Από τον ΓΙΑΝΝΗ ΖΑΝΝΗ*
Στις 19 Ιουνίου η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη ενός κορυφαίου Οσίου ασκητού, του Αγίου Παϊσίου του Μεγάλου, που έζησε στην Αίγυπτο τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Προφανώς προς τιμήν του δόθηκε αυτό το όνομα στον σύγχρονό μας μεγάλο Αγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη κατά τη μεγαλοσχημία του.
Ο Οσιος Παΐσιος ο Μέγας γεννήθηκε πιθανότατα περί το 320 μ.Χ. στο χωριό Σένσα της επαρχίας Αλ Μινούφια, στην Κάτω Αίγυπτο, και ήταν ο τελευταίος από τα επτά παιδιά της οικογένειάς του. Αγγελος Κυρίου είχε εμφανιστεί στη μητέρα του και της ζήτησε να αφιερώσει στον Κύριο ένα από τα παιδιά της. Η ευσεβής γυναίκα προσφέρθηκε αμέσως να αφιερώσει το υγιέστερο και δυνατότερο από τα επτά, όμως ο Αγγελος της είπε ότι ο Θεός είχε επιλέξει το μικρότερο και πιο φιλάσθενο ανάμεσά τους, τον μικρό Παΐσιο. Ετσι, παιδιόθεν ο Οσιος αφιερώθηκε στον Θεό και διαβιούσε με νηστεία και προσευχή, αποφεύγοντας τις συναναστροφές, επιδιώκοντας τη μόνωση και μελετώντας τις Αγιες Γραφές.
Σε ηλικία 20 ετών ο Οσιος Παΐσιος «ἐξῆλθεν ἐκ τῆς γῆς, καὶ ἐκ τῆς συγγενείας του, καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός του» στη γη που του υπέδειξε ο Κύριος, στην έρημο της Νιτρίας, όπου άνθιζε ο μοναχισμός, και υποτάχτηκε στον μεγάλο γέροντα, τον αβά Παμβώ, επιδοθείς μετά ζήλου στην προσευχή, στη νηστεία, στην άσκηση και την υπακοή, μαζί με τον φίλο του Αγιο Ιωάννη τον Κολοβό, ο οποίος συνέγραψε αργότερα και τον κατά πλάτος βίο του Οσίου.
Μετά την κοίμηση του αβά Παμβώ, ο Παΐσιος, κατόπιν θείας αποκαλύψεως, εγκαταστάθηκε σε ένα απόμακρο σημείο της ερήμου για να επιδοθεί σε μεγαλύτερους ασκητικούς αγώνες. Η φήμη του όμως διαδόθηκε σύντομα και πλήθος μοναχών συγκεντρώθηκε γύρω του, ώστε να αναγκαστεί να ιδρύσει ησυχαστήριο για να εγκαταστήσει τους μαθητές του.
Οταν στα μετέπειτα χρόνια άρχισαν βαρβαρικές επιδρομές στην περιοχή, ο Οσιος Παΐσιος και οι μαθητές του μετεγκαταστάθηκαν στην Αντινόη, νότια του σημερινού Καΐρου. Ο φίλος του Αγιος Ιωάννης ο Κολοβός τον ρώτησε αν φοβήθηκε τους βαρβάρους, αλλά ο Οσιος Παΐσιος τού απάντησε ότι ο λόγος της μετεγκαταστάσεως ήταν από φόβο μη χάσει την ψυχή του εκείνος που θα τον σκότωνε.
Ο Θεός τον προίκισε με το διορατικό χάρισμα και οι μοναχοί που ζητούσαν την καθοδήγησή του διηγούνταν με θαυμασμό στον Αγιο Ιωάννη τον Κολοβό ότι ο Οσιος Παΐσιος τούς φανέρωνε όλα τα πάθη που είχαν κρυμμένα στα μύχια της καρδιάς τους, τα οποία μόνον ο Θεός μπορεί να γνωρίζει. Κάποια φορά, ενώ προσευχόταν, τον επισκέφθηκε ο Δεσπότης Χριστός, συνοδευόμενος από δύο Αγγέλους, όπως είχε επισκεφθεί παλαιότερα τον Πατριάρχη Αβραάμ. Και του είπε «χαίρε, Παΐσιε, σήμερα πρέπει να μας φιλοξενήσεις».
