Από τον Σωτήρη Λέτσιο
Διακονεί καθημερινά τον λόγο του Κυρίου και συγχρόνως φροντίζει με συνέπεια για τη διάσωση της μουσικής παράδοσης του τόπου μας. Ο λόγος για τον αρχιμανδρίτη Ιωάννη, ηγούμενο της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Πέντε Βρύσεων Λαγκαδά, στο νομό Θεσσαλονίκης, ο οποίος μίλησε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» για την ενασχόλησή του με τη μουσική και συγκεκριμένα την ποντιακή λύρα.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί ο π. Ιωάννης αναφέρεται στην έως σήμερα πορεία του στον εκκλησιαστικό χώρο, στο πώς καλλιέργησε από τα παιδικά του χρόνια την αγάπη του για την μουσική, στο ηχόχρωμα της ποντιακής λύρας όπως και στη διαφορά της ποντιακής λύρας από την κρητική, ενώ ξεκαθαρίζει πως προτιμά να διδάσκει την βυζαντινή μουσική κυρίως στους νέους και στα μικρά παιδιά, επειδή στην επαρχία είναι αναγκαία η στελέχωση των αναλογίων των εκκλησιών από νέους ανθρώπους.
Η ανδρική Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος -στην οποία ηγούμενος είναι ο π. Ιωάννης- είναι κτισμένη σε υψόμετρο 450 μέτρων. Το κτηριακό συγκρότημα της μονής θεμελιώθηκε το 1969 και το πρώτο παρεκκλήσιο ήταν αφιερωμένο στη μνήμη του Αγίου Νεκταρίου. Το 1972 θεμελιώθηκε το μικρό καθολικό της μονής προς τιμήν της Αγίας Τριάδος.
Ξεκινώντας αυτή τη συνέντευξη, σεβαστέ γέροντα Ιωάννη, θα ήθελα να μας δώσετε κάποιες βασικές πληροφορίες για εσάς, όπως πόσα χρόνια εγκαταβιώνετε στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδος και πότε έγινε η κουρά σας ως μοναχού;
Στην ιερωσύνη εισήλθα πριν από 15 έτη. Λίγες δηλαδή ημέρες μετά την ενθρόνιση του μακαριστού γέροντα μου Λαγκάδα Λητής και Ρεντίνης κυρού Ιωάννου. Τον Ιούνιο του 2010 ο μακαριστός κυρός Ιωάννης τέλεσε την κουρά μου σε μοναχό και ακολούθως την επομένη ημέρα, στον μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Παρασκευής Λαγκαδά, την χειροτονία μου σε διάκονο. Ενώ λίγους μήνες αργότερα τέλεσε την χειροτονία μου σε πρεσβύτερο και αρχιμανδρίτη.
Είχα την ευλογία από τον Θεό να είμαι στενός συνεργάτης του μακαριστού Μητροπολίτη Λαγκαδά κυρού Ιωάννου επί δεκαετίαν, ο οποίος με ετίμησε σε διάφορες επιτελικές θέσεις στην Ιερά Μητρόπολη Λαγκαδά όπως και στο ιδιαίτερο γραφείο του: ως αρχιερατικός επίτροπος Όσσης, ιεροκήρυκας, πρώτος προϊστάμενος του πρώτου προσκυνήματος της επαρχίας Λαγκαδά, του Ιερού Προσκυνηματικού Ναού Παμμεγίστων Ταξιαρχών Όσσης, στο οποίο φυλάσσονται τα ιερά λείψανα των αγίων νεομαρτύρων γυναικών Κυράννης και Ακυλίνης-Αγγελίνης, και εσχάτως από το 2020 ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Πέντε Βρύσεων Λαγκαδά έως και σήμερα.
Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την λύρα και δη την ποντιακή; Είχατε κάνει σχετικές σπουδές στην μουσική τα προηγούμενα χρόνια ή είχατε παρακολουθήσατε κάποια μαθήματα;
Με την ποντιακή λύρα ασχολήθηκα από τα παιδικά μου χρόνια ως μαθητής γυμνασίου. Ήμουν εγγεγραμμένος στον ποντιακό σύλλογο Άγιος Θεόδωρος Γαβράς στην Έδεσσα, που είναι τόπος καταγωγής εκ πατρός μου, όπου εκείνη την περίοδο πολλά νέα παιδιά εγγράφονταν στους πολιτιστικούς συλλόγους, ώστε να μαθητεύσουν σε παραδοσιακούς χορούς αλλά και για να μάθουν κάποιο παραδοσιακό μουσικό όργανο.
