Από τον ΙΑΣΟΝΑ ΤΣΟΛΗ*
Η 8η Σεπτεμβρίου είναι μία από τις μεγάλες θεομητορικές εορτές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Είναι η ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία τιμά το Γενέθλιο της Υπεραγίας Θεοτόκου και μαζί με την εορτή αναβιώνουν κάθε χρόνο παραδόσεις, ιστορίες και αφηγήσεις που συνδέθηκαν με τη λατρεία της Παναγίας σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο.
Ανάμεσα στα πολλά προσκυνήματα που πανηγυρίζουν αυτή την ημέρα βρίσκονται δύο ιστορικές Ιερές Μονές, διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας: η Παναγία Βλαχέρνα στην Ηλεία και η Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου Πελαγίας στη Βοιωτία.
Δύο μοναστήρια με διαφορετική πορεία μέσα στον χρόνο, αλλά και με κάτι κοινό: η ιστορία τους δεν βρίσκεται μόνο στα κτίσματα και στα παλαιά έγγραφα, αλλά και στις παραδόσεις που συνδέθηκαν με την Παναγία και μεταφέρθηκαν από γενιά σε γενιά.
Στο Πτώο όρος της Βοιωτίας, κοντά στο Ακραίφνιο, βρίσκεται η Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου, γνωστή ως Μονή Πελαγίας. Εδώ η ιστορία είναι περισσότερο συνδεδεμένη με την προφορική παράδοση. Δεν υπάρχουν ασφαλή ιστορικά στοιχεία που να προσδιορίζουν με απόλυτη βεβαιότητα τον χρόνο ίδρυσης ή τον ιδρυτή της Μονής. Οι παραδόσεις που διασώθηκαν στην περιοχή δίνουν διαφορετικές εκδοχές για την προέλευσή της. Η πιο γνωστή είναι εκείνη που συνδέει το όνομα «Πελαγία» με ένα παλαιό τοπικό τοπίο που, σύμφωνα με την παράδοση, περιλάμβανε λίμνη. Κάποια στιγμή η Παναγία εμφανίστηκε στους ποιμένες της περιοχής και τους υπέδειξε να ανασύρουν την εικόνα Της από τα νερά.
Οι ποιμένες, σύμφωνα με την αφήγηση, βρήκαν την εικόνα και στη συνέχεια ανεγέρθηκε ναός προς τιμήν της Θεοτόκου. Επειδή η εικόνα είχε βρεθεί μέσα στο «πέλαγος», επικράτησε η ονομασία «Πελαγία». Υπάρχει και μια δεύτερη παράδοση για την προέλευση του ονόματος. Σύμφωνα με αυτήν, η Μονή συνδέεται με κάποια Ρωμαία γυναίκα ονόματι Πελαγία, η οποία σώθηκε από θαλασσοταραχή, ασπάστηκε τον Χριστιανισμό και ακολούθησε τον μοναχικό βίο στο Πτώο.
Μια ακόμη ερμηνεία συνδέει την ονομασία με το «πέλαγος της αγάπης» και των χαρίτων της Παναγίας. Οι διαφορετικές αυτές εκδοχές δείχνουν πόσο έντονα η Μονή πέρασε μέσα στη λαϊκή και θρησκευτική μνήμη της περιοχής. Η Πελαγία συνδέεται επίσης με την ιστορία της Επανάστασης του 1821. Σύμφωνα με την παράδοση, η Μονή είχε σημαντική παρουσία κατά τη διάρκεια του Αγώνα και συνέβαλε στην υποστήριξη των αγωνιστών. Έτσι, η ιστορία της δεν περιορίζεται μόνο στη μοναστική ζωή και στην παράδοση της εικόνας, αλλά συνδέεται και με μία από τις σημαντικότερες περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Το Καθολικό της είναι αφιερωμένο στο Γενέσιο της Θεοτόκου και στις 8 Σεπτεμβρίου η Μονή πανηγυρίζει, με τους κατοίκους των γύρω περιοχών να διατηρούν ζωντανό τον ιδιαίτερο δεσμό τους με το προσκύνημα.
