Από τον ΙΑΣΟΝΑ ΤΣΟΛΗ*
Η εικόνα της από μακριά προκαλεί δέος. Φωλιασμένη στα απόκρημνα βράχια του Χελμού, μέσα στο επιβλητικό φαράγγι του Βουραϊκού, η Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου μοιάζει σχεδόν να αποτελεί φυσική συνέχεια του ίδιου του βουνού. Το τεράστιο μοναστηριακό συγκρότημα είναι χτισμένο κυριολεκτικά πάνω και μέσα στον βράχο, σε ένα τοπίο άγριο και συνάμα καθηλωτικό. Από απόσταση δύσκολα διακρίνει κανείς πού τελειώνει ο βράχος και πού αρχίζει το οικοδόμημα της Μονής.
Η Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου, στα Καλάβρυτα, είναι ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά και προσκυνηματικά κέντρα της Πελοποννήσου και ένας από τους πλέον αναγνωρίσιμους τόπους της ορθόδοξης παράδοσης στον ελλαδικό χώρο. Η ιστορία της είναι στενά συνδεδεμένη με την παράδοση της Παναγίας της Μεγαλοσπηλαιώτισσας, αλλά και με τη μακραίωνη πορεία του ελληνικού κόσμου, από τα βυζαντινά χρόνια έως τη νεότερη Ελλάδα.
Σύμφωνα με την παράδοση της Μονής, η ίδρυσή της ανάγεται στον 4ο αιώνα μ.Χ. Οι Θεσσαλονικείς αδελφοί Συμεών και Θεόδωρος, οι οποίοι είχαν μεταβεί στα Ιεροσόλυμα, οδηγήθηκαν, έπειτα από θεία αποκάλυψη, στην περιοχή της Αχαΐας. Εκεί, με τη βοήθεια μιας νεαρής βοσκοπούλας, της Ευφροσύνης, εντόπισαν μέσα σε μια δυσπρόσιτη σπηλιά την εικόνα της Παναγίας, η οποία, σύμφωνα με την παράδοση, είχε φιλοτεχνηθεί από τον Ευαγγελιστή Λουκά. Δίπλα στην εικόνα ανέβλυζε πηγή με γάργαρο νερό.
Η παράδοση αυτή αποτελεί τον πυρήνα της ιστορίας του Μεγάλου Σπηλαίου και εξηγεί τη μοναδική σχέση του προσκυνήματος με τον βράχο και τη σπηλιά. Στο πέρασμα των αιώνων, ο χώρος εξελίχθηκε σε σημαντικό μοναστικό κέντρο και η Μονή απέκτησε ιδιαίτερη πνευματική και ιστορική ακτινοβολία.
Η πορεία της, ωστόσο, δεν ήταν ανέφελη. Το μοναστήρι υπέστη επανειλημμένες καταστροφές από πυρκαγιές και άλλες συμφορές. Σύμφωνα με τις ιστορικές αναφορές της Μονής, μεγάλες πυρκαγιές σημειώθηκαν κατά τον 9ο, τον 15ο, τον 17ο και τον 20ό αιώνα, με ιδιαίτερα καταστροφική εκείνη του 1934. Κάθε φορά, όμως, η μοναστική ζωή αναγεννιόταν μέσα από τα ερείπια και το Μέγα Σπήλαιο παρέμενε ζωντανό ως τόπος λατρείας και προσκυνήματος.
Κατά τους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας, η Μονή συνδέθηκε και με την ιστορία της αντίστασης και της διατήρησης της ορθόδοξης και ελληνικής παράδοσης. Η οχυρή θέση της, κρυμμένη μέσα στους βράχους του Χελμού, της προσέδωσε χαρακτήρα φυσικού καταφυγίου και φρουρίου, ενώ η παρουσία της συνέβαλε στη διατήρηση της θρησκευτικής και πνευματικής ζωής της περιοχής.
Ιδιαίτερα δραματική υπήρξε η περίοδος της γερμανικής Κατοχής. Τον Δεκέμβριο του 1943, κατά τη διάρκεια των αντιποίνων που ακολούθησαν το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων, η Μονή λεηλατήθηκε και υπέστη σοβαρές καταστροφές. Μοναχοί της Μονής δολοφονήθηκαν από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής, ενώ τα κελιά και άλλα τμήματα του συγκροτήματος πυρπολήθηκαν. Η καταστροφή εκείνη άφησε ένα ακόμη βαθύ αποτύπωμα στην πολυτάραχη ιστορία του Μεγάλου Σπηλαίου.
Μέσα σε όλες αυτές τις καταστροφές, ιδιαίτερη θέση κατέχει η εικόνα της Παναγίας της Μεγαλοσπηλαιώτισσας. Η παράδοση αποδίδει την εικόνα στον Ευαγγελιστή Λουκά και τη θεωρεί μία από τις τρεις εικόνες της Θεοτόκου που φιλοτέχνησε ο ίδιος. Η εικόνα αποτελεί μέχρι σήμερα το σημαντικότερο ιερό κειμήλιο της Μονής και το επίκεντρο του προσκυνήματος. Ο ναός της Μονής, που καταστράφηκε από την πυρκαγιά του 1934, ανακατασκευάστηκε και εξακολουθεί να αποτελεί το πνευματικό κέντρο του μοναστηριακού συγκροτήματος. Στο εσωτερικό του σώζονται σημαντικά έργα εκκλησιαστικής τέχνης, μεταξύ των οποίων τοιχογραφίες του 17ου αιώνα, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα μαρμαροθετήματα του δαπέδου. Στον νάρθηκα διατηρούνται επίσης νεότερες τοιχογραφίες, που συμπληρώνουν την καλλιτεχνική εικόνα του ναού. Η σημερινή μορφή της Μονής αντανακλά τη μακραίωνη ιστορία της αλλά και την προσπάθεια αποκατάστασης και ανάδειξης της πολιτιστικής και θρησκευτικής της κληρονομιάς. Οι εργασίες ανακαίνισης διήρκεσαν περίπου μία δεκαετία και αποκατέστησαν μεγάλο μέρος της επιβλητικής εικόνας του μοναστηριακού συγκροτήματος.
