Με ιδιαίτερη βαρύτητα και πνευματική χαρά απηύθυνε χαιρετισμό ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας κ. Ιωάννης κατά την έναρξη του Α΄ Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου με θέμα «Η Αλβανία στη Βυζαντινή Περίοδο», που πραγματοποιείται στα Τίρανα στις 5–6 Δεκεμβρίου 2025.
Απευθυνόμενος σε ακαδημαϊκούς, ερευνητές και προσκεκλημένους από το εξωτερικό, ο Αρχιεπίσκοπος εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του για την πρωτοβουλία, σημειώνοντας: «Με βαθιά πνευματική χαρά χαιρετίζω αυτή τη λαμπρή επιστημονική διοργάνωση, η οποία συγκροτήθηκε από την Ακαδημία Επιστημών της Αλβανίας, την Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας, το Πανεπιστήμιο Τιράνων, τα Κρατικά Αρχεία και την Αλβανική Εταιρεία Βυζαντινών Σπουδών».
Τόνισε ότι το συνέδριο αποτελεί «σημαντικό βήμα στην έρευνα της κοινής μας κληρονομιάς» και χαρακτήρισε το θέμα «εξαιρετικά επίκαιρο», καθώς οι παρουσιάσεις «θα προσφέρουν μοναδικό πλούτο πληροφοριών για την ιστορία και τον πολιτισμό της χώρας μας σε μια περίοδο λιγότερο γνωστή στο ευρύ κοινό».
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης υπογράμμισε ότι η μελέτη και ανάδειξη της βυζαντινής κληρονομιάς της Αλβανίας ενισχύει την εθνική ταυτότητα: «Η προώθηση της πλούσιας κληρονομιάς μας βοηθά στη διαφύλαξη της ταυτότητάς μας και της ιστορικής μας μνήμης».
Αναφερόμενος στη βαθύτερη σημασία του Βυζαντίου για την περιοχή, επεσήμανε: «Το Βυζάντιο δεν ήταν απλώς μια πολιτική αυτοκρατορία – ήταν ένας πολιτισμός που διαμόρφωσε την πνευματική, πολιτιστική και καλλιτεχνική ταυτότητα των βαλκανικών λαών».
Τόνισε ότι η βυζαντινή κληρονομιά άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ψυχοπνευματική συγκρότηση του αλβανικού λαού: «Χωρίς κατανόηση της ψυχολογικής και πολιτιστικής κατάστασης ενός έθνους, είναι δύσκολο να ερμηνευθούν πλήρως τα ιστορικά του γεγονότα».
Υπενθύμισε ότι οι πρόγονοι της Αλβανίας δεν ήταν απλοί δέκτες αλλά «ενεργοί συντελεστές», αναφέροντας χαρακτηριστικά τον Ιωάννη Κουκουζέλη, «υιό του Δυρραχίου και μεγάλο αναμορφωτή της βυζαντινής μουσικής».
Μιλώντας για τον διαχρονικό ρόλο της Εκκλησίας, σημείωσε ότι υπήρξε «γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, παρελθόντος και παρόντος, πίστης και πολιτισμού», ενώ «οι κώδικες, οι τοιχογραφίες και τα αρχαία μοναστήρια μαρτυρούν αδιάσπαστη πνευματική συνέχεια».
Αναφερόμενος στο έργο της Εκκλησίας μετά την πτώση του κομμουνισμού, είπε: «Πάνω από 150 ναοί και μονές έχουν αποκατασταθεί, η βυζαντινή μουσική παράδοση αναβιώνει, και η νέα γενιά ανακαλύπτει ξανά τους πνευματικούς θησαυρούς των προγόνων της».
Εξέχον παράδειγμα αυτής της αναβίωσης αποτελεί «ο χορός ‘Ιωάννης Κουκουζέλης’».
Ο Αρχιεπίσκοπος υπογράμμισε ότι η συνεργασία επιστήμης και Εκκλησίας έχει βαθιές ρίζες: «Η πίστη και η λογική πορεύονται μαζί από την εποχή των Πατέρων».
Διαβεβαίωσε δε ότι η Εκκλησία «παραμένει έτοιμη να στηρίξει την έρευνα» προσφέροντας αρχεία, χειρόγραφα και επιστημονική εμπειρία.
Κλείνοντας τον χαιρετισμό του, εξέφρασε την ευχή: «Ελπίζουμε οι εργασίες αυτού του συνεδρίου να φωτίσουν περαιτέρω την κοινή μας ιστορία και να εμπνεύσουν τις επόμενες γενιές».
Το συνέδριο συνεχίζεται με τη συμμετοχή διεθνώς αναγνωρισμένων επιστημόνων, προβάλλοντας τον πλούτο και τη σημασία της αλβανικής βυζαντινής κληρονομιάς.