Το 1913 φεύγει από τη ζωή ο ιερομόναχος Αβερκίος και ξεκινά μια περίοδος παρακμής για το ιστορικό μοναστήρι, αφού ερημώνεται και για 30 χρόνια μετατρέπεται σε καταφύγιο κτηνοτρόφων της περιοχής. Οταν το 1968 η γερόντισσα Μακρίνα Τσιροπούλα ανέλαβε την ανακαίνιση τη μονής, το έργο της ήταν δύσκολο και οι αντιξοότητες πολλές. Για 19 χρόνια πάλεψε μόνη της και με τη στήριξη του μακαριστού Νικοδήμου κατάφερε να κρατήσει τη μονή ζωντανή, μέχρι να εγκατασταθεί εκεί η αδελφότητα των μοναχών που λειτουργεί τη μονή μέχρι σήμερα.
«Η συγκρότηση της αδελφότητας ξεκίνησε το 1980 από την Εδεσσα. Πνευματικός μας καθοδηγητής ήταν ο πατήρ Ιερόθεος, αρχιμανδρίτης τότε, σήμερα Μητροπολίτης Ναυπάκτου. Όμως το 1987 αναγκαστήκαμε να φύγουμε από την περιοχή, αναζητώντας ένα μοναστήρι να εγκαταβιώσουμε και τα βήματά μας μάς έφεραν στη Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας», εξηγεί στην «Ορθόδοξη Αλήθεια», η σημερινή ηγουμένη του μοναστηριού, η μοναχή Σιλουανή.
«Τότε, εδώ ήταν Μητροπολίτης ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος. Τον συναντήσαμε και του είπαμε ότι αναζητούμε ένα πνευματικό καταφύγιο, έναν τόπο να μείνουμε. Το πρόσωπο του πνευματικού μας λειτούργησε σαν εχέγγυο για εμάς. ‘Αφού είστε του πατρός Ιεροθέου, να έρθετε’, μας είπε ο δεσπότης μας. Και από τότε άνοιξαν οι φτερούγες του Αρχιεπισκόπου για εμάς και μας έβαλε κάτω από αυτές», αναφέρει με συγκίνηση.
Η αδελφότητα των μοναχών συνάντησε εκεί τη γερόντισσα Μακρίνα, μόνη της, με τις δυνάμεις της να έχουν αρχίσει να την εγκαταλείπουν και τις προσευχές της να βρεθούν κι άλλες μοναχές, να εντείνονται. «Σκεφτείτε ότι για 19 χρόνια ζούσε εντελώς μόνη της εδώ. Όταν μας είδε, που μας συνόδευε ο Μακαριώτατος, μας είπε: ‘Εδώ θα μείνετε, το ξέρω’. Όλα αυτά τα χρόνια προσευχόταν να βρεθεί μια αδελφότητα, να μην ζει μόνη της στο μοναστήρι», εξηγεί η ηγουμένη.
Η αδελφότητα των έξι μοναχών «σήκωσε μανίκια» και επιδόθηκε στον δύσκολο αγώνα να ανακαινίσει το μοναστήρι εκ βάθρων. «Και έτσι ξεκίνησε το δύσκολο έργο μας να φτιάξουμε τη μονή. Παρά τις προσπάθειες που είχε κάνει η γερόντισσα Μακρίνα, το μοναστήρι ήθελε πάρα πολλή δουλειά. Δεν είχε ρεύμα, ο δρόμος ήταν από χώμα. Ούτε το νερό από την πηγή δεν έφτανε. Αναγκαζόμασταν να κατεβαίνουμε στο χωριό και να γεμίζουμε δοχεία. Με την ευλογία της Παναγίας, τη βοήθεια του Μακαριωτάτου και τις προσπάθειές μας, καταφέραμε να ‘αναστήσουμε’ τη μονή», λέει η αδελφή Σιλουανή.