Ο Οσιος τους δέχθηκε με πολλή χαρά και άρχισε να πλένει τα πόδια του Χριστού. Για την εποχή εκείνη αυτή η κίνηση ήταν το μεγαλύτερο χαρακτηριστικό της φιλοξενίας. Ο Σωτήρας τότε στράφηκε στο μέρος του και του είπε: «Εἰρήνη σοι τῷ ἐκλεκτῷ Μου θεράποντι». Και έγινε άφαντος. Ο Οσιος, φλεγόμενος από τον θείο έρωτα εκείνης της συνομιλίας, όπως ο Κλεόπας μετά την Ανάσταση, πήρε το νερό της λεκάνης, το απόνιμμα των αχράντων ποδών του Δεσπότου, και το ήπιε ως αγίασμα, προτρέποντας και έναν μαθητή του να κάνει το ίδιο.
Είχε λάβει το χάρισμα να μην έχει ανάγκη της τροφής. Μοναδική του τροφή ήταν η μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων. Συχνά τον επισκεπτόταν ο Δεσπότης Χριστός και συνομιλούσαν. Ο Οσιος Τον παρακαλούσε να τον απαλλάξει από διάφορα πάθη και ο Χριστός τον καθοδηγούσε με ανάλογες προτροπές για καθένα από αυτά.
Κάποτε τον επισκέφθηκε ο φίλος του Αγιος Ιωάννης ο Κολοβός. Φτάνοντας έξω από το κελί του άκουσε συνομιλίες και κατάλαβε ότι ο Οσιος είχε επισκέπτες. Δίστασε λοιπόν να χτυπήσει την πόρτα, σκεπτόμενος ότι πιθανόν να διέκοπτε τη συζήτηση του φίλου του με τους επισκέπτες του. Κάποια στιγμή ο Οσιος βγήκε από το κελί του και βλέποντας τον φίλο του τον αγκάλιασε περιχαρής και τον ασπάστηκε. Οταν όμως ο Αγιος Ιωάννης μπήκε μέσα στην καλύβα του Οσίου Παϊσίου, δεν είδε κανέναν από τους επισκέπτες και απόρησε. Δεν είχε βγει από την καλύβη κανένας πλην του Οσίου, άρα θα έπρεπε να βρίσκονται ακόμα εκεί. Μάταια όμως αναζήτησε να τους δει. Και ρώτησε απορημένος τον φίλο του πού πήγαν οι επισκέπτες με τους οποίους συνομιλούσε.
Αναγκάστηκε τότε ο όσιος Παΐσιος να του αποκαλύψει την ουράνια επίσκεψη που είχε. «Φίλε μου», του είπε, «εκείνος που συνομιλούσε μαζί μου ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο πρώτος βασιλιάς των χριστιανών. Ηλθε από τον ουρανό, σταλμένος από τον Θεό, και μου αποκάλυψε: «Είστε μακάριοι εσείς που ακολουθήσατε τον μοναχικό βίο· στ’ αλήθεια, για εσάς είναι ο πρώτος μακαρισμός του Σωτήρος». Εγώ τον ρώτησα: «Ποιος είσαι εσύ, κύριέ μου, που τα λες αυτά και μακαρίζεις εμάς τους μοναχούς;». «Είμαι ο Κωνσταντίνος και κατέβηκα από τον ουρανό για να σου φανερώσω τη δόξα που απολαμβάνουν εκεί οι μοναχοί και για την οικειότητα και την παρρησία που έχουν απέναντι στον Χριστό. Και μακαρίζω κι εσένα, Παΐσιε, που τους παρακινείς για αυτή τη μοναχική πολιτεία και την άσκηση. Και μέμφομαι τον εαυτό μου, που δεν συγκαταλέχθηκα κι εγώ στις τάξεις τους». Κι εγώ του απάντησα: «Γιατί, ένδοξε βασιλέα, μέμφεσαι τον εαυτό σου; Εσύ δεν είσαι εκείνος που κατήργησε τη λατρεία των ειδώλων και ύψωσε τον Τίμιο Σταυρό στα ανάκτορα και στις πόλεις; Δεν έκανες την Εκκλησία να ευημερήσει και να βασιλεύσει η αλήθεια του Χριστού στον κόσμο; Ο Κύριος δεν σε αντάμειψε για όλα τούτα;» «Ναι», μου απάντησε εκείνος, «την απόλαυσα, ο Χριστός με αντάμειψε για όλα αυτά. Αλλά δεν έχω την ίδια παρρησία με τους μοναχούς, ούτε την ίδια τιμή με κείνους. Εβλεπα τις ψυχές τους, που όταν χωρίζονταν από τα σώματά τους πετούσαν σαν αετοί και ανέβαιναν με θάρρος στους ουρανούς, χωρίς να τολμούν να τους πλησιάσουν τα τάγματα των δαιμόνων». «Και ενώ συζητούσαμε», συνέχισε ο Οσιος, «ήλθες εσύ, αδελφέ Ιωάννη».
