Από τον ΓΙΑΝΝΗ ΖΑΝΝΗ*
«Η ημερομηνία της 29ης Μαΐου του 1453 αποτελεί σημείο στροφής στη Ιστορία. Σημειώνει το τέλος μιας παλιάς ιστορίας, της ιστορίας του βυζαντινού πολιτισμού. Επί χίλια εκατό χρόνια στάθηκε εκεί στον Βόσπορο μια Πόλη, όπου το πνεύμα θαυμαζόταν και η μάθηση και τα γράμματα του κλασσικού παρελθόντος σπουδάζονταν… Υπήρξε μια Πόλη, της οποίας οι ηγεμόνες επί σειρά ετών είχαν εμπνεύσει και ενθαρρύνει μια σχολή τέχνης , που δεν έχει όμοιό της στην ανθρώπινη Ιστορία, μια τέχνης που προέκυψε από μια διαρκώς ποικίλουσα ανάμιξη της ψυχρής διανοητικής ελληνικής έννοιας της αρμονίας των πραγμάτων και μια βαθιάς θρησκευτικής, που είδε στα έργα της τέχνης την ενσάρκωση του Θείου και την καθαγίαση της ύλης. Υπήρξε επίσης μια πόλη, όπου μαζί με τα εμπορεύματα ανταλλάσσονταν ιδέες με ελευθερία σκέψης, και της οποίας οι πολίτες έβλεπαν τους εαυτούς τους όχι σαν μια φυλετική μονάδα, αλλά ως τους κληρονόμους της Ελλάδας και της Ρώμης, φωτοστεφανωμένους από τη χριστιανική πίστη».
Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον κορυφαίο βυζαντινολόγο Στήβεν Ράνσιμαν και αποδίδουν κατά τον αρτιότερο τρόπο της εικόνα του μεσαιωνικού μας πολιτισμού, που σαρώθηκε αμετάκλητα την αποφράδα εκείνη Τρίτη. Δεν επρόκειτο για την άλωση μιας πόλης, αλλά για τη ρίζα και τη μήτρα της ελληνικής αυτοκρατορίας, στη μνήμη της οποίας επέζησε και διασώθηκε το Γένος μας από τον αφανισμό.
Και στους αιώνες που ακολούθησαν, μέχρι τα πολύ πρόσφατα χρόνια, ο λαός δεν ξέχασε ποτέ τους θρήνους που έφτασαν με τη φριχτή είδηση. Οι Ρωμιοί δεν λησμονούσαν τη μαύρη εκείνη Τρίτη, μια μέρα αποφράδα στη μνήμη των Ελλήνων, και οι ψυχές τους σκιρτούσαν και το θάρρος τους δυνάμωνε όταν μιλούσαν για τον τελευταίο χριστιανό αυτοκράτορα, που όρθιος, ατρόμητος μπροστά στο ρήγμα, εγκαταλειμμένος από τους Δυτικούς συμμάχους του, απέκρουε τους απίστους μέχρι που ο αριθμός τους τον κατέβαλε και έπεσε με την Αυτοκρατορία ως σάβανό του:
«Έτσι καθώς εστέκονταν ορθός μπροστά στην πύλη
κι άπαρτος μες στη λύπη του…
…Πάντοτε με μια λέξη μες στα δόντια του άσπαστη κειτάμενος,
Αυτός, ο τελευταίος Έλληνας!», όπως τον περιγράφει ο Οδυσσέας Ελύτης στο ποίημα «Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου».
Χάρη στην Εθναρχούσα Εκκλησία, το Γένος άρχισε να συνέρχεται σιγά-σιγά από το πρώτο μούδιασμα και να ξαναζετένεται στην «αποσταμένη ελπίδα». Και η Άλωση να γίνεται αρχικά θρήνος, αλλά κατόπιν θρύλος, τραγούδι, ελπίδα, ποίηση.
Θρήνοι όπως το ανακάλημα της Κωνσταντινόπολης:
«Θρῆνος, κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμός, καὶ στεναγμὸς καὶ λύπη,
θλῖψις ἀπαραμύθητος έπεσε τοῖς Ῥωμαίοις!
Ἐχάσασιν τὸ σπίτιν τους, τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν,
τὸ θάρρος καὶ τὸ καύχημα καὶ τὴν ἀπαντοχήν τους».
Ή ο θρήνος των Ποντίων «Πάρθεν», που στα νεώτερα χρόνια θα συγκινήσει ιδιαίτερα τον Καβάφη:
Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
………..:
Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.
Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλν’ αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ’ την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Pωμανία πάρθεν.»
Πριν ριχτεί στην τελική μάχη μέσα στα στίφη των εχθρών, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ ο Παλαιολόγος, αφαίρεσε τα αυτοκρατορικά του διάσημα. Έτσι, οι Τούρκοι (στην αρχή τουλάχιστον) δεν αναγνώρισαν το σώμα. Προσπέρασαν έναν άγνωστο νεκρό.