Ανεβαίνοντας τη μεγάλη μαρμάρινη σκάλα που οδηγεί στον ναό, στον πρώτο όροφο της Μονής, ο επισκέπτης συναντά μια χαρακτηριστική υπενθύμιση της σύγχρονης ιστορίας της. Σε τοιχογραφία στο πλατύσκαλο αναγράφεται η αφιερωματική επιγραφή για την επίσκεψη του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερωνύμου Β΄, στις 15 Αυγούστου 2013, με αφορμή την εκ βάθρων ανακαίνιση της Ιεράς Μονής. Κάθε χρόνο, τον Δεκαπενταύγουστο, όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την Κοίμηση της Θεοτόκου, το Μέγα Σπήλαιο βρίσκεται στο επίκεντρο του προσκυνηματικού ενδιαφέροντος. Πλήθος επισκεπτών και προσκυνητών ανεβαίνει στον Χελμό για να προσκυνήσει τη Μεγαλοσπηλαιώτισσα και να ζητήσει την ευλογία της.
Τόπος μνήμης και πίστης άρρηκτα συνδεδεμένος με την Επανάσταση του 1821
Στην περιοχή των Καλαβρύτων, η φύση, η πίστη και η ιστορία μοιάζουν να συναντώνται με έναν τρόπο σχεδόν απόλυτο. Δεν είναι μόνο το Μέγα Σπήλαιο ένα ιστορικό μοναστήρι ή ένας σημαντικός προσκυνηματικός προορισμός. Σε απόσταση περίπου 16 χιλιομέτρων από το Μέγα Σπήλαιο βρίσκεται η Ιερά και Ιστορική Μονή Αγίας Λαύρας, ένας από τους σημαντικότερους τόπους μνήμης, πίστης και ιστορίας της Πελοποννήσου, άρρηκτα συνδεδεμένος με την Επανάσταση του 1821. Κάθε χρόνο, τον Δεκαπενταύγουστο, η ιστορική μονή υποδέχεται πλήθος προσκυνητών, καθώς πανηγυρίζει την Κοίμηση της Θεοτόκου.
Η ιστορία της ανάγεται στο 961 μ.Χ., όταν ιδρύθηκε από τον μοναχό Ευγένιο, συνασκητή του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη. Η αρχική μονή βρισκόταν περίπου 300 μέτρα νοτιοδυτικά της σημερινής, στην τοποθεσία «Παλαιομονάστηρο», όπου σώζεται το πρώτο Καθολικό, ένας μικρός σταυρεπίστεγος ναός χτισμένος στο στόμιο σπηλιάς και διακοσμημένος με δύο σειρές τοιχογραφιών.
Το 1585 η μονή καταστράφηκε από μεγάλη πυρκαγιά και παρέμεινε έρημη για περίπου 15 χρόνια, προτού ανοικοδομηθεί. Στη σημερινή της θέση μεταφέρθηκε πιθανότατα γύρω στο 1689. Κατά τους επόμενους αιώνες γνώρισε νέες καταστροφές: λεηλατήθηκε και δοκιμάστηκε στα Ορλωφικά, ενώ το 1826 πυρπολήθηκε από τον Ιμπραήμ. Οι μοναχοί είχαν προλάβει να απομακρύνουν μεγάλο μέρος των κειμηλίων. Η μονή ανοικοδομήθηκε το 1828, ενώ το νέο Καθολικό καταστράφηκε αργότερα από τον σεισμό του 1844 και ανεγέρθηκε εκ νέου το 1850.
Το λάβαρο
Η Αγία Λαύρα είναι, όμως, πάνω απ’ όλα συνδεδεμένη με την εθνική μνήμη. Σημαντικότερο κειμήλιό της θεωρείται το λάβαρο της Επανάστασης, το παραπέτασμα της Ωραίας Πύλης του ναού, το οποίο συνδέθηκε με την ορκωμοσία των αγωνιστών του 1821. Σύμφωνα με την εθνική παράδοση, εδώ ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο και ευλόγησε τους επαναστάτες, καθιστώντας τη μονή ένα από τα κατεξοχήν σύμβολα της Ελληνικής Επανάστασης.
Κάθε Δεκαπενταύγουστο, τα Καλάβρυτα αποκτούν έναν ιδιαίτερο πνευματικό παλμό. Στις δύο ιστορικές μονές της περιοχής, το Μέγα Σπήλαιο και την Αγία Λαύρα, χιλιάδες προσκυνητές συναντούν την πίστη με την ιστορία και την παράδοση με τη ζωντανή λατρεία.
Και οι δύο μονές τιμούν την Κοίμηση της Θεοτόκου, μετατρέποντας την καρδιά του καλοκαιριού σε μια μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας. Όταν οι καμπάνες τους χτυπούν ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο, δεν καλούν μόνο τους πιστούς σε μια μεγάλη θεομητορική εορτή. Καλούν και τη μνήμη να επιστρέψει. Στα βράχια του Μεγάλου Σπηλαίου και στις αυλές της Αγίας Λαύρας, η ιστορία δεν μοιάζει μακρινή· παραμένει ζωντανή, μέσα στους ήχους της καμπάνας, στις προσευχές των προσκυνητών και στη σιωπή των αιώνων που εξακολουθούν να συνοδεύουν τα δύο σπουδαία μοναστήρια των Καλαβρύτων.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”