Πολλά είναι τα θαυμαστά περιστατικά από τον βίο του μεγάλου αυτού Οσίου και δεν είναι δυνατόν να επαρκέσει ο χώρος να τα διηγηθεί κανείς. Θα κλείσουμε με την αναφορά ενός ακόμα.
Κάποιος μαθητής του Οσίου, απλός στη σκέψη και άκρως υπάκουος, πήγε κάποια μέρα στην πόλη για να πουλήσει ένα εργόχειρο. Σημειωτέον, από τα εργόχειρα αυτά οι μοναχοί εξασφάλιζαν τα προς το ζην με τα πενιχρά έσοδά τους. Στον δρόμο συνάντησε έναν Εβραίο και συνέχισαν μαζί την πορεία τους. Αρχισαν να συζητούν για διάφορα θέματα και κάποια στιγμή ο Εβραίος τού είπε ότι ο Μεσσίας δεν είναι ο Εσταυρωμένος που πιστεύουν οι χριστιανοί, αλλά άλλος, που αναμένουν οι Εβραίοι. Απλοϊκός, όπως είπαμε, ο μοναχός τού απάντησε ότι πιθανόν να είναι κι έτσι. Ομως την ίδια στιγμή εξέπεσε από τη Χάρη του Αγίου Βαπτίσματος.
Οταν τελείωσε το διακόνημά του και επέστρεψε στη σκήτη, ο Οσιος Παΐσιος δεν τον δεχόταν καθόλου, ούτε συνομιλούσε μαζί του, ούτε του έδινε σημασία. Ηταν σχεδόν σαν να τον απέφευγε. Λυπημένος εκείνος από την ανεξήγητη στάση του γέροντά του, τον ρώτησε: «Γιατί με αποφεύγεις, πάτερ, και δεν θέλεις να με δεις;». Και ο γέροντας του αποκρίθηκε: «Μα ποιος είσαι εσύ; Δεν σε ξέρω». «Γέροντα, δεν είμαι ο τάδε μαθητής σου που με έστειλες στην πόλη να πουλήσω το εργόχειρο;» ξαναρώτησε ο μοναχός. «Ο μαθητής μου εκείνος ήταν βαπτισμένος χριστιανός. Εσύ όμως δεν είσαι. Αν είσαι, να ξέρεις ότι έφυγαν από σένα η Χάρη του Βαπτίσματος και τα σημάδια των χριστιανών. Πες μου, σου συνέβη κάτι στον δρόμο;» Εκείνος δεν σκέφτηκε τη συνομιλία με τον Εβραίο και του είπε ότι δεν είχε συμβεί κάτι.
Ο γέροντας του είπε να απομακρυνθεί από αυτόν, γιατί δεν άντεχε να ακούει ομιλία ανθρώπου που είχε αρνηθεί τον Χριστό. Καθώς ο μαθητής του έκλαιγε απαρηγόρητος, διαβεβαιώνοντάς τον ότι ήταν αυτός, ο Οσιος τον ρώτησε μήπως είχε συνομιλήσει με κάποιον στον δρόμο. Τότε ο μαθητής θυμήθηκε τη συζήτηση με τον Εβραίο και την είπε στον γέροντα. Ο Οσιος κατάλαβε ότι εκεί οφειλόταν η εγκατάλειψη της Χάριτος. Ο Οσιος προσευχήθηκε θερμά στον Χριστό και σύντομα η Χάρη του Αγίου Βαπτίσματος επανήλθε εν είδει περιστεράς στον απλοϊκό εκείνον μαθητή.
Το μοναστήρι του Οσίου βρίσκεται στην Κοιλάδα της Νιτρίας, στην Αίγυπτο, και υπάγεται στη δικαιοδοσία των Κοπτών, όπως και τα περισσότερα, ατυχώς, από τα αρχαία μοναστήρια της Αιγύπτου. Το σκήνωμά του διατηρείται άφθαρτο. Τα κύρια σημεία της διδασκαλίας του τονίζουν την ταπείνωση, την υπακοή και την αγάπη προς πάντας: «Ο ταπεινός άνθρωπος είναι δυνατός με την αδυναμία του, γιατί ο Χριστός αναπαύεται σ’ αυτόν». «Ο Θεός αποκαλύπτεται σ’ εκείνον που αγαπά σιωπηλά και διακονεί αθόρυβα». «Μη ζητάς να δεις τον Χριστό με τα μάτια, αλλά να Τον δεις στον αδελφό σου». «Εκείνον που ταπεινώνει τον εαυτό του θα τον επισκεφθεί ο ίδιος ο Κύριος».
Οι μαθητές του διατήρησαν την παράδοση του αυστηρού ασκητισμού και της αγάπης προς τον πλησίον.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”














