Η Μονή του Οσίου Λουκά κοντά στην αρχαία Στείριδα ήταν πνευματικό στήριγμα για τους αγωνιστές του ‘21, ενώ εκεί φυλάσσονται πολλά ιστορικά κειμήλια
Από τον ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΣΠΥΡΟΥ
Με αφορμή την ιερά μνήμη του Οσίου Λουκά του Στειριώτη, που εορτάστηκε στις 7 Φεβρουαρίου, η σκέψη και η καρδιά στρέφονται σε ένα από τα σπουδαιότερα βυζαντινά μνημεία του 11ου αιώνα και ζωντανό θησαυροφυλάκιο πίστης, ιστορίας και τέχνης. Ο λόγος για την Ιερά Μονή του Οσίου Λουκά πλησίον της αρχαίας Στείριδας. Χτισμένη σε υψόμετρο περίπου 450 μέτρων, σε μια ειδυλλιακή πλαγιά στις δυτικές παρυφές του Ελικώνα. Το τοπίο, που αποπνέει ηρεμία και φυσική αρμονία, αναδεικνύει με ξεχωριστό τρόπο τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια του μνημείου. Στον ιερό αυτό τόπο, όπου η ασκητική μορφή του Οσίου σφράγισε την πορεία των αιώνων, φυλάσσονται πολύτιμα ιερά κειμήλια που μαρτυρούν όχι μόνο τη θαυματουργική παρουσία του Αγίου, αλλά και τον καθοριστικό ρόλο της Μονής στους πνευματικούς και εθνικούς αγώνες του Γένους.
«Η Μονή του Οσίου Λουκά ιδρύθηκε το 946 μ.Χ. από τον Όσιο Λουκά τον Στειριώτη. Μετά από χρόνια περιπλανήσεως, ο Όσιος επέλεξε τον συγκεκριμένο χώρο και τελικά, με έξοδα και δαπάνες του στρατηγού Πόθου, ξεκίνησε η ανέγερση του πρώτου ναού της Παναγίας» αναφέρει στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» ο Καθηγούμενος της Μονής, Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ Παυλίδης. Ως προς τα αρχιτεκτονικά στοιχεία, ο π. Σεραφείμ τονίζει ότι ο ναός της Παναγίας είναι μια απλή τετρακιόνια βασιλική με τρούλο, ενώ ο Μεγάλος Ναός, το Καθολικό της Μονής, είναι σύνθετος σταυροειδής εγγεγραμμένος οκταγωνικός με τρούλο. Δηλαδή, ο τρούλος στηρίζεται σε οκτώ κίονες – πεσσούς, οι οποίοι σχηματίζουν μεταξύ τους το σχήμα του σταυρού.
Μετά την κοίμηση του Οσίου Λουκά το 953 μ.Χ., ο δραστήριος ηγούμενος Φιλόθεος έκτισε έναν ναό σε σχήμα σταυρού, ώστε να ενταφιαστεί εκεί το σώμα του Οσίου. Αργότερα όμως, ο ναός αυτός δεν κάλυπτε πλέον τις λειτουργικές ανάγκες. Έτσι, ξεκίνησε η ανοικοδόμηση ενός Μεγάλου Ναού. Η ανέγερση αυτού του Ναού συνδέθηκε και με μια προφητεία του Οσίου σχετικά με την απελευθέρωση της Κρήτης.
Ο Όσιος είχε προφητεύσει ότι «Ρωμανός Κρήτην χειρούται», δηλαδή ότι κάποιος Ρωμανός θα απελευθέρωνε την Κρήτη. Όταν ρωτήθηκε αν επρόκειτο για τον αυτοκράτορα Ρωμανό Α’ που βασίλευε την εποχή εκείνη, απάντησε «ουχ ούτος άλλ’ έτερος». Πράγματι, η Κρήτη απελευθερώθηκε το 961 μ.Χ. επί αυτοκράτορος Ρωμανού Β’.
ΚΡΥΠΤΗ
Σε ένδειξη τιμής προς την προφητεία του Οσίου, λοιπόν, άρχισε η ανέγερση του Μεγάλου Ναού. Κάτω από το Καθολικό δημιουργήθηκε υπόγεια κρύπτη, κατά το πρότυπο των πρωτοχριστιανικών κατακομβών, με εννέα τρούλους, όπου μεταφέρθηκε το σώμα του Οσίου Λουκά. Εκεί παρέμεινε μέχρι το 1011, οπότε έγινε η ανακομιδή των ιερών λειψάνων και τα εγκαίνια του Μεγάλου Ναού.
Όπως επισημαίνει ο π. Σεραφείμ μέχρι το 1460, τα ιερά λείψανα του Οσίου Λουκά φυλάσσονταν στο κέντρο της Μονής. Στο νοητό σημείο επάνω από τον τάφο του Οσίου βρισκόταν η ιερά λάρνακα που τα περιείχε, κατασκευασμένη από μάρμαρο. Ωστόσο, μετά την Άλωση της πόλεως και φοβούμενοι τις επιδρομές Βουλγάρων και Τούρκων, οι Πατέρες με μια ομάδα μοναχών φυγάδευσαν τα λείψανα, μεταφέροντάς τα στη Γιουγκοσλαβία και τη Σερβία.
ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ
Στη συνέχεια, ένας Ιταλός αριστοκρατικής καταγωγής, πιστεύοντας ότι πρόκειται για τα λείψανα του Ευαγγελιστή Λουκά -τον οποίο θεωρούσε ιδρυτή του Χριστιανισμού στη Βοιωτία- τα μετέφερε σε ένα μικρό νησάκι της Βενετίας, το Λίντο. Έτσι, από το 1460, το ιερό σκήνωμα του Οσίου έλειπε από τη Μονή μέχρι τις 13 Δεκεμβρίου 1986, όταν, με πρωτοβουλία του τότε Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας και νυν Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου κ. Ιερωνύμου, επανήλθε. Η ημέρα της επιστροφής ήταν η Κυριακή των Προπατόρων, και από τότε η επέτειος τιμάται κάθε χρόνο την ίδια ημέρα, δύο Κυριακές πριν τα Χριστούγεννα. Σήμερα, η λάρνακα που περιέχει τα λείψανα είναι γυάλινη με ξύλινη επένδυση, καθώς η παλιά μαρμάρινη δεν διασώθηκε.
ΕΜΠΡΑΚΤΗ ΒΟΗΘΕΙΑ
Η Μονή διαδραμάτισε επίσης ουσιαστικό και πολυσήμαντο ρόλο κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, προσφέροντας όχι μόνο πνευματικό στήριγμα στους αγωνιστές, αλλά και έμπρακτη βοήθεια, λειτουργώντας ως χώρος ευλογίας, εμψύχωσης και εθνικής αφύπνισης σε μια από τις κρισιμότερες περιόδους της νεότερης ιστορίας μας.
Στη Μονή λειτουργεί και μουσείο του Υπουργείου Πολιτισμού, όπου εκτίθενται αγιογραφίες, αρχιτεκτονικά μέλη, αφιερωματικές επιγραφές και άλλα σημαντικά ευρήματα, ενώ όπως τονίζει ο Καθηγούμενος, η παρουσία του Οσίου Λουκά παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα, καθώς πολλοί πιστοί καταθέτουν προσωπικές εμπειρίες θαυματουργικής βοήθειας και ευλογίας.
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΟΠΟΥ ΟΡΚΙΣΤΗΚΑΝ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
«Ο Εθνομάρτυρας Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας, αδελφός της Μονής, λειτούργησε στο Καθολικό, άφησε τα ιερά του άμφια, ευλόγησε τα όπλα και μαζί με τους οπλαρχηγούς κατευθύνθηκε προς τη Λαμία. Έπεσε μαχόμενος στη Μάχη της Χαλκωμάτας, στις 23 Απριλίου 1821, μαζί με τον αδελφό του παπα-Γιάννη και τον Ανδρίτσο, πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου» σημειώνει ο Καθηγούμενος και επισημαίνει ότι «στη Μονή φυλάσσονται σημαντικά ιστορικά κειμήλια. Συγκεκριμένα, πρόκειται για το μικρό, επίχρυσο Ευαγγέλιο που είχε φέρει από την Κωνσταντινούπολη ο Επίσκοπος Σαλώνων. Σύμφωνα με την παράδοση, πάνω σε αυτό οι τοπικοί αγωνιστές της Επανάστασης έδωσαν τον όρκο τους: ο Πανουργιάς, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Δυοβουνιώτης και οι σύντροφοί τους, δεσμεύτηκαν μπροστά στο ιερό αυτό κειμήλιο να αγωνιστούν για την απελευθέρωση της πατρίδας. Ακόμη, η μίτρα του Επισκόπου Σαλώνων, η οποία διαμορφώνεται από βαρύτιμο μαβί ύφασμα και περικλείεται με επίχρυση μεταλλική σταυροειδή ταινία ανάγλυφης φυλλοειδούς διακόσμησης, με χρήση ημιπολύτιμων λίθων, σύμφωνα με την αισθητική αντίληψη της εποχής του. Επιπλέον, η ράβδος του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα, τα άμφιά του, και η κουμπούρα του Αθανασίου Διάκου, μια αργυρή πιστόλα κατασκευασμένη στην Ήπειρο, που μαρτυρά τη γενναιότητα και το πνεύμα των αγωνιστών του 1821. Το όπλο είναι διακοσμημένο με περίτεχνο σαβάτι και διαθέτει μηχανισμό πυροδότησης πυριτόλιθου τύπου flintlock. Χρονολογείται στις αρχές του 19ου αιώνα και φέρει πάνω του την αύρα της εποχής και των ηρωικών στιγμών στις οποίες συμμετείχε ο Διάκος.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”














