Τον ξεριζωμό από τις πατρογονικές τους εστίες βίωσαν οι λογοτέχνες και οι ακαδημαϊκοί που αποτύπωσαν σπαρακτικά στο έργο τους τον πόνο της Μικρασιατικής καταστροφής, τον διωγμό των Ελλήνων και τον δρόμο προς την προσφυγιά
«… Όπως, αν τύχει και μπεις μια νύχτα στην πολιτεία που σ’ ανάθρεψε κι έπειτα συθέμελη τη χάλασαν και την ξαναχτίσαν και παλεύεις να μετακινήσεις άλλους καιρούς για να ξαναβρεθείς…». Γιώργος Σεφέρης
Από τον ΣΩΤΗΡΗ ΛΕΤΣΙΟ
Οι μνήμες της Μικρασιατικής Καταστροφής -οδυνηρές όσο τίποτε άλλο-επανέρχονται κάθε φθινόπωρο στην επικαιρότητα αναβιώνοντας ένα τραύμα της ελληνικής κοινωνίας, που όσα χρόνια και εάν περάσουν, δύσκολα θα επουλωθεί. Μετά την καταστροφή της Σμύρνης το 1922 τον δρόμο της προσφυγιάς πήραν πάνω από 1.000.000 Έλληνες που κατοικούσαν από αιώνες στη γη της Ιωνίας. Οικογένειες αποδεκατίστηκαν και παιδιά αποβιβάστηκαν στην Ελλάδα δίχως τους γονείς τους. Ουκ ολίγοι και όσοι κατάφεραν μετά μυρίων βασάνων να επανενωθούν με τα συγγενικά τους πρόσωπα μετά την παρέλευση μηνών ή ακόμη και χρόνων.
Τον ξεριζωμό από τις πατρογονικές τους εστίες βίωσαν με τον δικό τους τρόπο και οι άνθρωποι των γραμμάτων και του πολιτισμού, που είδαν το φως της ζωής και ανατράφηκαν στα ευλογημένα χώματα των προγόνων τους. Μέσα στο έργο τους αποτυπώθηκαν ο πόνος, η καρτερία, ο αγώνας αλλά και η προσμονή για την ανατολή μιας καινούργιας ημέρας, όπου ο εφιάλτης θα παραχωρούσε τη θέση του στη χαρά της δημιουργίας.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Ο τιμημένος με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας Γιώργος Σεφέρης, γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1900. Το σπίτι που γεννήθηκε ο ποιητής ήταν τριώροφο, με εσωτερική αυλή, πηγάδι, κλειστή βεράντα προς τον δρόμο. Ηταν κτισμένο σ’ ένα γωνιακό οικόπεδο πολύ κοντά στην παραλία, στο λεγόμενο Κε. Η παιδική ηλικία στη Σμύρνη δεν συνοδεύτηκε με τις καλύτερες για τον ίδιο αναμνήσεις σε αντίθεση με εκείνες που διατηρούσε από την Σκάλα του Βουρλά: «Η Σμύρνη ήταν το ανυπόφορο σχολειό, τα πεθαμένα βροχερά κυριακάτικα απογέματα πίσω από το τζάμι, η φυλακή. Ένας κόσμος ακατανόητος, ξένος και μισητός. Η Σκάλα του Βουρλά ήταν ό,τι αγαπούσα. Ήταν για μένα ο μόνος τόπος που, και τώρα ακόμη, μπορώ να ονομάσω πατρίδα με την πιο ριζική έννοια της λέξης: ο τόπος όπου βλάστησαν τα παιδικά μου χρόνια. Αν η ζωή μου έγινε όπως έγινε ξετυλίχτηκε πάνω σε δυο παράλληλους δρόμους: ένα δρόμο υποχρεώσεων, υπομονής και συμβιβασμών, κι έναν άλλον όπου περπάτησε χωρίς συγκατάβαση, ελεύθερο, το βαθύτερο εγώ μου,¬ είναι γιατί γνώρισα κι έζησα, τα χρόνια εκείνα, δυο κόσμους ξεχωρισμένους καθαρά: τον κόσμο του σπιτιού της πολιτείας και τον κόσμο του σπιτιού της εξοχής» σημείωνε ο Σεφέρης.