Το γεγονός εντυπώθηκε στη συλλογική μας μνήμη και εξ αυτού γεννήθηκε ο θρύλος ότι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν πέθανε, αλλά μεταφέρθηκε από Άγγελο Κυρίου σε τόπο που κανείς δεν ξέρει και κοιμάται, ως την ημέρα που ο Άγγελος θα τον ξυπνήσει, για να ηγηθεί του Χριστιανικού στρατού που θα ανακαταλάβει την Πόλη:
«Όταν ήρθε η ώρα να τουρκέψει η Πόλη, και μπήκαν μέσα οι Τούρκοι, έτρεξε ο βασιλιάς καβάλα στ’ άλογό του να τους εμποδίσει. Ήταν πλήθος αρίφνητο η Τουρκιά, χιλιάδες τον έβαλαν στη μέση, κι εκείνος χτυπούσε κι έκοβε αδιάκοπα με το σπαθί του. Τότε εσκοτώθη τ’ άλογό του κι έπεσε κι αυτός. Κι εκεί ένας Αράπης σήκωσε το σπαθί του να χτυπήσει το βασιλιά, ήρθε άγγελος Κυρίου και τον άρπαξε, και τον πήγε σε μια σπηλιά βαθιά στη γη κάτω, κοντά στη Χρυσόπορτα. Εκεί μένει μαρμαρωμένος ο Βασιλιάς και καρτερεί την ώρα να ’ρθει πάλι ο άγγελος να τον σηκώσει. Οι Τούρκοι το ξεύρουν αυτό, μα δεν μπορούν να βρουν τη σπηλιά που είναι ο βασιλιάς. Γι΄ αυτό έχτισαν την πόρτα που ξεύρουν πως από αυτή θα έμπει ο βασιλιάς για να τους πάρει πίσω την Πόλη. Μα όταν είναι το θέλημα του Θεού, θα κατεβεί ο άγγελος στη σπηλιά και θα τον ξεμαρμαρώσει, και θα του δώσει στο χέρι πάλι το σπαθί, που είχε στη μάχη. Και θα σηκωθεί ο βασιλιάς, και θα μπει στην Πόλη από τη Χρυσόπορτα, και κυνηγώντας με τα φουσάτα του τους Τούρκους, θα τους διώξει ως την Κόκκινη Μηλιά».
Το ποίημα του Βιζυηνού για τον
Παλαιολόγο, τα ψάρια στο Αγίασμα
του Μπαλουκλί που ζωντάνεψαν και
η ελπίδα για ανασύσταση του Βασιλείου
Πολύ όμορφα αποτυπώνει τον θρύλο ο Γεώργιος Βιζυηνός στο ποίημά του «Ο τελευταίος Παλαιολόγος», όταν το παιδί, ακόυγοντας από τη γιαγιά του την διήγηση για τον αυτοκράτορα και τα γεγονότα της Αλώσεως, την ρωτά: «Καὶ τώρα πιὰ δὲν εἰμπορεῖ, γιαγιάκα, νὰ ξυπνήσῃ;» και εκείνη του απαντά: «Ὢ βέβαια! Καιροὺς καιρούς, σηκώνει τὸ κεφάλι, στὸν ὕπνο τὸν βαθύ του, καὶ βλέπ᾿ ἂν ἦρθεν ἡ στιγμή, πὤχ᾿ ὁ Θεὸς ὁρίσει, καὶ βλέπ᾿ ἂν ἦρθ᾿ ὁ ἄγγελος γιὰ νὰ τοῦ φέρῃ πάλι τὸ κοφτερὸ σπαθί του».
Γνωστός είναι και ο θρύλος με τα ψάρια στο Αγίασμα του Μπαλουκλί, που ζωντάνεψαν και πήδηξαν από το τηγάνι του ηγούμενου και πλέουν στο νερό του Αγιάσματος, μέχρι να απελευθερωθεί η Πόλη και ο Ηγούμενος να σηκωθεί και να τα αποτηγανίσει: «Τὴν Πόλη Τούρκου δὲν πατοῦν κι’ Ἀγαρηνοῦ ποδάρια! Μὲ φαίνεται σὰν ψεῦμα!
Μ’ ἂν ἦν’ ἀλήθεια τὸ κακό, νὰ σηκωθοῦν τὰ ’ψάρια νὰ πέσουν μέσ᾿ στὸ ῥεῦμα!—Ἀκόμ’ ὁ λόγος ’βάσταγε, τὰ ’ψάρι’ ἀπ’ τὸ τηγάνι,
τὴν μία μεριὰ ’ψημένα, ’πηδήξανε κ’ ἐπέσανε στῆς λίμνης τὴν λεκάνη,
γερά, ζωντανεμμένα. Ἀκόμ’ ’ως τώρα πλέουνε, κόκκιν’ ἀπὸ τὸ μέρος,
ὅπου τὰ εἶχε ’ψήσει. Φυλάγουν τὸ Βυζάντιο ν’ ἀναστηθῇ κι’ ὁ γέρος—
νὰ τ’ ἀποτηγανίσῃ».
