Χαιρετισμό απηύθυνε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ.κ. Γεώργιος στην Επιστημονική Ημερίδα του Πανεπιστημίου Νεάπολις με θέμα «Σύληση, διάσωση και διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου», η οποία πραγματοποιήθηκε στις 29 Απριλίου 2026.
Στην αρχή της ομιλίας του, ο Αρχιεπίσκοπος ευχαρίστησε τους διοργανωτές, επισημαίνοντας: «Ευχαριστώ το Πανεπιστήμιο “Νεάπολις” και όλους τους διοργανωτές της παρούσας ημερίδας για την πρόσκλησή τους και τη δυνατότητα που μου δίνουν γι’ αυτόν τον χαιρετισμό». Τόνισε, μάλιστα, ότι «η σπουδαιότητα του θέματος […] φαίνεται και από τον τίτλο της», υπογραμμίζοντας πως οι σύγχρονοι καιροί επιβάλλουν αυξημένη ευθύνη για τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Αναφερόμενος στη διαχρονική πορεία του Ελληνισμού στην Κύπρο, σημείωσε ότι «η παρουσία του Ελληνισμού στην Κύπρο δείχνει μια αδιάσπαστη ιστορική συνέχεια που εκτείνεται σε βάθος τριανταπέντε αιώνων», ενώ υπογράμμισε ότι «Ελληνισμός και Χριστιανισμός πορεύθηκαν διαχρονικά μαζί», αποτελώντας «δύο άρρηκτα συνδεδεμένους πυλώνες της συλλογικής μας ταυτότητας».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις καταστροφικές συνέπειες της τουρκικής εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής, τονίζοντας ότι «ξεκίνησε η συστηματική λεηλασία και βεβήλωση των θρησκευτικών μνημείων», ενώ ανέφερε πως «πέραν των δεκαεπτά ναών έχουν κατεδαφιστεί» και πολλοί άλλοι έχουν εγκαταλειφθεί ή μετατραπεί σε άλλες χρήσεις. Όπως χαρακτηριστικά είπε, «ογδόντα περίπου ναοί μετετράπησαν σε τζαμιά», ενώ άλλοι χρησιμοποιούνται ως αποθήκες, στάβλοι ή έχουν αφεθεί στην εγκατάλειψη.
Ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε και στην παράνομη διακίνηση εκκλησιαστικών κειμηλίων, επισημαίνοντας ότι «ένας μεγάλος αριθμός θρησκευτικών κειμηλίων […] έχει κλαπεί και πωληθεί παράνομα στο εξωτερικό», ενώ «πολλές φορές η βάνδαλη αυτή πράξη έγινε με τέτοιο τρόπο, ώστε μεγάλο μέρος […] να έχει καταστραφεί για πάντα».
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, τόνισε την ανάγκη εντατικοποίησης των προσπαθειών, υπογραμμίζοντας ότι «ο αγώνας για τη διάσωση, προστασία και επαναπατρισμό των πολιτιστικών μας θησαυρών καθίσταται επιτακτική ανάγκη». Όπως ανέφερε, η Εκκλησία της Κύπρου συνεχίζει «με επιμονή και συνέπεια» τις προσπάθειες για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.
Κλείνοντας, χαρακτήρισε την ημερίδα «σημαντικό βήμα» για την ενίσχυση της συνεργασίας και της ευαισθητοποίησης, ευχόμενος «οι εργασίες της να είναι γόνιμες» και τα συμπεράσματά της να συμβάλουν ουσιαστικά «στη διαφύλαξη και αποκατάσταση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς».
Πηγή: Εκκλησία της Κύπρου