Στις ημερολογιακές του σημειώσεις που εμπεριέχονται στο βιβλίο «Μέρες Ε» κατέγραφε τις εντυπώσεις του από την επίσκεψη στη Σμύρνη τον Ιούλιο του 1950: « Έπειτα, κατά τη Σμύρνη: γνώριμος αέρας, γνώριμο ύφος της εξοχής, και τ΄ άρωμα των βοτάνων. Έπειτα, σιγά σιγά από μέσα, σου ανεβαίνει στο μυαλό η γνωστή στη μνήμη, και τόσο άγνωστη τώρα, πολιτεία -Θεέ μου, τι πάω να κάνω… Όπως, αν τύχει και μπεις μια νύχτα στην πολιτεία που σ’ ανάθρεψε κι έπειτα συθέμελη τη χάλασαν και την ξαναχτίσαν και παλεύεις να μετακινήσεις άλλους καιρούς για να ξαναβρεθείς…». Τα τζάμια του κάτω παραθύρου σπασμένα, η σιδερένια πόρτα φριχτά σκουριασμένη -δε θα την ξανάβαψαν από τα δικά μας τα χρόνια. Έχω ακόμη το κλειδί της στην Αθήνα(…)Προσπάθησα να κοιτάξω το εσωτερικό του σπιτιού…ξεχώρισα το τζαμωτό χώρισμα της τραπεζαρίας(…)Πέρα από το περιβόλι, ξαφνιάστηκα που το μαγκανοπήγαδο βγάζει ακόμη νερό. Ζει και η μουριά που το ίσκιαζε. Από το άλλο μέρος, δεξιά, η πιο μεγάλη απουσία: ο γερο-πλάτανος μάς άφησε χρόνους. Η εκκλησιά μας, του Αγίου Νεκταρίου του Βουρλιώτη, (ο Άης Νικόλας ο μάρτυρας για τους Βουρλιώτες), έχει γίνει σχολείο. Βλέπω τη μάνα μου, με το ασημωμένο εικόνισμα της Παναγιάς στην αγκαλιά της πηγαίνοντας εκεί κάθε Δεκαπενταύγουστο».
«ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΑ, ΛΕΩ. ΛΙΓΟ ΧΩΜΑ. ΓΗ, ΑΙΟΛΙΚΗ ΓΗ, ΓΗ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ»
Ο Ηλίας Βενέζης γεννήθηκε στο Αϊβαλί (Κυδωνίες) το 1904. Ήταν μόλις 18 ετών στην καταστροφή της Σμύρνης, όταν αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και εστάλη μαζί με άλλους 3.000 Αϊβαλιώτες στα Τάγματα Εργασίας για 14 μήνες. Στο απόσπασμα που ακολουθεί από το βιβλίο «Αιολική Γη», ο Ηλίας Βενέζης περιγράφει με σπαραχτικό τρόπο τον διωγμό των Ελλήνων και τον δρόμο προς την προσφυγιά: «Τα άστρα όλα έχουν βγει. Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα παιδικά όνειρά μας. Το κύμα χτυπά τη μάσκα του καϊκιού μας και τα κοιμίζει. Κοιμηθείτε, όνειρά μας. Στην ξένη χώρα που πάμε πρόσφυγες τι άραγες να μας περιμένει, τι μέρες να είναι ν΄ ανατείλουν; Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα όνειρά μας(…) Η νύχτα ρούφηξε μέσα της τα σχήματα και τους όγκους. Η γιαγιά γέρνει το κεφάλι της να το ακουμπήσει στα στήθια που την προστατέψανε όλες τις μέρες της ζωής της. Κάτι την μποδίζει και δεν μπορεί να βρει το κεφάλι ησυχία: Σαν ένας βόλος να είναι κάτω απ’ το πουκάμισο του γέροντα. -Τι είναι αυτό εδώ; ρωτά σχεδόν αδιάφορα. Ο παππούς φέρνει το χέρι του. Το χώνει κάτω απ’ το ρούχο, βρίσκει το μικρό ξένο σώμα που ακουμπά στο κορμί του και που ακούει τους χτύπους της καρδιάς του. -Τι είναι; -Δεν είναι τίποτα, λέει δειλά ο παππούς, σαν παιδί πού έφταιξε. Δεν είναι τίποτα. Λίγο χώμα είναι. -Χώμα! Ναι, λίγο χώμα απ’ τη γη τους. Για να φυτέψουν ένα βασιλικό, της λέει, στον ξένο τόπο που πάνε. Για να θυμούνται. Αργά τα δάχτυλα του γέροντα ανοίγουν το μαντίλι όπου είναι φυλαγμένο το χώμα. Ψάχνουν κει μέσα, ψάχνουν και τα δάχτυλα της γιαγιάς, σα να το χαϊδεύουν. Τα μάτια τους, δακρυσμένα, στέκουν εκεί. -Δεν είναι τίποτα, λέω. Λίγο χώμα. Γη, Αιολική Γη, Γη του τόπου μου».