Μέσα από τους θρύλος αυτούς, το Γένος ζέσταινε την ελπίδα του λυτρωμού, που σήμαινε στη συλλογική συνείδηση την ανασύσταση του χριστιανικού βασιλείου:
“Στην πόρτα της Αγιά-Σοφιάς, που σφάλισεν
ενός αγγέλου χέρι,
διπλοσφαγμένος έπεσ’ ο Δικέφαλος
απ’ τ’ άπιστο μαχαίρι.
Στην πόρτα της Αγιά-Σοφιάς, σπαράζοντας
με ματωμένα στήθη,
τις δυο φτερούγες άπλωσ’ ο Δικέφαλος
και πάλι ορθός εστήθη.
Και στοίχειωσε και θέριεψε και πλήθυνεν
ο νεκραναστημένος
κι έγιν’ ο ένας μύριοι αϊτοί Δικέφαλοι
στο δουλωμένο Γένος”.
θα γράψει ο Γ. Δροσίνης στο ποίημά του «ο Δικέφαλος».
Στα Απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη που κατέγραψε ο Γ. Τερτσέτης, διασώζεται ο διάλογος του ΄Βρετανού πλοιάρχου Χάμιλτον με τον Γέρο του Μοριά:
«Μίαν φοράν, όταν επήραμεν το Ναύπλιον, ήλθε ο Άμιλτων να με ιδή. Μου είπε ότι : “Πρέπει οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμόν και η Αγγλία να μεσιτεύση”. Εγώ του αποκρίθηκα ότι: “Αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος. Εμείς, καπετάν Άμιλτων, ποτέ συμβιβασμόν δεν εκάμαμεν με τον Τούρκο. Άλλους έκοψε, άλλους εσκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς εμείς, εζούσαμεν ελεύθεροι από γενεά εις γενεά. Ο βασιλεύς μας (εννοώντας τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο) εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε. Η φρουρά του είχε παντοτινόν πόλεμον με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήταν πάντοτε ανυπότακτα”.
Και στην απορία του Χάμιλτον ποια ήταν τα φρούρια και η φρουρά του βασιλέως, ο Κολοκοτρώνης απάντησε: “Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι κλέφτες, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά”.
Είναι χαρακτηριστικός και ο στίχος ενός γαμήλιου τραγουδιού, που δίνει στη νύφη την ευχή: «Πρώτη σου γέννα, νύφη μας, Θεός να τ’ αξιώσει, μέσα στην Κόκκινη Μηλιά τους Τούρκους να ζυγώσει».
Ήταν η ελπίδα εκείνη που κράτησε το Γένος όρθιο μέσα στα ερείπια, που το τροφοδοτούσε με την προσδοκία της απελευθέρωσης, της ανασύστασης της αυτοκρατορίας. Ένας μικρός λαός, που μέχρι το 1922 ανάσαινε τον αέρα μιας περίπου αυτοκρατορίας, όπως θα γράψει ο Ελύτης. Ένας λαός που ζούσε με το όνειρο της τελικής νίκης του φωτός απέναντι στο σκοτάδι. Χαρακτηριστικός και ο στίχος του Καρυωτάκη:
«Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολύ δε θα προσμένεις.
Ένα πρωί απ’ τα νερά του Βόσπορου κει πέρα
θε να προβάλει λαμπερός, μιας Λευτεριάς χαμένης,
ο ασημένιος ήλιος. Ω, δοξασμένη μέρα!»
«ΕΝΤΑΧΘΗΚΕ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΑΧΩΡΗΤΟΥ»
Τελειώνοντας το ταξίδι αυτό στη μνήμη της Αλώσεως, θα υπενθυμίσουμε τα λόγια της Μαριάννας Κορομηλά, στον επίλογο του αριστουργηματικού της πονήματος «Η Ύστατη Αγωνία της Βυζαντινής Πρωτεύουσας»: «Το τελευταίο μήνυμα που έστειλε η βυζαντινή πρωτεύουσα ξεπερνά τα γεγονότα που καταγράφονται στα βιβλία της πολιτικής ιστορίας. Στη συνείδηση της Ρωμιοσύνης, στη συνείδηση ολόκληρου του Ορθόδοξου κόσμου, η Άλωση δεν έγινε ποτέ. Η Πόλις της Θεοτόκου, απροσμάχητος, ανυψώθηκε πάνω από τα μπαϊράκια κι εντάχθηκε στη Χώρα του Αχωρήτου».
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”














