Πατριαρχείο της Μόσχας και να αποστασιοποιηθούν από τις αφηγήσεις και την επιρροή του Κρεμλίνου», δήλωσε ο Υπουργός Εσωτερικών της Εσθονίας Igor Taro.
Σύμφωνα με τον Υπουργό Εσωτερικών, το σχέδιο νόμου αποσαφηνίζει τους όρους που σχετίζονται με τη διοικητική διαχείριση των θρησκευτικών ενώσεων, καθώς και τυχόν οικονομική εξάρτηση από θρησκευτικούς οργανισμούς που συνδέονται ή συνεργάζονται με κυβερνήσεις εχθρικών κρατών.
Τι αναφέρει η Ορθόδοξη Εκκλησία της Εσθονίας (Οικουμενικό Πατριαρχείο)
Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Εσθονίας (EAÕK) σε ανακοίνωσή της τονίζει ότι η ειρήνη και η αγάπη αποτελούν τα θεμέλια της χριστιανικής δράσης και καλεί όλα τα εμπλεκόμενα μέρη — το κράτος και τους εκπροσώπους του, τον κλήρο και τις ενορίες τόσο της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Εσθονίας όσο και της Εσθονικής Χριστιανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (EKÕK, πρώην MPEÕK), καθώς και τις εκκλησίες-μέλη του Συμβουλίου Εκκλησιών της Εσθονίας — να επιδιώξουν τη συνεργασία και την αμοιβαία κατανόηση.
Στόχος είναι να διασφαλισθεί ότι η Εσθονία θα γίνει ένας ασφαλέστερος τόπος για όλους τους κατοίκους της, διατηρώντας παράλληλα την ελευθερία της θρησκείας και τον σεβασμό προς τις διάφορες θρησκευτικές παραδόσεις.
Η EAÕK περιλαμβάνει ενορίες που ακολουθούν τόσο τις εσθονικές όσο και τις ρωσικές ορθόδοξες παραδόσεις. Οι περισσότερες ενορίες χρησιμοποιούν την εσθονική γλώσσα στις λειτουργίες και άλλες ιερές ακολουθίες, αλλά υπάρχουν επίσης ενορίες που χρησιμοποιούν κυρίως την εκκλησιαστική σλαβονική, παράλληλα με κάποια χρήση της εσθονικής.
Η τροποποίηση του νόμου δεν απαιτεί αλλαγή της λειτουργικής παράδοσης, πόσο μάλλον «μεταστροφή» της πίστης, όπως έχουν υποστηρίξει ορισμένοι επικριτές. Η κύρια πρόθεση της τροποποίησης είναι να αποτραπεί η επιρροή εχθρικών κρατών ή εξτρεμιστικών οργανώσεων μέσω θρησκευτικών σωμάτων, ενισχύοντας έτσι την ασφάλεια της χώρας μας.
Ο Μητροπολίτης κ. Στέφανος της EAÕK έχει προσφέρει στην Εσθονική Χριστιανική Ορθόδοξη Εκκλησία (EKÕK, πρώην MPEÕK) τη δυνατότητα καθεστώτος επισκοπής, εφόσον διακόψει τη σχέση υποταγής με τη Μόσχα.
Σε αυτή την περίπτωση, η επισκοπή θα αποτελεί μια ανεξάρτητη εκκλησιαστική μονάδα, με τον ανώτερο Επίσκοπό της να αναγνωρίζει τον Μητροπολίτη της EAÕK και να παραμένει σε κοινωνία με την παγκόσμια Ορθόδοξη Εκκλησία μέσω αυτού. Κατά τα άλλα, η επισκοπή θα διατηρεί τις δικές της παραδόσεις, θα χρησιμοποιεί την εκκλησιαστική σλαβονική και θα διαχειρίζεται ανεξάρτητα την εσωτερική της ζωή.
Η αλλαγή του νόμου συμβάλλει επίσης στην αποκατάσταση της κατάστασης που υπήρχε στην Εσθονία πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν άνθρωποι διαφορετικών εθνικοτήτων υπηρετούσαν μαζί με αρμονία και αδελφική αγάπη σε μια ενιαία Ορθόδοξη Εκκλησία που ανήκε κανονικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ιστορικά, η Εσθονία αποτελούσε μέρος της επικράτειας του Οικουμενικού Πατριαρχείου — εκτός από τις περιόδους που η Ρωσία κατέκτησε την Εσθονία και την ενσωμάτωσε.
Καθοδηγούμαστε σε αυτή τη διαδικασία αναζήτησης αρμονίας από τα λόγια της Αγίας Γραφής:
«Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, διότι αυτοί θα ονομαστούν υιοί Θεού.» (Κατά Ματθαίον 5:9)
Και επίσης από την προτροπή του Αποστόλου Παύλου, η οποία είναι ιδιαίτερα σχετική στον σημερινό κόσμο:
«Με αδελφική αγάπη να είστε φιλόστοργοι μεταξύ σας· με τιμή να προλαμβάνετε ο ένας τον άλλον.» (Προς Ρωμαίους 12:10)
Τώρα, καθώς πλησιάζουμε στη Μεγάλη Εβδομάδα, η οποία πνευματικά μας οδηγεί στην Ανάσταση μέσω της θεσμοθέτησης του Μυστικού Δείπνου, της προδοσίας και της σύλληψης του Ιησού, και της Σταύρωσης, είναι σκόπιμο να φέρουμε στο προσκήνιο την αληθινή ουσία της χριστιανικής πίστης: «Να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου.» (Κατά Μάρκον 12:31)
Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Εσθονίας καλεί όλα τα μέρη να προσεγγίσουν αυτό το ζήτημα με ηρεμία και κατανόηση, ώστε μαζί να δημιουργήσουν μια ασφαλέστερη και πιο ενωμένη Εσθονία. Το θέμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας αφορά περίπου το ένα δέκατο του πληθυσμού της Εσθονίας, μερικοί από τους οποίους ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Εσθονίας και άλλοι στην Εσθονική Χριστιανική Ορθόδοξη Εκκλησία.
Μετάφραση: Ιωάννα Γεωργακοπούλου