«ΜΟΛΙΣ ΒΓΗΚΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ ΤΑ ΞΕΧΑΣΑ ΟΛΑ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΕΙΛΙΑ ΜΟΥ»
Μια από τις πιο αγαπημένες συγγραφείς των μεταπολεμικών γενεών στην Ελλάδα υπήρξε και η Διδώ Σωτηρίου. Αν και γεννήθηκε στο Αϊδίνι έζησε στη Σμύρνη από το 1914 έως και το 1922. Στο έργο-σταθμός της ελληνικής λογοτεχνίας «Ματωμένα Χώματα» η Διδώ Σωτηρίου παρέδωσε συγκλονιστικές περιγραφές τόσο για την Σμύρνη αλλά και για τους ανθρώπους της. Ο Μανώλης Αξιώτης, κεντρικό πρόσωπο του έργου, αφηγείται τις πρώτες του εντυπώσεις από την πόλη: «Σεπτέµβρης ήταν του 1910, όταν πρωτοκατέβηκα στη Σµύρνη. Θυµάµαι πόσο σκιάστηκα μόλις βρέθηκα μοναχός σε μια τόσο μεγάλη πολιτεία. Κανένα δεν ήξερα και κανένας δεν μ΄ ήξερε να με καλωσορίσει. Ένιωθα σαν το ξεριζωμένο δεντρί. Μόλις βγήκα στην προκυμαία τα ξέχασα όλα, ακόμη και την δειλία μου. Ήρθαν οι εντυπώσεις και με πήραν απαλά και με μερώσανε και δεν ήξερα τι να πρωτοδώ και τι να πρωτοχαρώ. Τη θάλασσα, τα βαποράκια της Χαμιδέ που σκίζανε το νερό δίχως να βουλιάζουν; Τα μεγάλα μαρμαρένια σπίτια, με τα ξύλινα κλειστά, όλο μυστήριο, μπαλκόνια τους; Τις καρότσες με το ρυθμικό χτύπο τους πάνω στο γρανιτένιο πλακόστρωτο; Ή όλον εκείνο το χαρωπό, ξέγνοιαστο κόσμο που μπαινόβγαινε με σαματά στις λέσχες και στα καφενεία κι έμοιαζε να ζει πανηγύρι;»
«Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΜΟΥ ΔΙΕΛΥΣΕ ΒΑΡΒΑΡΑ ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΑΘΩΩΤΗΤΑΣ
Ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος υπήρξε μια πολυσχιδής προσωπικότητα: φιλόσοφος, νομικός και ακαδημαϊκός κουβαλούσε πάντα μέσα του την ανάμνηση της Σμύρνης. Στο βιβλίο του «Αναπολήσεις» εξιστορεί μέρος των όσων αποτυπώθηκαν στη σκέψη του: «Η Καταστροφή (της Σμύρνης) μου διέλυσε βάρβαρα το συναίσθημα της παιδικής αθωότητας. Η αρωματισμένη ατμόσφαιρα της Προκυμαίας με τη μεθυστική ομορφιά του περιβάλλοντος και με το φαντασμαγορικό θέαμα του δυσμικού ήλιου επάνω στις αλυκές της Φώκαιας υποκαταστάθηκαν στη συνείδηση μου από τη φρίκη της φωτιάς και του ολέθρου. Μέχρι και την εφηβική μου ηλικία η συνείδησή μου διατηρούσε τη ζοφερή ανταύγεια του πυρπολημένου μεγαλείου της Σμύρνης.
Σε αντίθεση προς την ανευμάρεια του βίου στα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς με διακατείχε συναίσθημα υπερηφάνειας για τη σμυρναϊκή μου καταγωγή(…) και αναπολούσα με ανάμεικτα συναισθήματα και σαν άρνηση κάπως και υπερνίκηση της προσφυγικής δυσπραγίας, την ευτυχισμένη και πρόσχαρη ζωή των περισσότερων Σμυρναίων πριν την Καταστροφή, τις εορτές σε όργιο χλιδής και χαράς, ιδιαίτερα στην περίοδο των Απόκρεω(…) Η κατάσταση της υγείας μας ήταν πολύ άσχημη και ιδιαίτερα του ενάμισυ έτους αδελφού μας. Και ο πατέρας μας αποφάσισε να διακινδυνεύσομε την προσπάθεια για επιβίβασή μας σε πλοίο, έστω και αν κρατηθεί ο ίδιος, γιατί διαφορετικά θα πεθάνουν από την κακουχία τα παιδιά. Με την άτεγκτη επιμονή του πατέρα μας επιχειρήσαμε την προσπέλαση προς τα πλοία. Εκείνος κρατήθηκε όμηρος. Η μητέρα και τα παιδιά επιβιβασθήκαμε στο εγγύτερο πλοίο, με δάκρυα για την κράτηση του πατέρα. Ήταν εκεί πλήθος ήδη παιδιά και γυναίκες, αλλά και θρήνος και οδυρμός για τους από τους Τούρκους κρατημένους άνδρες».
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”















