Η 2α Αυγούστου αποτελεί ημερομηνία-σταθμό για την Ορθόδοξος Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Αλβανίας. Την ημέρα αυτή, το 1992, ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος ενθρονίστηκε στα Τίρανα ως Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας. Μαζί με την 24η Ιουνίου, ημέρα της εκλογής του, η 2α Αυγούστου σηματοδοτεί την κανονική ανασύσταση της Εκκλησίας της Αλβανίας μετά τον ολοκληρωτικό αθεϊστικό διωγμό.
Έναν χρόνο νωρίτερα, τον Ιούλιο του 1991, ο Επίσκοπος τότε Ανδρούσης Αναστάσιος είχε φθάσει στην Αλβανία ως Πατριαρχικός Έξαρχος. Αντίκρισε μια Εκκλησία πληγωμένη: ναούς κατεστραμμένους ή αλλαγμένους σε χώρους άλλων χρήσεων, ελάχιστους ηλικιωμένους κληρικούς και έναν λαό που επί δεκαετίες είχε στερηθεί τη δυνατότητα να εκφράζει ελεύθερα την πίστη του. Μέσα σε αυτή την ερημωμένη πραγματικότητα διέκρινε, όμως, και τους ζωντανούς σπόρους της ορθόδοξης πίστεως που είχαν παραμείνει κρυμμένοι στις ψυχές των ανθρώπων.
Με τον αναστάσιμο χαιρετισμό «Χριστός Ανέστη» άρχισε η δύσκολη πορεία της ανασυγκρότησης. Στις 24 Ιουνίου 1992 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος και στις 2 Αυγούστου παρουσιάστηκε και ενθρονίστηκε ενώπιον του ορθόδοξου πληρώματος της χώρας. Η αποδοχή και η σταθερή συμπαράσταση των πιστών τον συνόδευσαν σε όλη τη μακρά αρχιεπισκοπική διακονία του.
Ο ενθρονιστήριος λόγος του έφερε τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ευλογία για την Αλβανία». Σε αυτή τη φράση συμπυκνωνόταν το όραμα της νέας πορείας: η Ορθόδοξος Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Αλβανίας να ανασυγκροτηθεί εκ θεμελίων και συγχρόνως να προσφέρει απλόχερα πίστη, ελπίδα και αγάπη σε ολόκληρη την αλβανική κοινωνία, χωρίς διακρίσεις.
Ακολούθησε ένα έργο με πολλές διαστάσεις. Ανασυστάθηκαν οι ενορίες και συγκροτήθηκε η Ιερά Σύνοδος. Ιδρύθηκε η Θεολογική Ακαδημία «Ανάστασις Χριστού» και αναδείχθηκε νέα γενιά γηγενούς κλήρου. Ανεγέρθηκαν και αναστηλώθηκαν ναοί και μονές, οργανώθηκαν σχολεία, κέντρα νεότητας, υγειονομικές και κοινωνικές δομές, αναπτύχθηκε εκδοτικό έργο και δημιουργήθηκε το Radio Ngjallja. Παράλληλα, καλλιεργήθηκαν σταθερά η θρησκευτική αρμονία, ο αλληλοσεβασμός και η συνεργασία για το κοινό καλό.
Το εξωτερικό έργο ήταν μεγάλο και ορατό. Ακόμη σημαντικότερη, όμως, υπήρξε η αναστήλωση των ανθρώπινων ψυχών: η επιστροφή της ελπίδας, η αναγέννηση της λατρευτικής ζωής, η συγκρότηση ζωντανών ενοριών και η εμπέδωση της πεποιθήσεως ότι η Εκκλησία δεν είναι ένα κλειστό ίδρυμα, αλλά παρουσία αγάπης και διακονίας μέσα στην κοινωνία.
Ο ίδιος ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος απέδιδε με συνέπεια ό,τι επιτεύχθηκε όχι στον εαυτό του, αλλά στη χάρη του Θεού. Στην πνευματική του διαθήκη έγραψε: «Από το 1991 αφοσιώθηκα στην αναστήλωση της βασανισμένης Εκκλησίας της Αλβανίας, που αγάπησα με όλη μου την ψυχή. Ό,τι ουσιαστικό επιτελέσθηκε ανήκει στη χάρη του Θεού».
Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά την ιστορική εκείνη ενθρόνιση, η 2α Αυγούστου δεν είναι μόνο επέτειος ενός εκκλησιαστικού γεγονότος. Είναι ημέρα ευγνωμοσύνης για την ανάσταση της Εκκλησίας της Αλβανίας από τα ερείπια, για όλους όσοι εργάστηκαν με αυταπάρνηση και για τον μακαριστό Πρωθιεράρχη που σήκωσε τον σταυρό της ανασυγκρότησης με πίστη, υπομονή και ακλόνητη ελπίδα στον Θεό.
Τη διακονία αυτή συνεχίζει σήμερα ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Ιωάννης, ο οποίος διαδέχθηκε τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο. Επί πολλά χρόνια έμεινε κοντά του ως στενός συνεργάτης και συνοδοιπόρος, μετέχοντας από τα πρώτα βήματα σε ολόκληρη την πορεία της ανασύστασης της Εκκλησίας της Αλβανίας. Έζησε από κοντά τις δυσκολίες, συμμερίστηκε το όραμα και συνέβαλε ουσιαστικά στη θεμελίωση και ανάπτυξη του εκκλησιαστικού έργου.
Ως νέος Πρωθιεράρχης συνεχίζει την ίδια πορεία με εκκλησιαστική σοφία, σταθερότητα και την ίδια αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο. Διαφυλάσσοντας την ενότητα και την πολύτιμη παρακαταθήκη που παρέλαβε, οδηγεί την Εκκλησία της Αλβανίας στα επόμενα βήματά της με πίστη, διάκριση και αίσθημα ευθύνης.
Έτσι, η παρακαταθήκη του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου συνεχίζει να ζει στην πορεία που ακολουθεί η Ορθόδοξος Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Αλβανίας, στη διακονία του Αρχιεπισκόπου Ιωάννη, στο έργο των κληρικών και των λαϊκών της, στους ναούς και στα ιδρύματά της, αλλά πρωτίστως στις καρδιές των ανθρώπων που ξαναβρήκαν την πίστη και την ελπίδα.
Αιωνία αυτού η μνήμη.
π. Χαράλαμπος Γκιόκας, Μέγας Οικονόμος
Πηγή: Εκκλησία της Αλβανίας