Έτσι και εγώ επέλεξα τον ποντιακό σύλλογο αφού έλκω την καταγωγή μου εκ μητρός από τον Πόντο, είχα ακούσματα της παραδοσιακής μουσικής του Πόντου από τους παππούδες μου και αυτό στάθηκε αφορμή για να μαθητεύσω στους παραδοσιακούς ποντιακούς χορούς αλλά και στην ποντιακή λύρα. Σπουδές πραγματοποίησα πάνω στην βυζαντινή μουσική και πήρα πτυχίο και δίπλωμα βυζαντινής μουσικής αλλά και μεταπτυχιακό στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στη μουσικολογία, με ειδίκευση στην μουσική παράδοση του Αγίου Όρους.
Ποιές μπορούμε να πούμε ότι είναι οι διαφορές που έχει η ποντιακή λύρα από την κρητική λύρα ή και από άλλα μουσικά όργανα; Τι είναι αυτό που καθιστά μοναδικό το ηχόχρωμά της;
Η κύρια διαφορά της ποντιακής και της κρητικής λύρας είναι ότι η ποντιακή λύρα είναι φυαλόσχημη -σαν μπουκάλι θα λέγαμε- ενώ η κρητική λύρα είναι αχλαδόσχημη σαν αχλάδι.
Η ποντιακή λύρα είναι το κύριο μουσικό όργανο του Πόντου ενώ η κρητική λύρα το κεντρικό όργανο στην Κρήτη και το Αιγαίο. Να σημειώσουμε και να τονίσουμε σε αυτό το σημείο, πως και η ποντιακή και η κρητική λύρα αποτελούν τον απόγονο της Βυζαντινής Λύρας.
Με τη μόνη διαφορά να υπάρχει στη μορφή του σχήματος, η οποία όμως επηρεάζει και τον ήχο τους. Το ηχόχρωμα της ποντιακής λύρας θα έλεγα ότι είναι μοναδικό και μπορεί ο οποιοσδήποτε να συγκινηθεί με το άκουσμά του. Εν ολίγοις, πολλά τραγούδια τα οποία η ποντιακή λύρα συνοδεύει, μπορούν να αγγίξουν πραγματικά και τις ψυχές των ανθρώπων.
Πέραν της παραδοσιακής μουσικής υπάρχουν κάποια άλλα είδη που σας αρέσουν και θα θέλατε μέσα από αυτά να αντλείτε έμπνευση;
Πέρα από την παραδοσιακή μουσική -κυρίως την ποντιακή- που είναι το είδος με το οποίο καθημερινά εντρυφώ, μελετώ, αλλά και διδάσκω σε νέα παιδιά, είναι και η Βυζαντινή Μουσική. Και αυτό επειδή πριν εισέλθω στις τάξεις του κλήρου είχα διατελέσει και πρωτοψάλτης στην Ιερά Μονή Αγία Θεοδώρας, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, επί αρχιερατείας του μακαριστού Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κυρού Ανθίμου Ρούσσα και ηγουμενεύοντος του Αρχιμανδρίτου τότε Ιωάννου Τασσιά, μετέπειτα Μητροπολίτη Λαγκαδά Λητής και Ρεντίνης.
Πόσο εύκολα μπορούν να συνδυαστούν τα καθήκοντά σας στο μοναστήρι με την ενασχόληση με τη μουσική; Σε καθημερινή βάση βρίσκετε τον χρόνο να διακονήσετε και τα δύο;
Κοιτάξτε να δείτε! Αυτός που αγαπάει μπορεί να υπερβεί τα πάντα. Βέβαια, τα καθήκοντα όπως π.χ το να ζεις σε ένα μοναστήρι με τις ακολουθίες, τις πολύ πρωινές και τις απογευματινές και κυρίως τα διακονήματα, τα οποία έχει κάθε μονή, δεν αφήνουν περιθώριο ελεύθερου χρόνου. Όταν όμως μου παρουσιάζεται κάποιο κενό χρόνου -έστω και ελάχιστο- θα ασχοληθώ και με την ποντιακή λύρα και με την μουσική και κυρίως με τους παλαιούς παραδοσιακούς σκοπούς του Πόντου.
Στην έως τώρα δραστηριότητά σας με την μουσική έχετε συναντήσει αντιδράσεις όπως π.χ από τους πιστούς ή από τους κληρικούς; Συνήθως ποιά είναι τα σχόλια που ακούτε για την δουλειά σας;
Δόξα τω Θεώ! Στην ευλογημένη επαρχία του Λαγκαδά τα περισσότερα μεγάλα ή μικρά χωριά της μητρόπολης μας έχουν κυρίως ρίζες μικρασιάτικες: Από τον Πόντο, από την Καππαδοκία, από την Κωνσταντινούπολη, την Σμύρνη και την Θράκη.