Ποιμενάρχης που ποτέ δεν έκρυψε την αγάπη του για τη μοναστική ζωή, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος συνέβαλε καθοριστικά στην αναγέννηση του μοναστηριού. «Ο Μακαριώτατος ασχολήθηκε προσωπικά με εμάς. Την αγάπη που μας έδειξε και τη βοήθειά του δε θα την ξεχάσουμε ποτέ. Μας πήρε και ξεκινήσαμε να αναζητούμε μοναστήρια, που είτε είχαν εγκαταλειφθεί, είτε δεν είχαν αρκετές μοναχές για να εγκαταβιώσουμε. Και έτσι φτάσαμε στο δικό μας μοναστήρι», αναφέρει η ηγουμένη.
Εξάλλου η ιερατική και ποιμαντική ζωή του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου έχει σφυρηλατηθεί μέσα στα ιστορικά μοναστήρια της Βοιωτίας, στα οποία έθεσε τα θεμέλια για τη σημερινή τους ακμή, καθώς υπήρξε ηγούμενος σε δύο από αυτά: την Ιερά Μονή Σαγματά και την Ιερά Μονή Οσίου Λουκά Βοιωτίας. «Ο Μακαριώτατος έχει δείξει μέσα από την πορεία του πόσο αγαπάει τα μοναστήρια και πόσο θέλει να ακμάζουν. Και τα βήματά του ακολουθεί και ο σημερινός Μητροπολίτης μας, ο κ. Γεώργιος. Σε όλο αυτόν τον αγώνα που δώσαμε ήταν πάντοτε παρών ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, ως Μητροπολίτης. Οχι, απλώς ερχόταν προσωπικά ο ίδιος να επιβλέψει τις εργασίες, αλλά ως αρχαιολόγος συμμετείχε ενεργά στα σχέδια και στην κατασκευή κατά την αναστήλωση», εξηγεί η ηγουμένη, μοναχή Σιλουανή.
Στην Κάτω Παναγιά Κυλλήνης βρίσκεται η ιστορική Ιερά Μονή Παναγίας Βλαχέρνας, ένα από τα παλαιότερα μοναστικά κέντρα της Ηλείας. Το ακριβές έτος ίδρυσής της δεν έχει προσδιοριστεί, ωστόσο τα στοιχεία που έχουν διασωθεί οδηγούν την ιστορία της πολλούς αιώνες πίσω. Στο Καθολικό έχουν ενσωματωθεί μέλη παλαιοχριστιανικού ναού, ο οποίος τοποθετείται μεταξύ του 4ου και του 7ου αιώνα, ενώ έχει διατυπωθεί η εκτίμηση ότι η ίδια η Μονή υπήρχε ήδη πριν από τον 9ο αιώνα.
Η ιστορία της, όμως, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την ίδια την ονομασία της. Η Παναγία Βλαχέρνα της Ηλείας πήρε το όνομά της από την περίφημη Παναγία των Βλαχερνών της Κωνσταντινούπολης, έναν από τους σημαντικότερους ναούς της βυζαντινής πρωτεύουσας και ένα από τα σπουδαιότερα θεομητορικά προσκυνήματα της Ορθοδοξίας.
Οι Βλαχέρνες της Κωνσταντινούπολης ήταν στενά συνδεδεμένες με την αυτοκρατορική αυλή. Εκεί υπήρχαν δύο ναοί αφιερωμένοι στην Παναγία. Στον έναν, που συνδέεται με τους αυτοκράτορες Μαρκιανό και Πουλχερία, η παράδοση τοποθετεί τα εντάφια σπάργανα της Θεοτόκου, ενώ στον δεύτερο, που ανήγειρε ο αυτοκράτορας Λέων Α΄, φυλασσόταν η Τιμία Εσθήτα της Παναγίας. Κυρίως, όμως, οι Βλαχέρνες έμειναν στην ιστορία για τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας, γνωστής στην παράδοση της Κωνσταντινούπολης και ως «Αψηλοχερούσας», λόγω της στάσης των ανοιχτών χεριών της.
Η παράδοση συνδέει την εικόνα με ένα από τα πιο δραματικά γεγονότα της βυζαντινής ιστορίας. Το 626, όταν οι Αβαροι πολιορκούσαν την Κωνσταντινούπολη και ο αυτοκράτορας Ηράκλειος βρισκόταν μακριά από την Πόλη, ο Πατριάρχης Σέργιος και ο λαός προσέφυγαν στην προστασία της Παναγίας. Η εικόνα της Βλαχερνίτισσας λιτανεύτηκε και, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, η Βασιλεύουσα σώθηκε από τον κίνδυνο.