Όλοι είναι ευσεβείς άνθρωποι που πήραν γερές βάσεις από τους γονείς και τους παππούδες τους, οι οποίοι ήρθαν ξεριζωμένοι από τις αλησμόνητες πατρίδες, έμαθαν την αγάπη για τον Θεό, για τους Αγίους, τον σεβασμό στους ιερείς, στην ιστορική μνήμη και στην παράδοση, την οποία μεταλαμπαδεύουν και στις επόμενες γενεές.
Διότι, εάν σβηστεί η παράδοσή μας, χάνεται και η ιστορία μας και η ταυτότητά μας ως Έθνος. Και γι’ αυτό το λόγο είναι σημαντικό να διοργανώνονται εκδηλώσεις είτε με αφορμή κάποια θρησκευτική εορτή, είτε κάποια επέτειος, έτσι ώστε να συνεχίζονται μέσα από τις εκδηλώσεις αυτές και να παραμένουν αναλλοίωτες οι πολιτιστικές μας παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμά μας. Επειδή όλα αυτά συνθέτουν το παζλ που λέγεται Ελληνισμός και Ελλάδα.
Επομένως -όπως καταλαβαίνετε- όταν ένας κληρικός βρεθεί σε τέτοιες εκδηλώσεις, πάντοτε ο λαός χαίρεται που ο ιερέας τους είναι μαζί τους. Και πόσο μάλλον όταν και αυτός συμβάλλει στο να μεταλαμπαδεύει στις νέες γενιές την πίστη στον Θεό και τους Αγίους της Εκκλησία μας αλλά και την αγάπη και την φύλαξη των παραδόσεων μας.
Συγχρόνως με την εκτέλεση κάποιων κομματιών παραδίδετε και μαθήματα ποντιακής λύρας;
Μαθήματα ποντιακής λύρας δεν διδάσκω, δεν μου το επιτρέπει και ο χρόνος. Στο θέμα της διδασκαλίας προτιμώ κυρίως να διδάξω την βυζαντινή μουσική στους νέους και στα μικρά παιδιά, επειδή στην επαρχία είναι αναγκαία η στελέχωση των αναλογίων των εκκλησιών από νέους ανθρώπους. Υπάρχει μεγάλη έλλειψη αυτή την στιγμή από ιεροψάλτες, ενώ πολλές φορές ο ιερέας αναγκάζεται να κάνει ταυτόχρονα και τον ιερέα και τον ψάλτη.
Ποιά είναι τα αγαπημένα τραγούδια που συνήθως σας αρέσει να ερμηνεύετε στις εκδηλώσεις; Μπορείτε να μας αναφέρετε κάποια από αυτά;
Τα περισσότερα από αυτά είναι παλαιά παραδοσιακά τραγούδια: Όπως είναι π.χ. της τρίχας το γεφύρι, η κόρη επήγε σο παρχάρ, εκάεν και το τσαμπάσιν, η τρυγώνα, τα λάχανα κ.α. Είναι πολλά τα καλά τραγούδια και δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω, επειδή το καθένα από αυτά αποκτά ξεχωριστό νόημα τόσο από την πλευρά των στίχων αλλά και όσον αφορά στο άκουσμα.
Τελικά, η Ορθόδοξη Εκκλησία ποσό κοντά βρίσκεται στην μουσική παράδοση της Ελλάδας; Συμβάλλει η Εκκλησία μας στην ανάδειξη και στην αναγνώριση της ελληνικής μουσικής;
Από την περίοδο της Τουρκοκρατίας έως και σήμερα η παράδοση του κάθε τόπου συμβαδίζει με την Εκκλησία. Τα πανηγύρια στα μικρά αλλά και στα μεγάλα χωριά της πατρίδας μας γινόντουσαν στις αυλές των εκκλησιών και πάντοτε ήταν συνυφασμένα με τις εορτές της πίστης μας.
Στα προαύλια των εκκλησιών ο κόσμος πανηγύριζε την μνήμη των Αγίων της Πίστεως μας, ενώ μέσα από αυτές τις πανήγυρεις και με την προσθήκη της μουσικής, των παραδοσιακών χορών, των παραδοσιακών φορεσιών αλλά και των παραδοσιακών εδεσμάτων μεταλαμπαδευόταν η παράδοση του κάθε τόπου. Συνεπώς, Εκκλησία και παράδοση ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε μαζί συμπορευόμενες!
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια»