ΕΨΑΛΑΝ
Το ίδιο βράδυ ο λαός συγκεντρώθηκε στον ναό των Βλαχερνών και αγρύπνησε ψάλλοντας τον Ακάθιστο Ύμνο προς τιμήν της Θεοτόκου. Η παράδοση αυτή έδωσε στις Βλαχέρνες μια μοναδική θέση στη συνείδηση των Ορθοδόξων και έκανε το όνομα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας γνωστό πολύ πέρα από τα όρια της Κωνσταντινούπολης. Μία από τις Μονές που κράτησαν αυτό το όνομα είναι και εκείνη της Ηλείας.
Η Βλαχέρνα της Κυλλήνης ακολούθησε, στη συνέχεια, μια πολυτάραχη ιστορική διαδρομή. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας πέρασε στα χέρια Δυτικών μοναχών του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Παρά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς το 1261, η Μονή δεν αποδόθηκε τότε στους Ορθοδόξους και κατά τον 15ο και 16ο αιώνα βρέθηκε υπό την κατοχή Λατίνων μοναχών. Αργότερα, εγκαταλελειμμένη και ερειπωμένη, επέστρεψε στους Έλληνες Ορθοδόξους. Δεν ήταν όμως το τέλος των δοκιμασιών της. Οι επιδρομές Τούρκων και Αλβανών κατά τον 17ο και 18ο αιώνα προκάλεσαν σημαντικές καταστροφές, ενώ το 1826, κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, η Μονή πυρπολήθηκε από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Το Καθολικό σώθηκε από την καταστροφή, όμως η Μονή ερημώθηκε. Πολλοί από τους μοναχούς σκοτώθηκαν και άλλοι αιχμαλωτίστηκαν. Η ιστορία της, ωστόσο, δεν τελείωσε εκεί.
ΤΟ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΟΡΕΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΜΟΝΗ
Η σύγχρονη ιστορία της Βλαχέρνας έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που την κάνει να ξεχωρίζει από πολλά άλλα ιστορικά μοναστήρια της Ελλάδας. Από γυναικείο μοναστήρι, η Βλαχέρνα συνδέθηκε με ένα έργο κοινωνικής προσφοράς που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Το 1978, με απόφαση του τότε Μητροπολίτη Ηλείας Αθανασίου, ιδρύθηκε στους χώρους της Μονής Γηροκομείο και Οίκος Ευγηρίας για άπορες, υπερήλικες και απροστάτευτες γυναίκες της περιοχής.
Η απόφαση αυτή δεν αποτέλεσε απλώς μία αλλαγή στη χρήση των χώρων της Μονής. Δημιούργησε έναν νέο θεσμό κοινωνικής διακονίας, ο οποίος συνδέθηκε άμεσα με την παρουσία της Εκκλησίας στην τοπική κοινωνία. Σήμερα η Βλαχέρνα λειτουργεί και ως Ίδρυμα Χρονίως Πασχόντων και Κατακοίτων Γερόντων, προσφέροντας φροντίδα σε ηλικιωμένους ανθρώπους. Το έργο αυτό αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πτυχές της σύγχρονης ζωής της Μονής και δείχνει ότι ένας ιστορικός μοναστικός τόπος μπορεί να εξακολουθεί να υπηρετεί τον άνθρωπο με έναν απολύτως πρακτικό και καθημερινό τρόπο.
Είναι μια ιδιαίτερη συνέχεια της παράδοσης. Η Μονή που επί αιώνες υπήρξε τόπος προσευχής, καταφυγής και δοκιμασίας έγινε ταυτόχρονα τόπος προστασίας ανθρώπων που βρίσκονται σε ανάγκη. Και έτσι η γιορτή της Παναγίας στις 8 Σεπτεμβρίου αποκτά στη Βλαχέρνα έναν ακόμη συμβολισμό: η τιμή προς τη Θεοτόκο συνοδεύεται από ένα έργο έμπρακτης αγάπης προς τον συνάνθρωπο.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”















